Η τέχνη μιμείται τη ζωή ή, μήπως, η ζωή μιμείται την τέχνη; Ανήκω ανάμεσα σε εκείνους, που πρόλαβαν να δουν τις ζωές μας να μιζεριάζουν, την εποχή, που το lifestyle, το είχε παρακάνει με την καταδυναστευτική παρουσία του. Τότε, που οι ιδέες είχαν στερέψει, το χρήμα είχε περισσέψει, και το στυλ είχε , με έναν τρόπο, δολοφονήσει την τέχνη. Η αιματοβαμμένη περίοδος της πνευματικής αυτής μας ξηρασίας, μας είχε μετατρέψει σε φιγούρες που έμαθαν περισσότερο να ποζάρουν, παρά να ζουν. Σε κενές, αν μου επιτρέπετε, περσόνες, που απέκτησαν, ξαφνικά, την εντύπωση, πως οι ‘φωτό’ διαμορφώνουν το προφίλ και το περιεχόμενο, και πως η επίπλωση του εγκεφαλικού μας χώρου, οφείλει να μοιάζει με κινηματογραφικό περιβάλλον, ώστε να έχει αναβαθμισμένη υπόσταση.
Έτσι, καταντήσαμε να υποδυόμαστε ήρωες παράλληλης πραγματικότητας, μιας και από αυτή ούτε καν περάσαμε. Το νόημα της ζωής είχε περιοριστεί στο φόντο, τη διακόσμηση, και μάλιστα, με τις σχετικές σκηνοθετικές οδηγίες των φτηνιάρηδων αριστοκρατών της μεσαίας τάξης, με τη μόνιμη παρουσία τους στα ελκυστικά μέσα προβολής τους. Αυτό, όπως καταλαβαίνετε, μας έφτασε να μιμούμαστε την τέχνη, αφού ζωή δεν είχαμε, σύμφωνα με τον σαφή ορισμό του φυσιολογικού. Αλλά, η τραγικότητα της δραματοποιημένης κίνησής μας στην τροχιά του εκσυγχρονισμού, έγκειται στο ότι πλησιάσαμε την τέχνη τόσο χαμηλά, όσο η μικρή απόσταση ανάμεσα σε καναπέ και τηλεόραση στο σαλόνι μας. Έτσι, τους πλουτίσαμε, όσους έντεχνα μας νανούρισαν και μας μαστούρωσαν στο ναρκωτικό του πνευματικού μας ακρωτηριασμού. Πάντως, τους βγάζω το καπέλο, γιατί τουλάχιστον, εκείνοι βρήκαν μια πορεία, που τους καθιέρωσε ως σελίδα της πολιτισμικής εξελικτικής μας ιστορίας, Και φυσικά, που μας έκαναν να μη μοιάζουμε καθόλου με έλληνες. Πάλι καλά που οι τσολιάδες δε θεωρήθηκαν και κιτς.
Για να δούμε τώρα, είμαι πολύ περίεργη, που η ανάγκη μας για τέχνη, μετά τη μετωπική σύγκρουσή μας με την κρίση, θα αρχίσει να σκιαγραφεί το σακατεμένο μας image. Θα είναι η τέχνη καθρέφτης αυτής της εξαθλίωσης, ή θα βρεθούν άνθρωποι να ανασύρουν από τα συντρίμμια τις ζωές μας, αξιοποιώντας, επιτέλους, σωστά τη διεισδυτική δυναμική της, ώστε να μας οδηγήσουν σε μια ένδοξη ανάδυση μας, από τον πυθμένα της αβεβαιότητας και της αναξιοπρέπειας; Περιμένω, δε σας κρύβω, με ανυπομονησία, ποιοι θα είναι εκείνοι, που θα βρουν τη δύναμη να ξαναστήσουν στα πόδια του το θέαμα αυτού του τόπου, ώστε να είναι και πάλι αντάξια συνέχεια των πατέρων της τέχνης, όπως τη διδαχτήκαμε.














