Ο Γεώργιος Θεοτοκάς (27 Αυγούστου 1905-30 Οκτωβρίου 1966) ήταν Έλληνας λογοτέχνης και δικηγόρος. Αποτέλεσε έναν από τους εκπροσώπους της γενιάς του ’30.
“Από τότε που η Δημοκρατία δίδαξε στους ανθρώπους τη γλύκα και τη δύναμη του ελεύθερου λόγου, ο δικηγόρος βγήκε στο μεγάλο φως. Είναι ο άνθρωπος που ξέρει να μιλά και νιώθει την ανάγκη να μιλά. Ήτανε φυσικό να του ανοιχτούν διάπλατα οι πόρτες του νεου καθεστώτος. Είτε σαν ξερός ερμηνευτής του δικαίου μπροστά στο πολιτικό δικαστήριο, είτε σαν υπερασπιστής μπροστά στους ενόρκους, είτε σαν αγωνιστής στην υπόθεση των ελευθεριών, είτε σαν Κυβερνήτης της Πολιτείας κι ακόμα πανταχού παρών σε κάθε εκδήλωση της κοινωνικής ζωής, μιλώντας πάντοτε χωρίς ποτέ να τελειώνει, ο δικηγόρος γεμίζει με τη φωνή του τον πολιτισμό μας, χωρίς να βαρεθεί μα και χωρίς να τον βαρεθούμε. Με την αυτοπεποίθηση που του δίνει το έμφυτο θράσος του, το θράσος του λόγου, χωρίς να ρωτήσει κανέναν μα και χωρίς να έχει ανάγκη να ρωτήσει, τρύπωσε παντού, έχωσε παντού την ουρά του, κυριάρχησε μέσα στην ανθρώπινη συμβίωση και αξιώθηκε να σηκώσει τον τίτλο που του δόθηκε στη Γαλλία: έγινε l Avocat-Roi.
O δικηγόρος ειναι μια αναπόφευκτη ανάγκη μέσα σε κάθε κοινωνία που έχει θετικό δίκαιο και δικαστήρια για να το εφαρμόζουνε. Ο δικηγόρος-βασιλιάς ειναι μια μοιραία συνέπεια της Δημοκρατίας και θα ζήσει όσο ζει η Θεά.
Απο τη στιγμή που ιδρύθηκε η ανεξάρτητη ελληνική πολιτεία, οι δικηγόροι αρχίσανε να φυτρώνουμε απάνω στα ελληνικά χώματα σαν τα μανιτάρια. Ίσως, εξόν απο τη δημοκρατικοποίηση της ελληνικής ζωής, τους καλούσε στο τόπο μας η μανία των Ρωμιών για τις δίκες, το ελληνικό αυτό συναίσθημα που μπορούμε να το ονομάσουμε δικανική ηδονή. Ισως η μεγάλη όρεξη για συζήτηση που υπάρχει μέσα στην ατμόσφαιρα του έθνους και που τη νιώθουμε σε κάθε μας βήμα, ίσως η κλίση των Ρωμιών προς την πολιτική αφού και η επιστήμη του δικηγόρου και οι ιδιότητες του τον φέρνουν κοντύτερα στην πολιτική από κάθε άλλον. Το βέβαιο είναι ότι μέσα στην ανεξάρτητη Ελλάδα ο δικηγόρος, περισσότερο από αλλού, απλώθηκε παντού και έγινε αναπόσπαστο μέρος της couleur locale…”
(Στοχασμοί και Θέσεις. Πολιτικά Κείμενα 1925-1966, τόμος Α’: 1925-1949, πρόλογος: Νίκος Κ. Αλιβιζάτος, επιμέλεια: Νίκος Κ. Αλιβιζάτος, Μιχάλης Τσαπόγας, Βιβλιοπωλείον της “Εστίας”, Αθήνα 1966, σελ. 117-130)














