Τ. Ντίμοβα: “Η Ευρώπη έχει μέλλον μόνο μέσα από τη σύγκλιση”

0
25

Γεννήθηκε το 1960 στη Σόφια. Είναι μία από τις σημαντικότερες σύγχρονες προσωπικότητες της Βουλγαρίας: μυθιστοριογράφος, θεατρική συγγραφέας (βρήκα ότι το 2007 ανέβηκε το έργο της Νέντα σε σκηνοθεσία του Τάσου Ράτζου), δοκιμιογράφος και διανοούμενη. Με αφορμή την παρουσία της στη Θεσσαλονίκη και στην 22η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης, τον περασμένο Μάιο, όπου η Βουλγαρία ήταν η τιμώμενη χώρα, η Τεοντόρα Ντίμοβα μίλησε στο think-free.gr. Το τελευταίο της μυθιστόρημα κυκλοφόρησε στη διάρκεια της 22ης ΔΕΒΘ από τις εκδόσεις Έναστρον με τον τίτλο “Δεν σας γνωρίζω” σε μετάφραση της Ρόνυ Φίλεβσκα – Πανάγου

Ξεκίνησε τη δημιουργική της πορεία το 1987 στον χώρο του δράματος. Είναι συγγραφέας 14 θεατρικών έργων, τα οποία έχουν ανέβει σε διάφορα θέατρα της Βουλγαρίας και του εξωτερικού. Το 2024, εξελέγη Αντεπιστέλλον Μέλος της Βουλγαρικής Ακαδημίας Επιστημών, επισφραγίζοντας μια διαδρομή απόλυτης πνευματικής και λογοτεχνικής καταξίωσης. Έχει εργαστεί ως δημοσιογράφος, μεταφράστρια και καθηγήτρια αγγλικών ενώ αρθρογραφεί στο Portal Kultura, όπου από το 2012 δημοσιεύει κείμενα για την κοινωνία, την πνευματικότητα και τις ηθικές επιλογές της εποχής μας. Τα δοκιμιακά κείμενά της έχουν συγκεντρωθεί σε τέσσερις τόμους.

Το πλούσιο πεζογραφικό της έργο περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τα μυθιστορήματα «Οι Μητέρες», «Οι Λαβωμένοι» και το «Δεν σας γνωρίζω», που κυκλοφορούν μεταφρασμένα από τις εκδόσεις Έναστρον. Το μυθιστόρημα “Οι Μητέρες” τιμήθηκε το 2006 με το Βραβείο Λογοτεχνίας Ανατολικής Ευρώπης «Elias Canetti» και μεταφέρθηκε στη μικρή οθόνη (2025). Πολλά έργα της έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από δέκα γλώσσες. Το 2010 το έργο της Μάρμα, Μάριαμ κέρδισε το Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας «Χρ. Γ. Ντάνοβ». Το 2020 απέσπασε το Εθνικό Λογοτεχνικό Βραβείο στην κατηγορία Βουλγαρικό Μυθιστόρημα της Χρονιάς του Εθνικού Ταμείου Δωρεών «13 αιώνες Βουλγαρία» για το μυθιστόρημα Οι λαβωμένοι. Το 2022 το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας Πανεπιστημίου Σόφιας «Άγιος Κλήμης της Οχρίδας». Το 2023 έλαβε το Ετήσιο Βραβείο Λογοτεχνίας «Βάζοβ» για το σύνολο της προσφοράς της στα γράμματα.

Κυρία Ντίμοβα, ποιες ήταν εξαρχής οι αναγνωστικές επιλογές σας και πώς οδηγηθήκατε στη συγγραφική δραστηριότητα; Σας επηρέασε ο πατέρας σας;

Τη μεγαλύτερη επιρροή πάνω μου άσκησε ο πρόωρος θάνατος του πατέρα μου· ήμουν έξι ετών όταν εκείνος έφυγε από τη ζωή. Μόλις είχα μάθει τα γράμματα, μόλις είχα καταλάβει, λίγο-πολύ, τι είχε συμβεί. Είχα ένα παιδικό σημειωματάριο, στο οποίο κατέγραψα την πρώτη μου πρόταση: Ο Ντιμίταρ Ντίμοφ είναι νεκρός. Μου φαινόταν τότε ότι αποτύπωνα στο χαρτί κάποιο τρομερό και μεγάλο μυστικό, στο οποίο είχα φτάσει ολομόνη μου. Αυτό υποσυνείδητα μετατράπηκε για μένα σε αποτύπωμα, σε ένα ανεξίτηλο σημάδι: το γράψιμο είναι κάτι το τρομερό και βαρύ, αλλά είναι η μόνη σωτηρία. Αυτός ο μυστικιστικός δεσμός συνεχίστηκε μέσα στα χρόνια, συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Πριν από χρόνια, μάλιστα, έγραψα και ένα μυθιστόρημα το οποίο ολοκληρώνει ένα ημιτελές μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Υπάρχει κάποιο θεματικό πεδίο που σας έλκει συγγραφικά και θα μπορούσατε να πείτε ότι σας αντιπροσωπεύει;

Το κοινό στοιχείο ανάμεσα σε όλα μου τα κείμενα –είτε πρόκειται για πεζογραφία είτε για θεατρικά έργα– είναι πως όλα τους είναι «βαριά»: πραγματεύονται είτε «βαριά» θέματα είτε «βαριές» μοίρες. Πολλές φορές με έχουν παρακαλέσει να γράψω μια κωμωδία. Αποκρίνομαι πως δεν διαθέτω την απαραίτητη δόση χιούμορ. Εκείνοι επιμένουν πως τη διαθέτω. Άρα, λοιπόν, είναι κάτι άλλο αυτό που μου λείπει για να γράψω κωμωδίες.

Πολλοί θεωρούν ότι η συγγραφή και μάλιστα η λογοτεχνική είναι ένα ευχάριστο προσωπικό ταξίδι. Είχα διαβάσει ότι στον λόγο που εκφωνήσατε κατά την αποδοχή του Μεγάλου Βραβείου Λογοτεχνίας από το Πανεπιστήμιο St Kliment Ohridski στη Σόφια το 2022 είχατε πει ότι «η συγγραφή απαιτεί τη συγκέντρωση ενός χειρουργού κατά τη διάρκεια μιας επέμβασης». Τι από τα δύο ισχύει για εσάς; Τι σημαίνει γράφω ένα μυθιστόρημα;

Ναι, η γραφή είναι και τούτο: ένα ταξίδι προς τον εαυτό σου, μια εξερεύνηση του εαυτού σου. Αλλά δεν είμαι σίγουρη ότι πάντα είναι κάτι ευχάριστο, διασκεδαστικό, ενδιαφέρον. Πιο πολύ μάλλον είναι επώδυνο – ανακαλύπτεις πως σε τίποτα δεν διαφέρεις από τους άλλους, που δεν συμπαθείς. Έχεις τις ίδιες αδυναμίες, συμπλέγματα, δυσάρεστες ιδιαιτερότητες του χαρακτήρα. Τότε λες στον εαυτό σου: το μόνο που μένει είναι να γίνω πιο ανεκτικός, πιο στοργικός, πιο ελεήμων με τους άλλους, τότε κι εκείνοι θα σου συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο. Για μένα η γραφή είναι μια τεράστια ευθύνη – όπως εκείνες τις στιγμές που το εξάχρονο παιδί αποτύπωνε με αδέξια, στραβά γράμματα το μυστικό πως ο πατέρας του είναι νεκρός. Αποτύπωνε το μυστικό του θανάτου – αυτό, λοιπόν, είναι για μένα η λογοτεχνία. Αν δεν αγγίζει αυτό το μυστικό, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, δεν με ελκύει.

Στους «Λαβωμένους» και στο «Δεν σας γνωρίζω» έχετε ως αφετηρία τις ιστορικές περιόδους του ευρωπαϊκού μεσοπολέμου και τη μεταπολεμική. Τι είναι αυτό που σας κάνει να επιλέγετε ως βάση της μυθοπλασίας την Ιστορία;

Όταν το 2016 ξεκίνησα να γράφω το μυθιστόρημά μου «Οι Λαβωμένοι», δεν φανταζόμουν ότι μόλις μερικά χρόνια αργότερα θα αποδεικνυόταν τόσο επίκαιρο. Δεν φανταζόμουν ότι η Ιστορία μπορεί να επιδείξει συντριπτική, ανατριχιαστική επαναληψιμότητα. Η αφήγηση στους «Λαβωμένους» αφορά το μακρινό 1944, όταν ο Κόκκινος Στρατός εισέβαλε στη χώρα, πραγματοποίησε –με τη βοήθεια των Βουλγάρων λακέδων του– το πραξικόπημα της νύχτας της 8ης προς την 9η Σεπτεμβρίου και εγκαθίδρυσε ολοκληρωτική δικτατορία.

Ήδη από τις πρώτες κιόλας ημέρες ξεσπά η τρομοκρατία εναντίον όλων εκείνων που δεν καλωσορίζουν τη νέα εξουσία, που αρνούνται να συνεργαστούν μαζί της, που αρνούνται να στολίζονται με κόκκινα γαρίφαλα και κόκκινα περιβραχιόνια, που αρνούνται να πηγαίνουν σε συγκεντρώσεις και να ζητωκραυγάζουν τα ονόματα των κομμουνιστών ηγετών. Από τις πρώτες κιόλας ημέρες εξαφανίζονται χωρίς ίχνη ή συλλαμβάνονται δημοσιογράφοι, κλείνουν τα γραφεία σύνταξης «εχθρικά» διακείμενων εφημερίδων. Στο στόχαστρο της καχυποψίας των λακέδων του Κρεμλίνου μπαίνει όποιος αρνείται να συνεργαστεί με τη νέα εξουσία. Με πολιτικό πρόσχημα εκτελούνται και πάμπολλες προσωπικές εκδικήσεις. Εκδίδεται, μάλιστα, ένα ειδικό διάταγμα που ενθαρρύνει την εκδίκηση εναντίον των «εχθρών του λαού».

«Εχθρός του λαού» δε, είναι η εύπορη αστική τάξη, καπνέμποροι, μεγάλοι και μικροί βιομήχανοι, μεγάλοι και μικροί γαιοκτήμονες, η διανόηση, ο κλήρος, η μεσαία τάξη που, στην πλειονότητά της, είχε ολοκληρώσει τις ανώτατες σπουδές της στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες· όλοι αυτοί είναι εν δυνάμει εχθροί της νέας εξουσίας, εκτός αν επιδείξουν τη ρητή επιθυμία τους να συνεργαστούν μαζί της. Και το να συνεργαστούν μαζί της σημαίνει να διαδίδουν την κομματική προπαγάνδα, να πολεμούν την ελευθερία του λόγου, να σπέρνουν φόβο στους γνωστούς και στους αγνώστους τους, να τους κατασκοπεύουν, να τους χαφιεδίζουν, να τους διαβάλλουν για ελλιπή σεβασμό προς την κομμουνιστική ιδεολογία. Συλλαμβάνονται δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι σε ολόκληρη τη χώρα.

Διεξάγονται εσπευσμένα οργανωμένα, προσχηματικά, διακοσμητικά, άνευ αρχών «λαϊκά δικαστήρια», στα οποία καταδικάζονται σε βαριές ποινές ή σε θάνατο χιλιάδες άνθρωποι από τα ανώτερα και μεσαία πολιτικά κλιμάκια: γιατροί, δάσκαλοι, ιερείς, τραπεζίτες, συγγραφείς, δημοσιογράφοι, ζωγράφοι. Μέσα σε μερικούς μήνες, η ελίτ του έθνους εξολοθρεύεται. Στα υπουργεία και τους διοικητικούς θεσμούς, το προσωπικό αντικαθίσταται πλήρως· στη θέση των μορφωμένων ανθρώπων διορίζονται υποστηρικτές της νέας τάξης εξουσίας, οι οποίοι πολύ συχνά στερούνται οποιουδήποτε εκπαιδευτικού προσόντος. Οι οικογένειες των καταδικασμένων και των συλληφθέντων εκτοπίζονται στην επαρχία, η περιουσία τους κατάσχεται «υπέρ του εθνικού ταμείου», όπως αναγράφεται στις θανατικές καταδίκες. Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, ο τρόμος του νέου καθεστώτος καταφέρνει να σπείρει έναν παραλυτικό φόβο στις ψυχές του πληθυσμού. Το πνεύμα της Ευρωπαϊκής Βουλγαρίας ξεριζώνεται μέσα σε λίγους μήνες. Στα σπίτια όσων συλλήφθηκαν, εκτελέστηκαν, εκτοπίστηκαν ή εξαφανίστηκαν χωρίς ίχνος, στεγάζονται οι Βούλγαροι λακέδες της σοβιετικής δικτατορίας. Αυτοί πλέον διαθέτουν την περιουσία τους, τα έπιπλά τους, τα σκεύη τους, φορούν ακόμη και τα ρούχα τους.

Ένα μεταφυσικό κακό, μια καταστροφή, μια τραγωδία που ξαφνικά ενσκήπτει πάνω στη Βουλγαρία. Κανείς δεν πίστευε ότι ένας τέτοιος όλεθρος ήταν δυνατόν να συμβεί, κανείς δεν φανταζόταν ότι οι διαστάσεις του θα μπορούσαν να είναι τόσο τεράστιες και ανελέητες.

Πιστεύετε ότι η αναφορά της στις ιστορικές περιόδους του μεσοπολέμου και του Β’ ΠΠ όπως τις βίωσαν οι συμπατριώτες σας, έχουν αναλογίες με αντίστοιχα βιώματα σε άλλες χώρες, όπως πχ η Ελλάδα; Βλέπε ιδεολογικές συγκρούσεις, αντικομμουνισμός, εμφύλιος πόλεμος.

Ομοιότητες πιθανώς υπάρχουν με τον Ελληνικό Εμφύλιο, ο οποίος διήρκεσε τρία χρόνια και στοίχισε τη ζωή σε 70 χιλιάδες ανθρώπους, αλλά τότε οι κομμουνιστικές δυνάμεις στην Ελλάδα υποστηρίζονταν από το δικό μας κράτος και από τον Στάλιν. Γνωρίζω ότι μετά τη λήξη του, πολλοί Έλληνες πολίτες βρήκαν πολιτικό άσυλο στη σοσιαλιστική Βουλγαρία· μάλιστα, γνώριζα προσωπικά τον ζωγράφο Μιχάλη Γαρούδη, καθώς και έναν ακόμη Έλληνα ποιητή…

Στέκεστε απόλυτα επικριτικά απέναντι στον βιωμένο ολοκληρωτισμό της μεταπολεμικής κομμουνιστικής εκδοχής που ζήσατε στη Βουλγαρία με το καθεστώς της 9ης Σεπτεμβρίου 1944. Θέλω να μου πείτε σε αδρές γραμμές τι θυμάστε από εκείνη την εποχή και πως νιώσατε, τι σκεφτήκατε όταν άλλαξε το καθεστώς, στις 10 Νοεμβρίου 1989. 10. Πως εξελίχθηκαν τα πράγματα μετά το 1989; Το ρωτώ γιατί υπήρχε για πολλά χρόνια η αίσθηση της κοινής γνώμης ότι επήλθε “απελευθέρωση” άρα όλα καλά. Ήταν έτσι πράγματι;

Από εκείνη την εποχή θυμάμαι την αίσθηση ενός και του αυτού χρώματος παντού -του γκρίζου-, των ίδιων ακριβώς ρούχων, των ίδιων παπουτσιών, των ίδιων λέξεων, χειρονομιών, εφημερίδων, οθονών, λες και τα πάντα ήταν πασπαλισμένα με στάχτη, με σκόνη. Ναι, η ζωή συνέχιζε να κυλά, κάτω όμως από αυτή τη σκόνη στάχτης που σε κάνει να ασφυκτιάς, αλλά δεν έχεις πού να πας. Το πολύ-πολύ να πας σε μια οργανωμένη εκδρομή στην ΕΣΣΔ και στις υπόλοιπες χώρες του σοσιαλιστικού μπλοκ. Στην Ελλάδα δεν μπορούσε κανείς να πλησιάσει καν. Κάτι περισσότερο – για να φτάσεις μέχρι την πόλη Πέτριτς, που βρίσκεται στα ίδια τα σύνορα μεταξύ των δύο χωρών, έπρεπε να κατέχεις ειδική άδεια – φύλλο πορείας, που σου εξέδιδε η πολιτοφυλακή. Και ας μη μιλήσουμε για τη Δυτική Ευρώπη! Το «Σιδηρούν Παραπέτασμα» ήταν πραγματικότητα.

Όταν δε κατέρρευσε το καθεστώς, σκεφτήκαμε ότι θα γίνουμε η Ελβετία των Βαλκανίων μέσα σε πέντε χρόνια, ότι η χώρα μας θα μεταμορφωθεί σε παράδεισο. Δεν μπορώ να συγχωρήσω στον εαυτό μου αυτή την αφέλεια, που αγγίζει τα όρια της ανοησίας. Η ευφορία μάς είχε τυφλώσει, μας είχε πάρει τα μυαλά· δεν είχαμε ιδέα για το πόση προσπάθεια απαιτείται –προσπάθεια κυριολεκτικά από τον καθέναν μας– για να φτάσει κανείς στη δημοκρατία και να την υπερασπιστεί. Η απομάγευση ήταν αργή και βασανιστική.

Σήμερα; Με την απόσταση του χρόνου από όλα αυτά, τι σκέφτεστε πως τα αξιολογείτε; Αναρωτιέμαι πως ο Ζίφκοφ καθαιρέθηκε ομαλά σε αντίθεση πχ με τον γείτονα Τσαουσέσκου -ποια ήταν η διαφορά;

Ο Τσαουσέσκου ανατράπηκε και εκτελέστηκε από τους δικούς του ανθρώπους, από τη Σεκουριτάτε. Ο Ζίβκοβ επίσης ανατράπηκε μέσω ενός εσωκομματικού πραξικοπήματος, το οποίο οργανώθηκε από τις δομές της Κρατικής Ασφάλειας, αλλά αυτό εμείς το αντιληφθήκαμε αργότερα, δυστυχώς. Μέχρι και σήμερα, αυτές οι δομές, ακόμη πιο αόρατες απ’ ό,τι πριν από το 1989, συνεχίζουν να κατευθύνουν την τύχη της χώρας μας. Δεν γνωρίζουμε ούτε τα πρόσωπά τους, ούτε τα ονόματά τους, ούτε κάτω από ποια στέγη κρύβονται. Αλλά, αυτή τη στιγμή, ένα νεοσύστατο κόμμα έλαβε τη σχετική πλειοψηφία, ενώ ο ηγέτης του και το μεγάλο μέρος των ηγετικών στελεχών του προέρχονται από αυτούς τους κύκλους και, φυσικά, είναι φιλοκρεμλινικά προσκείμενοι.

Σας ενοχλεί όταν η Διεθνής Κοινότητα συνομιλεί με δικτάτορες; Π.χ. ζήσατε την περίοδο Ζίβκοβ.

Ακόμη κι αν δεν μου αρέσει, το αποδέχομαι. Στην πολιτική έτσι έχουν τα πράγματα. Ενίοτε είναι για καλό, όπως κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου ο Δυτικός κόσμος υποστήριξε έναν δικτάτορα για να πολεμήσει εναντίον ενός άλλου. Άλλωστε, σήμερα οι δικτάτορες δεν είναι τόσο αιμοσταγείς όσο ο Χίτλερ, ο Στάλιν και ο Μάο.

Στις «Μητέρες» περιγράφετε μια ευρεία γκάμα δυστοπικού οικογενειακού περιβάλλοντος: τα μπλεξίματα με παράνομα οικονομικά κυκλώματα, ο αλκοολισμός, οι λεπτές γραμμές μιας υιοθεσίας, οι ανεπιθύμητες γέννες, οι γονείς που δε βρίσκουν χρόνο για τα παιδιά τους, τα παιδιά αγνώστου πατρός. Ασφαλώς οι αιτίες για να δυστυχεί ή καλύτερα οι δυσκολίες για ένα παιδί σε ένα οικογενειακό περιβάλλον είναι πολλές -ακόμη και η ορφάνια. Πιστεύετε ότι υπάρχουν τυχερά και άτυχα παιδιά; Τι χρειάζεται για να ευτυχήσει ένα παιδί μέσα στην οικογένειά του, με όποια χαρακτηριστικά έχει αυτή -γιατί δεν είναι όλες οι οικογένειες ίδιες; Ένας γονιός μπορεί να αμβλύνει ή να εξαλείψει τις συνέπειες τέτοιων δυσκολιών; Υπάρχει τρόπος;

Το μυθιστόρημα «Οι Μητέρες» έχει γραφτεί για τη δεκαετία του 1990, αλλά με κάθε επόμενο περιστατικό παιδικής επιθετικότητας αποδεικνύεται θλιβερά επίκαιρο. Ήθελα να μελετήσω τα αίτια της παιδικής επιθετικότητας, για το πώς ένα 14χρονο παιδί μετατρέπεται σε δολοφόνο. Όπου κι αν συμβαίνει αυτό στον κόσμο –στα Βαλκάνια ή στην Αμερική– ο μηχανισμός είναι ένας και ο ίδιος: το παιδί-δολοφόνος στερείται αγάπης, προσοχής, τρυφερότητας και ζεστασιάς. Μεγαλώνει μέσα στη μοναξιά. Ενηλικιώνεται σταδιακά με τα νεύρα του απογυμνωμένα, διότι η αγάπη των γονέων είναι σαν σκάφανδρο, σαν προστατευτικό κουκούλι γύρω του. Όταν δε αυτό το κουκούλι λείπει, το παιδί είναι ένα απογυμνωμένο νεύρο. Απορροφά όλες τις βλαβερές ενέργειες και μένει ολομόναχο. Δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα μόνο του με αυτές τις ενέργειες, εκείνες χωρίς εμπόδιο εισχωρούν μέσα του. Και το μετατρέπουν σε δολοφόνο. Οι λόγοι, δε, εξαιτίας των οποίων το παιδί μεγαλώνει στη μοναξιά, στερούμενο της γονεϊκής προσοχής και φροντίδας, είναι πολλοί. Κατά τη δεκαετία του 1990 στη Βουλγαρία, αυτό ήταν η καθολική αλλαγή του συστήματος συντεταγμένων των αξιών μας. Εμείς ήμασταν απασχολημένοι με απεργίες, συγκεντρώσεις, διαδηλώσεις, με την ανεργία, την υποτίμηση του χρήματος και των αξιών, τη μετανάστευση στο εξωτερικό· πολλές οικογένειες διαλύθηκαν, δεν άντεξαν τους κραδασμούς. Και μέσα σε εκείνα τα χρόνια εγκαταλείψαμε τα παιδιά μας μόνα τους, δεν τους δίναμε αρκετή προσοχή, τα ξεχάσαμε, σαν όλα τα άλλα πράγματα να ήταν πιο σημαντικά από εκείνα.

Ο συγγραφέας και η εποχή του. Κατά τη δική σας εκτίμηση, ο λογοτέχνης οφείλει να ασχολείται με τα ζητήματα του καιρού του ή έστω να επικαιροποιεί το παρελθόν; Δηλαδή να το «δένει» με το σήμερα; Ή αυτό δεν παίζει κανένα ρόλο στη δική σας συγγραφική συνείδηση;

Ο συγγραφέας αποτυπώνει την εποχή του, αρθρώνει τις πληγές της, τα μιάσματά της, ενσαρκώνει τους φόβους της, βγάζει σε κοινή θέα τις στρεβλώσεις της. Ενίοτε, αυτές οφείλονται στο παρελθόν, το οποίο με έναν απερίσκεπτο τρόπο είναι αφημένο αξεκαθάριστο, ανεπούλωτο. Όταν δε μια πληγή δεν θεραπεύεται, εκείνη φλεγμαίνει όλο και περισσότερο. Στο τέλος, προσβάλλει ολόκληρο τον οργανισμό. Σε εμάς, στη Βουλγαρία, υπάρχει μια γενική τάση: ας αφήσουμε πίσω το παρελθόν, ας κοιτάμε μπροστά. Να μην δίνουμε σημασία στα τραύματα της ολοκληρωτικής περιόδου, να τα ξεχάσουμε. Η δική μου απάντηση είναι απόλυτη: δεν υπάρχει περίπτωση να τα ξεχάσουμε· αντιθέτως, πρέπει να τα θυμόμαστε, να τα γνωρίζουμε καλά, ώστε να μην επιτρέψουμε να συμβούν και πάλι. Αυτό είναι ένα χρέος απέναντι στα μαρτύρια των προγόνων μας, αλλά και χρέος ενώπιον των παιδιών μας και του μέλλοντός τους.

Στην προμετωπίδα των μυθιστορημάτων σας χρησιμοποιείτε λόγια του Ευαγγελίου. Με ποιο σκεπτικό;

Θεωρώ πως κάθε ιστορία έχει την αντιστοιχία της στα ευαγγελικά κείμενα. Κάθε προσωπικό δράμα μπορεί να βρει τη λύση του εκεί. Η Καινή Διαθήκη είναι σαν την καρδιά της λογοτεχνίας. Οι αλήθειες του Ευαγγελίου είναι αιώνιες και πανανθρώπινες. Γι’ αυτό και ένα από τα σπουδαιότερα μυθιστορήματα –«Οι Αδελφοί Καραμάζοβ»– έχει γραφτεί υπό ένα ευαγγελικό μότο.

Η κόλαση ξεκινά όταν στρέφουμε την πλάτη στη Μνήμη και στον Άλλον, διάβασα κάπου στα βιβλία σας. Πως το εννοείτε;

Μόνο στον διάλογο, μόνο στην επικοινωνία του ενός με τον άλλον γινόμαστε ακέραιοι. Στη βουλγαρική γλώσσα, οι λέξεις «ίαση» και «ακέραιος» προέρχονται από μια και την ίδια ρίζα. Το να θεραπευτείς (να ιαθείς) σημαίνει να μαζέψεις και να συγκολλήσεις τα ξεχωριστά ψήγματα του εαυτού σου σε ένα ενιαίο σύνολο, να γίνεις ακέραιος, σε πλήρη πληρότητα. Από μόνοι μας, εμείς πάντοτε είμαστε ανεπαρκείς για τον εαυτό μας. Γι’ αυτό έχουμε ανάγκη τους άλλους, τη λογοτεχνία, τη συναναστροφή. Αν αποκοπούμε από τους άλλους και τους γυρίσουμε την πλάτη, διαλυόμαστε στα επιμέρους κομμάτια μας, αρρωσταίνουμε, γινόμαστε εύκολη λεία για τους δαίμονες, οι οποίοι, ούτως ή άλλως, από παντού ωρύονται εναντίον μας[1].

Ο Νομπελίστας ποιητής Οδυσσέας Ελύτης είχε εκφραστεί για την Ευρωπαϊκή Ένωση στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Με σκεπτικισμό θα έλεγα. Όχι απόρριψη αλλά σκεπτικισμό. Μιλώντας για εκείνη τη νέα εποχή για την Ελλάδα, είχε πει ότι «Χρειαζόμαστε παιδεία σοβαρή, βαθιά, όχι αυτή τη τεχνική που ξιπάζει στις ημέρες μας, γιατί μόνο μ’ αυτή θα μπορέσουμε να διακριθούμε και να πορευτούμε σ ένα καινούργιο δρόμο αλλά και να διατηρήσουμε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της φυσιογνωμίας μας». Εδώ και λίγους μήνες –με την ένταξή της στον χώρο Σένγκεν και την ένταξή της στην Ευρωζώνη– η Βουλγαρία αποτελεί πια πλήρως ισότιμο μέλος της ευρωπαϊκής οικογένειας. Ποια είναι η προσωπική σας στάση σε αυτό το γεγονός; Τι φοβάστε και τι ελπίζετε;

Αυτή είναι η θέση ενός ποιητή, την κατανοώ και την προσυπογράφω. Στη βουλγαρική γλώσσα, η λέξη «μόρφωση» προέρχεται από τη λέξη «μορφή». Η μόρφωση συμβάλλει στη διαμόρφωση της ανθρώπινης μορφής μας. Η στενά εξειδικευμένη μόρφωση μπορεί να μας βοηθήσει στην επαγγελματική μας αποκατάσταση, να μας κάνει επιτυχημένους σε κάποιον τομέα, αλλά, όπως επισημαίνετε, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της φυσιογνωμίας μας, της ταυτότητάς μας, μπορούν να οικοδομηθούν και να διαμορφωθούν μονάχα μέσα από μια πολυσχιδή παιδεία. Βέβαια, δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε ότι ζούμε σε μια εποχή υπερπληροφόρησης, και αυτό καθίσταται όλο και πιο δύσκολο. Αναφορικά δε με τον σκεπτικισμό – αυτό το γνώρισμα είναι πολύ έμφυτο σε εμάς τους Βουλγάρους· εμείς αντιμετωπίζουμε τα πάντα με καχυποψία και προκατάληψη· αυτό ανακόπτει κάπως την εξέλιξή μας, αλλά πάντως είμαστε ανοιχτοί προς τον κόσμο. Η Ευρώπη έχει μέλλον μόνο μέσα από τον δρόμο της σύγκλισης και της ένωσης, τον οποίο πήρε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Όλοι οι προηγούμενοι αιώνες είναι σημαδεμένοι από πολέμους και αιματοχυσίες. Γι’ αυτό, οποιουσδήποτε λόγους σκεπτικισμού κι αν έχουμε, αυτός είναι ο καλύτερος δρόμος, ο καλύτερος προσανατολισμός, η καλύτερη φιλοσοφία.

Το μόνο που φοβάμαι είναι ο πόλεμος. Το κυριότερο που ελπίζω είναι να τερματιστεί ο πόλεμος της Ρωσίας εναντίον της Ουκρανίας.

[1] Πρόκειται για αναφορά στην Πρώτη Καθολική Επιστολή του Αποστόλου Πέτρου (ε’, 8): «…ὁ ἀντίδικος ὑμῶν διάβολος ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ». – Σημ. μετφ.

Προηγούμενο άρθροΚορυφαίο αφιέρωμα στους Pink Floyd στη Μονή Λαζαριστών
Σπούδασα νομικά στο ΑΠΘ, θέλοντας να γίνω δημοσιογράφος. Παράλληλα, φωτογραφία από μεράκι. Κλικ με ριπές. Γιατί η ματιά έχει μεγαλύτερη αξία από οποιοδήποτε μηχάνημα. Πρώτη στάση 1996, στα Σπορ του Βορρά του Μπούζα και στον Ελληνικό Βορρά του Μέρτζου. Δεύτερη στάση στον free press «εξώστη» του αξέχαστου Τάσου Μιχαηλίδη. Τρίτη στάση, Μάρτιο 1998, στην ιστορική εφημερίδα «Μακεδονία» και στα πολιτιστικά με αρχισυντάκτη τον άλλον αξέχαστο Χρήστο Αρνομάλλη (πολιτιστικός ρεπόρτερ, προϊστάμενος πολιτιστικού, συντάκτης ύλης πολιτικού, αρθρογράφος). Και διευθυντή τον αείμνηστο Λάζαρο Χατζηνάκο. Τέλειωσα με τη «Μακεδονία» το 2006 ως διευθυντής σύνταξης της κυριακάτικης έκδοσης, όταν ακόμη η εφημερίδα πουλούσε 17.000 φύλλα. Μετά ήρθε το «Κεντρί» όπου συνεργάστηκα ως σύμβουλος έκδοσης κι έπειτα η free press «Karfitsa» στην οποία εργάστηκα ως διευθυντής από τον Φεβρουάριο του 2010 ως τον Μάιο του 2011. Από το Μάιο 2016 ως τον Μάρτιο 2018 αρθρογράφος στη thessnews. Παράλληλα, όλα αυτά τα χρόνια, γραφείο Τύπου σε δύσκολες μάχες (Νομαρχία Θεσσαλονίκης, Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας), του ΚΘΒΕ, ειδικός σύμβουλος σε θέματα επικοινωνίας του Δημάρχου Δέλτα και λογογράφος λόγων κρίσιμων. Σταθερά, από την πρώτη του μέρα, στο thinkfree.gr, καταφύγιο λέξεων και σκέψεων. Καταφύγιο δημιουργικότητας στην εποχή που ο χώρος των ΜΜΕ έχει διαλυθεί και τα πάντα αμφισβητούνται. Καταφύγιο αξιοπιστίας και αλήθειας στην εποχή των fake news και του κιτρινισμού. https://www.facebook.com/gkessopoulos

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.