Κείμενο – Φωτογραφίες: Γιάννης Θ. Κεσσόπουλος /gkessopoulos@gmail.com
Πιάνοντας στο λιμάνι της Ερμούπολης, έχοντας ακούσει κατιτίς στην τηλεόραση για όσα συμβαίνουν στη Συρία, η μικρή Μαργαρίτα με ρωτούσε αν οι Σύριοι είναι αυτοί που ζούνε στη Σύρο… Οι πρώτοι πάντως που συναντήσαμε στο νησί, καλοκαιριάτικα, ήταν Κινέζοι, που είχαν στήσει σούπερ-μάρκετ ρούχων στις παλιές αποθήκες απέναντι από το Νεώριο, τα περίφημα και πολύπαθα ναυπηγεία που τα τελευταία χρόνια βρίσκονται κι αυτά στο μεταίχμιο. Οι δυο μεγάλες εκκλησιές αντικρυστά, καμάρια των καθολικών και των ορθοδόξων του νησιού, επιβλητικές –η ταυτότητα της αρχόντισσας των Κυκλάδων, πρώτη εικόνα καθώς το καράβι πλησιάζει στο νησί.
Από την πρώτη κιόλας βόλτα στη χώρα, η «συλλογική μελαγχολία» ήταν διάχυτη. «Είναι Κυριακή και τα καταστήματα είναι κλειστά», μας είπε το παλικάρι από το ταξιδιωτικό πρακτορείο. Ο κόσμος λιγοστός, αλλά ελπίζαμε ότι στρίβοντας τη γωνία στους λουκουμάδες Κανακάρη, θα αντικρίζαμε μια άλλη πραγματικότητα –χωρίς να ξέρουμε ακόμη τι σημαίνει να στρίψεις τη γωνία με τα λουκούμια. Ήταν ένα ευρωπαϊκό θέαμα: η οδός … με τα κλασικά επιβλητικά κτίρια και στο βάθος φόντο το Δημαρχείο της Ερμούπολης. Μπροστά στο κτίριο του Τσίλερ η μεγάλη πλατεία. Οκτώ Ιουλίου σχεδόν έρημη, σε μια πόλη που μετρά 13.500 κατοίκους και στα μέσα Ιουλίου θεωρητικά θα έπρεπε να φιλοξενεί ουκ ολίγους τουρίστες. Καμιά πενηνταριά παιδάκια, με πατίνια, σκέιτ και ποδήλατα και οι «μεγάλοι» στα πέριξ καφέ –όλοι μαζί ούτε ένα πάρτυ παιδικό.
Αν και έμαθα ότι η Σύρος ποτέ δεν προσέλκυε πολλούς ξένους τουρίστες (η γειτόνισσα Μύκονος είναι πιο τραβηχτική), βρήκα μια εξήγηση για την ερημιά που πλάκωσε στο πρώτο θέμα της τοπικής εφημερίδας «Κοινή Γνώμη» με την είδηση ότι σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία το Αιγαίο πέρασε στην «πρώτη θέση» της ανεργίας με 24,6% από 13,5% τον Απρίλιο 2011. Σχεδόν διπλασιασμός. Έτσι εξηγείται η βουβαμάρα που πλάκωσε την πατρίδα του Μάρκου Βαμβακάρη. «Απόγνωση και εξαθλίωση», όπως λέει και ο τίτλος της εφημερίδας.
Η οδός Πρωτοπαπαδάκη (μαζί Πρώιου και θυμάτων Σπερχειού) θα μπορούσε να είναι μια via dei Condotti με τις κορυφαίες διεθνείς φίρμες. Έτσι τη φαντασιώθηκα όπως την αντίκρισα με το πλατύ πλακόστρωτο δρόμο και τα χαμηλά κλασικά κτίσματα που διατηρούνται σε πολύ καλή κατάσταση. Κι όμως θα μπορούσε υπό προϋποθέσεις, που φυσικά δεν αγγίζουν μόνο και ιδίως την τοπική κοινωνία, αλλά κυρίως το διάχυτο κι εδώ αθηνοκεντρισμό. Αλλά αντί για τ’ όνειρο, νεωτερισμοί, αποικιακά είδη, μαγαζάτορες που βαράνε μύγες –και πήγε κιόλας μέσα Ιουλίου.
Η Συριανή κυρία που μας υποδέχθηκε στο ιστορικό θέατρο Απόλλων, χαμογελαστή αλλά προβληματισμένη, μας λέει για τους λίγους για την εποχή τουρίστες που ήρθαν φέτος. Το ίδιο πόνο κι ο κύριος με το μουστάκι που συναντήσαμε στο μουσείο του Βαμβακάρη, να φυλάει το κουστούμι, τα μανικετόκουμπα, τη βέρα και το μπαγλαμά του Μάρκου. Στην Άνω Σύρο, τον παλιό μεσαιωνικό οικισμό του νησιού, εκείνο το απόγευμα κυκλοφορούσαν δεν κυκλοφορούσαν 10-15 άτομα. Ακόμη και η κατώγα του Λιλλή, στην ταβέρνα όπου «έπαιξε ο Μ. Βαμβακάρης», χλωμή.
Θα μου πεις «Τι τα θες τώρα αυτά; Διακοπές ήρθες». Καλά, τη χαρμολύπη την έχω μέσα μου. Αλλά κι όταν βλέπεις ένα νησί, μια χώρα, να έχουν βουλιάξει στη μελαγχολία και στα προβλήματα, ένα νησί και μια χώρα που με την ιστορία τους και την ομορφιά τους θα έπρεπε να είναι στην αιχμή του δόρατος του ελληνικού τουρισμού, δεν μπορείς να χαίρεσαι για το τομάρι σου.
Και μονολογείς. Μονολογείς, πριν τη μεγάλη κραυγή. Για την προδοσία που νοιώθεις. Για τη θλίψη που σε γέμισαν. Για τη δυστυχία που σκορπίζουν. Για το πόσο… Σύριοι, τελικά, είναι αυτοί που μας κυβερνούν. Είχες δίκιο Μαργαρίτα…
Υ.Γ. Ευτυχώς, το καλό κερδίζει πάντα στο τέλος κι αυτά που σου μένουν από το νησί είναι η μεσαιωνική Άνω Σύρος με το Συριανών Καφεποτείο, την Απανωχωρίτισσα και το τρίτο καφέ στην πλατεία Βαμβακάρη, το μικρό αλλά υποβλητικό θέατρο Απόλλων, τα ναυπηγεία του Νεωρίου (established in 1861), η παραλία στις Αγκαθωπές και στη Βάρη, η κορφή του Σαν Μιχάλη, το μαγαζάκι της φραγκοσυριανής Νινέτας που μας είπε “κατάλαβα την ομορφιά της Σύρου όταν άρχισα να ταξιδεύω”, το μαγαζί του Κορρέ με τα λουκούμια και άλλα τινά συριανά, η φιλόξενη διάθεση της κυρίας Ρένας Φρέρη στην Αζόλιμνο όπου μέναμε και πολλές όμορφες εικόνες ήλιου, θάλασσας, Ελλάδας.






















