Γράφει η Έλενα Χουσνή / elenax83@yahoo.gr
Διάβασα πριν από χρόνια ένα βιβλίο για τη γενιά που ακολούθησε τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο στη Γερμανία. Για τα παιδιά ναζιστών που αναγκάστηκαν να… προσγειωθούν σε ένα πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον που τα είχε ήδη ρίξει στον Καιάδα ως παιδιά προδοτών. «Γεννημένοι ένοχοι» ονομαζόταν και περιλάμβανε συνεντεύξεις με ενήλικες πια αλλά προερχόμενους από αυτή την γενιά. Εν ολίγοις επρόκειτο για συμπλεγματικές προσωπικότητες που κατόρθωσαν να επιβιώσουν βιολογικά αλλά που η ψυχολογική πίεση που δέχθηκαν εκείνα τα χρόνια της νιότης για τα «κρίματα» γονέων ήταν πολύ ισχυρή για να μπορέσουν να ανακάμψουν…
Θα μου πείτε γιατί μου έρχεται στο μυαλό αυτό τώρα; Μήπως γιατί μία νέα γενιά «ενόχων» ενδέχεται να παραχθεί τις επόμενες δεκαετίες στην Γερμανία που τραβώντας τον δρόμο ενός νέου τύπου οικονομικού εθνικοσοσιαλισμού επανέρχεται ως ένα νέο πανανθρώπινα μισητό Ράιχ; Όχι. Άλλο μου φέρνει στο μυαλό αυτό το βιβλίο αυτή την τρέχουσα και ζέουσα προεκλογική περίοδο.
Μου φέρνει στο μυαλό κάτι παρέες που πριν αρκετά χρόνια ένιωθαν για την πολιτική το δέος που νιώθει κανείς για τον πρώτο του έρωτα. Ανάμεσα σε αυτούς κι εγώ με την απόλυτη πίστη – του τότε – ότι η πολιτική όχι μόνο ΜΠΟΡΕΙ αλλά ΟΦΕΙΛΕΙ να αλλάξει τα πράγματα. Ότι μόνο μέσα από την φενάκη – όπως ίσως αργά διαπίστωσα – της κοινοβουλευτικής διαδρομής και της πολιτικής ζύμωσης μπορούμε να κάνουμε πράγματα. Κάτι να αλλάξουμε. Τότε που αναζητούσαμε σε πρόσωπα την στόφα πολιτικών αρχηγών και ήμασταν τόσο μα τόσο πρόθυμοι να γίνουμε… οπαδοί. Όχι με την πανηγυρική τρέλα των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης. Ούτε, σίγουρα, με την φανατική διάσταση των πολύχρωμων καφενείων που – θαμώνες – οι γονείς μας, μας είχαν κάνει να τα «αντιπαθήσουμε» και να τα αποκηρύξουμε τελικά.
Αλλά ίσως με την ρομαντική διάθεση αυτού που νομίζει ότι μπορεί να φέρει τούμπα τον κόσμο και βεβαίως – βεβαίως προοδευτικά να τον αλλάξει. Μου λείπει εκείνη η εποχή που νιώθαμε οπαδοί αυτής της άποψης. Που παλεύαμε, άλλοτε με αφόρητη αφέλεια και άλλοτε με άγαρμπη συνομωσιολογία, να βρούμε την καλύτερη ιδέα, τον καλύτερο τρόπο, να είμαστε πρωτοπόροι. Σε τι; Δεν είχε σημασία. Σε οτιδήποτε θα μπορούσε να κάνει τα πράγματα να γίνουν.. αλλιώς. Ακόμη και το πως ήταν αδιάφορο. Αρκεί να έμπαινε σε κίνηση ένας τροχός που θα έκανε τον αέρα λιγότερο βαρύ, με λιγότερα μολυσμένα πολιτικά ιόντα, με περισσότερο πολιτικό οξυγόνο ή ίσως αντιασφυξιογόνες πολιτικές μάσκες.
Πάνε πολλά χρόνια και πολλά έτη φωτός από τότε. Στο μεταξύ ο οπαδός πέθανε μέσα μας. Έγινε φιλόσοφος του καναπέ, τζάμπα – μάγκας, ασκητής που υποδύεται τον απογοητευμένο, οικογενειάρχης που προτάσσει την οικογένεια ως άλλοθι για τον πολιτικό του μαρασμό. Όμως κάπου εκεί μέσα, κάπου εκεί πίσω, κρυμμένος, δειλός, ίσως και αρκετά αξιόμαχος κρύβεται εκείνος ο εν δυνάμει οπαδός που δεν έχει σε τι και σε ποιόν να πιστέψει. Και ανακαλύπτει ότι η κατάρα του κρυμμένου οπαδού, η κατάρα του ζωντανού οπαδού είναι να πιστέψει στο μόνο που του απομένει. Στον εαυτό του….














