Γράφει ο Γιώργος Βοσκόπουλος / επ. Καθηγητής – Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών Πανεπιστημίου Μακεδονίας / gvoskop@uom.gr
Τους τελευταίους μήνες η ηγεσία της ΠΓΔΜ επιχειρεί να επιταχύνει τις διαδικασίες ένταξης της χώρας του στις ευρω-ατλαντικές δομές. Η επιλογή αυτή έχει προφανώς να κάνει με την αξιολόγηση ότι η Ελλάδα δεν εκπροσωπείται επαρκώς στα διεθνή fora και είναι αποδυναμωμένη διπλωματικά.
Ο κ. Γκρουέβσκι εκτιμά ότι η απόφαση της Χάγης ενισχύει, τουλάχιστον σε νομικό επίπεδο, τα επιχειρήματα του και υπό αυτό το πρίσμα επιδιώκει να αποκομίσει διπλωματικά οφέλη. Εδώ και μήνες ήταν σαφές ότι θα ασκούσε πιέσεις προσκειμένου να επαναφέρει το ζήτημα της ένταξης της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ κατά τη Σύνοδο της Συμμαχίας στο Σικάγο το Μάιο του 2012. Ουσιαστικά ο κ. Γκρούεβσκι υιοθέτησε μία επιθετική, σε διπλωματικό και επικοινωνιακό επίπεδο, πολιτική, αφού εκτίμησε ότι η δυσχερής θέση της χώρας θα προσέδιδε προστιθέμενη αξία στις θέσεις των Σκοπίων. Αυτό προσπάθησε να εκμεταλλευτεί κατά την επίσκεψη στη Γερμανία και τις συνομιλίες που είχε με την Α. Μέρκελ, αν και την ίδια στιγμή δήλωνε ότι θα χρειαστούν άλλα πέντε χρόνια προτού επιλυθεί το ζήτημα με την Ελλάδα. Με άρθρο του στη Frankfurter Allgemeine Zeitung ο κ. Γκρούεβσκι προσπάθησε να εκμεταλλευτεί το δυσμενές για την Ελλάδα κλίμα στη Γερμανία, τονίζοντας ότι η χώρα του είναι de facto αλλά όχι de jure μέλος της Συμμαχίας. Παράλληλα υπογράμμισε τη συμμετοχή της χώρας του σε νατοϊκές αποστολές στο Αφγανιστάν.
Η ελληνική πλευρά εξακολουθεί να υιοθετεί μία παθητική πολιτική αφήνοντας ελεύθερο το διπλωματικό πεδίο στους γείτονες μας. Τη ίδια στιγμή κύκλοι στα Σκόπια πιέζουν ώστε το ζήτημα της ταυτότητας να συμπεριληφθεί στο όποιο πλαίσιο συμφωνίας για το όνομα, καθώς η μη επίλυση του τώρα θα μπορούσε να δημιουργήσει προβλήματα στο μέλλον. Αυτό ζήτησαν από τον Μ. Νίμιτς κατά την πρόσφατη επίσκεψη του στα Σκόπια.
Στην ΠΓΔΜ θεωρούν ότι μετά τη διεξαγωγή των εκλογών στην Ελλάδα ανοίγει ο δρόμος για την οριστική επίλυση του ζητήματος. Είναι πιθανό να επιχειρήσουν να εκμεταλλευτούν τα προβλήματα εσωτερικής ασφάλειας που προέκυψαν από την πρόσφατη ένταση μεταξύ Χριστιανών και Μουσουλμάνων προκειμένου να επιταχύνουν τη διαδικασία επίλυσης του ζητήματος.
Η ελληνική διπλωματία καλείται να διαχειριστεί ένα εθνικό ζήτημα σε δυσμενείς για τη χώρα συνθήκες. Η επίλυση του δεν συνιστά ένα διαδικαστικό ζήτημα αλλά μία επιλογή που θα δεσμεύσει τη χώρα στο μέλλον όταν θα προκύψουν και μία σειρά προβλημάτων – παρελκόμενων της απόφασης που αφορά το όνομα.














