Γράφει ο Γιάννης Θ. Κεσσόπουλος / gkessopoulos@gmail.com
Τελικά, τα φάγαμε μαζί ή όχι; Έχει δίκιο ο Πάγκαλος ή είναι προπαγανδιστής; Έχε την ίδια ευθύνη ο λαός με τις κεφαλές του, δηλαδή τους πολιτικούς; Απάντηση σαφής δεν έχει δοθεί και μάλλον ούτε θα δοθεί. Στην Ελλάδα όπου οι πολίτες αρέσκονται στη συζήτηση, ατελέσφορη και ατελεύτητη, το σκαπουλάρισμα είναι εύκολη υπόθεση, αρκεί κανείς να αμφισβητήσει την πραγματικότητα. Να βάλει διλήμματα. Να διχάσει. Ακόμη κι αν κάποιος δηλώνει τρομοκράτης, μπορεί αμφισβητώντας τις πράξεις που του αποδίδονται, να κερδίσει τη συμπάθεια της κοινής γνώμης και εν τέλει να τη διχάσει.
Προσωπικά, πιστεύω ότι το ψάρι από το κεφάλι βρωμάει –η λαϊκή θυμοσοφία δε σηκώνει αμφισβήτηση. Δηλαδή, εάν η πολιτική ηγεσία (και η ηγεσία εν γένει) ενός λαού είναι διεφθαρμένη, θα οδηγήσει και το λαό τον ίδιο στη διαφθορά. Ή έστω στην ανοχή της. Αν αντιθέτως με το παράδειγμά της ή με τους νόμους που θεσπίζει και εφαρμόζει δημιουργήσει ένα σταθερό και άκαμπτο πλαίσιο ηθικής τάξης και λειτουργίας, τότε η κοινωνία δεν μπορεί παρά να ακολουθήσει. Και αντίστροφα: τι θα κάνει ένας πολίτης όταν βλέπει γύρω του τα πάντα να αποτελούν προϊόν συναλλαγής, κομματισμού και ρουσφετιού; Θα συνεχίσει να παριστάνει το «μ…..»; ή θα προσπαθήσει να επιβιώσει στη ζούγκλα που του έλαχε; Σίγουρα το δεύτερο.
Τρανό παράδειγμα το Δημόσιο. Το καθεστώς που μέχρι τώρα ίσχυε εξυπηρετούσε απόλυτα την πελατειακή σχέση που ήθελε ολόκληρο το πολιτικό σύστημα να διατηρεί. Δεν ήταν μόνο η πρόσληψη προϊόν ρουσφετιού, ήταν και η απόσπαση. Διορίζεσαι στου διάολου τη μάνα, αλλά μπορείς τελικά να πας στη μάνα σου. Αρκεί να έχεις το κατάλληλο μέσον. Άσε που αν δεν κάθεσαι καλά, μπορεί και να «σε στείλουν στον… Έβρο» –με αυτή την απειλή δε μεγαλώσαμε στη δεκαετία του ’80; Και, πιθανόν, παλαιότερα οι παλιότεροι; Με άλλα λόγια, να μην την πατήσεις σαν τον Καρυωτάκη, ο οποίος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως… ο νεομάρτυρας του πελατειακού συστήματος.
Το «γιατί» παρακάτω… Σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή «στις 21 Ιουλίου 1928, το απόγευμα 4.30 μ.μ., και σε ηλικία μόλις 32 ετών, ο Κώστας Καρυωτάκης περπάτησε από το καφενείο «Ουράνιος Κήπος» της Βρυσούλας προς τη θέση Βαθύ της Μαργαρώνας, μια απόσταση περίπου400 μέτρων. Ξάπλωσε κάτω από έναν ευκάλυπτο και αυτοκτόνησε με πιστόλι στην καρδιά. Η τότε χωροφυλακή τράβηξε φωτογραφία του πτώματος η οποία έχει δημοσιευθεί και τον δείχνει κουστουμαρισμένο, με ψαθάκι και με το χέρι με το πιστόλι στο στήθος».
Σύμφωνα με τις εφημερίδες της εποχής, ο Καρυωτάκης αυτοκτόνησε μη αντέχοντας την ψυχολογική πίεση που δεχόταν λόγω των υπηρεσιακών του μετακινήσεων. «Υπάλληλος του υπουργείου της Προνοίας, είχε την κακή τύχη να μη είναι της αρεσκείας του πρώην υπουργού Κίρκου. Ο άνθρωπος αυτός, μη διστάζων προ ουδενός, προκειμένου να ικανοποιήσει τας κομματικάς αξιώσεις κάποιου φίλου του εποφθαλμιώντος του Κ. Καρυωτάκη, ο οποίος υπήρξε κατά την κοινήν ομολογίας των κατά καιρούς προϊσταμένων του, υπόδειγμα υπαλλήλου σεμνού, μορφωμένου κι εργατικού, τον μετέθεσε κατά την τελευταίαν τρίμηνον περίοδον της λειτουργίας του” γράφει η εφημερίδα Εμπρός (1928). «Αι διώξεις τις οποίες είχεν υποστεί εις το Υπουργείον Προνοίας, τον είχαν καταστήσει νευρασθενικόν. (…) Κατά την τελευταίαν του όμως μετάθεσιν, ο Καρυωτάκης παρουσιάσθη και εις τον Κίρκον και παρά το ήθος του, διεμαρτυρήθη εντόνως. Αλλά και πάλιν ο υπουργός υπήρξεν ανένδοτος, γενόμενος ηθικός υπεύθυνος διά τον πρόωρον θάνατον του εκλεκτού ποιητή» σημειώνεται από την ίδια εφημερίδα.
Οι στίχοι που έγραψε λίγο καιρό πριν πεθάνει, «Ας με χτυπούν / πάντα κι ακόμα / θα ‘μαι το χώμα / που το πατούν», μοιάζουν με την κατάρα που δεν έπιασε… Το ανάθεμα στο ρουσφέτι, στη συναλλαγή, στην παθογένεια του ελληνικού Δημοσίου.














