Γράφει ο Γιώργος Βοσκόπουλος / επ. Καθηγητής – Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών Πανεπιστημίου Μακεδονίας / gvoskop@uom.gr
H ΕΕ φαίνεται να επαναπροσδιορίζει τους στόχους της στο πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό πεδίο με τρόπο που υπονομεύει τη νομιμοποίησή της. Αυτή θεμελιώθηκε με άξονα τη δημοκρατία και τα υλικά αγαθά που προσέφερε επί δεκαετίες στους Ευρωπαίους πολίτες. Πολλοί θεωρούμε ότι το μέλλον της δημοκρατίας στην Ευρώπη είναι ζοφερό. Στον αντίποδα υποστηρίζεται ότι η δημοκρατία στην Ένωση λειτουργεί ικανοποιητικά. Η άποψη αυτή τεκμηριώνεται στην εκτίμηση ότι οι όποιες κριτικές προσεγγίσεις γίνονται αντιληπτές ως μία «εμμονή σε έναν ασαφή περφεξιονισμό περί δημοκρατίας». Με τον τρόπο αυτό υπερκαλύπτονται ζητήματα ουσιαστικής νομιμοποίησης και αντιπροσώπευσης με την χρήση μίας υπερβατικής λογικής διαχείρισης των κοινών σε συνθήκες ελιτισμού και έλλειψης ωφελιμιστικών παραμέτρων που αναφέρονται στο κοινό καλό των πολλών.
Η οντολογία των παραπάνω προβληματισμών αφορά τον ρόλο ή κυρίως μη ρόλο των ευρωπαϊκών συλλογικοτήτων στη διαδικασία θεσμικής εμπέδωσης συνθηκών περιφερισμού. Το ζήτημα συνδέεται με τη μονοσήμαντη ελιτίστικη διάσταση της ενοποιητικής διαδικασίας που θέλει τις ελίτ, ως κυρίαρχες μειονότητες, να αποτελούν τους μοναδικούς άμεσους φορείς ολοκλήρωσης που λειτουργούν εξ ορισμού προς όφελος των συλλογικοτήτων. Στη θεωρία του ελιτισμού ο όρος κυρίαρχη μειονότητα αναφέρεται σε μία μικρή ομάδα ανθρώπων η οποία «δεν μπορεί να τεθεί υπό τον έλεγχο της πλειοψηφίας με οποιαδήποτε μέσα», καθώς «τα μέλη της λόγω της ισχύος που διαθέτουν, της κοινωνικής διάρθρωσης και των πολιτικών ικανοτήτων τους είναι σε θέση να εκμεταλλεύονται τις θέσεις τους και να παρατείνουν την κυριαρχία της». Εύλογα επισημαίνεται μία αντίφαση ανάμεσα στην ιδέα των ελίτ και σε αυτή της δημοκρατίας. Προκύπτει από την πεποίθηση των εκπροσώπων των ελίτ ότι είναι χαρισματικοί, συνεπώς ικανότεροι από τις “μάζες” και την υπέρβαση του αξιώματος περί ισότητας.
Μέχρι σήμερα η αντίληψη που θέλει την ενοποιητική διαδικασία και τους όρους προώθησής της να αποτελούν αποκλειστικό προνόμιο των πολιτικών, οικονομικών ελίτ και ομάδων συμφερόντων συνιστά έναν θεωρητικό θετικισμό που ελάχιστοι αμφισβητούν, καθώς οι θεωρίες ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης σε μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό θέτουν στο περιθώριο τον ρόλο των συλλογικοτήτων σε μία διαδικασία που αφορά κυρίως τις ίδιες.
Η παρούσα παγκόσμια οικονομική κρίση και ο τρόπος αντιμετώπισής της ανέδειξε το χάσμα μεταξύ πολιτικών ελίτ και ευρωπαίων πολιτών σε ζητήματα διακυβέρνησης και διαχείρισης της, θέτοντας οντολογικά ερωτήματα που αφορούν την ταύτιση στόχων των ελίτ και των συλλογικοτήτων. Σε επίπεδο ΕΕ πολλές επιλογές νομιμοποιούνται διαδικαστικά και όχι ουσιαστικά σε συνθήκες έλλειψης πολιτικής νομιμοποίησης σε επίπεδο κοινωνιών και συλλογικοτήτων. Η απογύμνωση της ενοποιητικής διαδικασίας από εκφάνσεις ωφελιμισμού αποτελούν απειλή για το ευρωπαϊκό εγχείρημα. Ο ωφελιμισμός, όπως διατυπώθηκε τον 19ο αιώνα, υποστήριζε τη βέλτιστη ικανοποίηση αναγκών μέγιστου αριθμού ατόμων. Με αυτό τον τρόπο οι ωφελιμιστές έδιναν έμφαση στην εφαρμογή ορθολογικών κριτηρίων στη διαδικασία λήψης αποφάσεων με σκοπό να ικανοποιήσουν μέγιστο αριθμό ατόμων. Η παρούσα κρίση θέτει στο περιθώριο τους πολλούς, τους λιγότερο ισχυρούς και προστατεύει τους ολίγους. Αυτό είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων επιλογών που δίνουν στην ενοποιητική διαδικασία τον χαρακτήρα μίας σύμπραξης πολιτικών ελίτ και ισχυρών οικονομικών παραγόντων.














