Ένα θετικό που προκύπτει καθώς βιώνεις μια δύσκολη ιστορική εποχή είναι που μαθαίνεις επί τέλους πώς γράφεται η Ιστορία. Αναρωτιέμαι τι θα γράφουν τα σχολικά εγχειρίδια σε μισό αιώνα για ό,τι ζούμε τώρα, και μετά νομίζω πως το μαντεύω: ποιους θα εγκωμιάζουν, ποιους θα προβάλλουν ως αμφιλεγόμενους, ποιους ως υπονομευτές.
Δεν αναρωτιέμαι τι έκβαση θα έχει η υπόθεση συνολικά, το έργο έχει ξαναπαιχτεί. Ωστόσο, ανησυχώ για το μικρό δικό μας πράγμα που διακυβεύεται. Βουλιάζουμε σε ανύποπτoυς χρόνους, σε στιγμές που ο διπλανός δεν αντιλαμβάνεται και παγιώνεται μέσα μας μια δυσπιστία που δε μας αντιπροσωπεύει. Γινόμαστε κυκλοθυμικοί κι απρόθυμοι, τιμωρώντας διαρκώς εαυτούς και αλλήλους. Ανατρέχοντας κανείς στα κλασικά καλλιτεχνικά δημιουργήματα, βλέπει τον εαυτό του πολύ καθαρά και θυμάται πως τον αγαπά.
Η κλασική λογοτεχνία λόγου χάριν υπήρξε ανέκαθεν λύση κι όχι απλά διέξοδος. Λύση, με όλη τη σημασία της λέξης: οι χαρακτήρες που συναντάμε σε αυτήν μας μοιάζουν εκπληκτικά, παρόλο που συχνά υιοθετούν ασυνήθιστες συμπεριφορές. Η συνειδητοποίηση πως μπορούμε ν’ αλλάζουμε σημεία πάνω στον κύκλο μάς δυναμώνει και αποτελεί μια γερή ψυχοθεραπεία αφού αθωώνει τη μνήμη και την επιθυμία και δημιουργεί συνθήκες για αλληλοκατανόηση και μεγαλοπρεπή δράση. Εκεί μέσα ας βρούμε τον πρώτο άνθρωπο, τον πρώτο και τελευταίο, αφού ο ίδιος ήταν πάντα και κάθε προσπάθεια, εξ αμελείας έστω, να μεταβληθούν τα γνωρίσματά του από τις εναλλακτικές τάσεις αφήγησης δε γίνεται να καρποφορήσει.
Η Ιστορία δεν αλλάζει γιατί δεν αλλάζει ο φορέας της. Κι όσο αυτό συμβαίνει και μας πληγώνει, ας γνέψουμε καταφατικά στο πόσο είμαστε σπουδαίοι κι ατελείς. Όσοι διαβάζουμε, ας προσανατολιστούμε κλασικά ή σύγχρονα αλά κλασικά αυτόν τον καιρό, προκειμένου να επικοινωνήσουμε με ό,τι μας αξίζει.















