Η Μ. Νεγρεπόντη-Δελιβάνη, καθηγήτρια Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και Σύμβουλος στον ΟΟΣΑ Παρισιού, αναλύει την κρίση χρέους και εξηγεί γιατί πρέπει να μελετούμε σοβαρά την επιστροφή στη δραχμή. Πως χαρακτηρίζει τους Γ. Παπανδρεου και Γ. Παπακωνσταντίνου, τι λέει για τον Ευ. Βενιζέλο, τη Ντ. Μπακογιάννη και τον Αντ. Σαμαρά.
Συνέντευξη στον Γιάννη Θ. Κεσσόπουλο
Το τελευταίο βιβλίο της Μαρίας Νεγρεπόντη – Δελιβάνη «Όλη η αλήθεια για χρέος και ελλείμματα και πως θα σωθούμε», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΙΑΝΟS, είναι ένα από τα πιο τεκμηριωμένα πονήματα για την κρίση χρέους και την πολιτική που ακολουθεί η Ελλάδα τα τελευταία δύο χρόνια για την αντιμετώπισή της. Επικεντρώνεται στο αδιέξοδο πρόβλημα χρέους και ελλειμμάτων που, αν δεν αντιμετωπιστεί, επιτέλους με στοιχειωδώς αποτελεσματικό τρόπο, θα σύρει τη χώρα μας στον όλεθρο. Με προσέγγιση διαφορετική της τρέχουσας και με αδιάσειστα επιχειρήματα η συγγραφέας απορρίπτει τη φιλοσοφία του μονόδρομου, που δήθεν μας υποχρέωσε να υπογράψουμε το εγκληματικού περιεχομένου Μνημόνιο, καθώς και το απερίγραπτο συνονθύλευμα των συνοδευτικών του. Υποστηρίζεται, αντιθέτως, ότι η χώρα μας είναι το πρώτο πειραματόζωο μιας νέας μορφής ιμπεριαλισμού, που χρησιμοποιεί ως όπλο την υπερχρέωση των θυμάτων του, την οποία και, εντέχνως, προκαλεί. Η συγγραφέας στρέφεται κάθετα εναντίον της πολιτικής που, συστηματικά, επιχειρεί να αποδώσει ευθύνες στη δήθεν στρεβλή και διεφθαρμένη φύση των Ελλήνων, και υποστηρίζει ότι η γενικευμένη κατάρρευση του ευρωπαϊκού Νότου οφείλεται κυρίως στη μακροοικονομική πολιτική της ΕΕ-ευρωζώνης, που υπήρξε καταστρεπτική για τα ασθενέστερα μέλη της.
Με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου στον Ιανό της Θεσσαλονίκης, η κ. Δελιβάνη μίλησε στο thinkfree.gr σε μια εκπληκτική συνέντευξη, γεμάτη αλήθειες που σπάνια ακούμε στα «επίσημα» ελληνικά ΜΜΕ.
1. Διαβάζοντας το τελευταίο βιβλίο σας «Όλη η αλήθεια για χρέος και ελλείμματα και πως θα σωθούμε», Εκδόσεις ΙΑΝΟΣ 2011, διαπιστώνουμε ότι πολύ νωρίς τολμήσατε να μιλήσετε για τις συνέπειες των πολιτικών επιλογών τη Ευρώπης και της ελληνικής κυβέρνησης. Νοιώθετε ότι οι εξελίξεις σας δικαιώνουν;
Ο κύριος λόγος της συγγραφής αυτού του τελευταίου μου βιβλίου, μ’ αυτόν ακριβώς τον τίτλο, οφείλεται σε μια προσπάθεια, ουτοπική φυσικά όπως αποδεικνύεται εκ των υστέρων, να προληφθούν οι ζοφερές συνέπειες αυτών των επιλογών, για την Ελλάδα, ή τουλάχιστον να περιοριστεί το εύρος τους. Οι εξελίξεις, όντως, με δικαιώνουν, αν και ειλικρινά θα προτιμούσα να είχα κάνει λάθος, να είχα δηλαδή υπερβάλει τους σχετικούς κινδύνους, που απειλούν τη χώρα και το λαό μας, με εξαφάνιση. Δυστυχώς, πηγαίνουμε από το κακό στο χειρότερο, και δε φαίνεται προς το παρόν να υπάρχει όριο μέχρι να φθάσουμε στο γκρεμό. Είναι, εξάλλου, σαφές ότι για τα όσα φρικτά μας συμβαίνουν τα τελευταία δύο περίπου χρόνια, φέρουν μεγάλη ευθύνη, εκτός από τις κυβερνήσεις μας, και η πλειοψηφία των ΜΜΕ, αλλά και το σύνολο όλων εκείνων που βυζαντινολογούν, και μάλιστα με σοβαροφάνεια, για το πώς θα εκτελεστεί καλύτερα αυτό το παρανοϊκό και εμφανώς ανεφάρμοστο πρόγραμμα της τρόικας. Πως, αλήθεια, να αναμένει κανείς θετικά αποτελέσματα από ένα τόσο αξιοθρήνητο πρόγραμμα, που μεγιστοποιεί την ύφεση και στραγγαλίζει όλες τις παραγωγικές δυνατότητες της οικονομίας; Ακόμη και η κυρία Μέρκελ παραδέχθηκε – προφανώς σε μια κρίση ειλικρίνειάς της- ότι «έκαναν λάθος στις εκτιμήσεις τους», παρότι η ανέφικτη συνταγή εξακολουθεί να είναι μαζί μας, και οι δικοί μας αρμόδιοι να μην αντιδρούν, να μη βροντοφωνάζουν ότι αυτό το άθλιο συνονθύλευμα μέτρων μας οδηγεί, κατευθείαν, στην καταστροφή, και επιτέλους βρείτε μας κάτι άλλο. Χαρακτηρίζω ακατανόητη αυτή τη συμπεριφορά των αρμοδίων μας, ίσως, γιατί δεν θέλω να υπεισέλθω στις πιθανές ερμηνείες της.
2. Το πρόβλημα της κρίσης που ζει η Ελλάδα είναι οικονομικό ή πολιτικό;
Το πρόβλημα που βύθισε την Ελλάδα σε απόγνωση είναι, καταρχήν, πολιτικό και ηθικό και δευτερευόντως μόνο οικονομικό. Θέλω να υπογραμμίσω την πεποίθησή μου ότι ουδέποτε θα βιώναμε αυτή την τρομακτική λαίλαπα των περίπου δύο τελευταίων ετών, αν είχαμε την τύχη να έχουμε άλλους αρμόδιους κυβερνητικούς, πιο έμπειρους, με κάποιες διαπραγματευτικές ικανότητες, με μεγαλύτερη υπευθυνότητα απέναντι στον ελληνικό λαό, με ικανότητες αντιμετώπισης των εταίρων μας, ως ίσος προς ίσο, με μεγαλύτερη δόση εθνικής αξιοπρέπειας, αλλά ναι και με κάποιες έστω και στοιχειώδεις γνώσεις μακροοικονομίας. Γιατί τότε, ουδέποτε θα είχε υπογραφεί αυτό το επαίσχυντο, αυτό το εγκληματικό Μνημόνιο και τα παράγωγά του, που εξαθλιώνουν τον ελληνικό λαό και κάθε δυνατή προοπτική του. Θα ήταν τότε, δεδομένο ότι οι δικοί μας αρμόδιοι θα έσπευδαν να αναπτύξουν στους ευρωπαίους εταίρους μας τα πολύ σοβαρά και πολυάριθμα επιχειρήματα που διαθέτουμε, αλλά τα οποία, δυστυχώς, ουδόλως αξιοποιήσαμε. Ενδεικτικά αναφέρω ότι η μακροοικονομική πολιτική που εφαρμόστηκε στους κόλπους της ΕΕ-ευρωζώνης ήταν καταστρεπτική για τα λιγότερο προηγμένα κράτη-μέλη, με αποτέλεσμα τη δημιουργία τεραστίων εμπορικών πλεονασμάτων στις πλούσιες οικονομίες και κυρίως στη Γερμανία, με αντικατοπτρισμό τα μεγάλα ελλείμματα της Ελλάδας και του υπόλοιπου ευρωπαϊκού Νότου. Ενδεικτικά, πάντοτε, αναφέρω όλες εκείνες τις πολύ σοβαρές θεωρίες, που διεκτραγωδούσαν τα πάθη των λιγότερο προηγμένων οικονομιών, όταν συνυπήρχαν στην ίδια οικονομική ένωση με περισσότερο προηγμένες, και οι οποίες ξεχάστηκαν όλες. Ενδεικτικά αναφέρω, ακόμη, την αδυναμία ύπαρξης κοινού νομίσματος, που δεν στηρίζεται από κυρίαρχη κυβέρνηση, ή από πολιτική ένωση των κρατών-μελών που το διακινούν. Γι’ αυτό, άλλωστε, και το πρόβλημα της υπερχρέωσης, δεν είναι ελληνικό, όπως προσπαθούν να μας πείσουν οι εταίροι μας, και ούτε οφείλεται στους ανεπρόκοπους Έλληνες. Αντιθέτως, πρόκειται για πρόβλημα ευρωπαϊκό, που έχει ήδη καταποντίσει το σύνολο του ευρωπαϊκού Νότου, και που απειλεί με διάλυση την ευρωζώνη. Ακόμη, στην ελληνική περίπτωση και όχι μόνο, η ευκολία δανεισμού με επιτόκιο που συχνά ήταν κατώτερο του πληθωρισμού, σε συνδυασμό με την χωρίς όρια απελευθέρωση του διεθνούς εμπορίου, ενθάρρυναν σε υπέρμετρο βαθμό τις εισαγωγές και οδήγησαν σε αποπροσανατολισμό την εθνική μας παραγωγή. Αρκεί να υπενθυμίσω, σχετικά, ότι η χώρα μας, με κατεξοχήν γεωργικό προσανατολισμό, κατέληξε να έχει συμμετοχή της γεωργίας στο ΑΕΠ της μόνο 3,4%. Θα έπρεπε, ακόμη, να απαιτήσουμε την καταβολή του χρέους της Γερμανίας, για τις καταστροφές που υπέστη η χώρα μας στο διάστημα της άγριας γερμανικής κατοχής, καθώς και το χρυσό που μας έκλεψαν, όπως και το κατοχικό δάνειο, που υποχρεωθήκαμε να χορηγήσουμε. Και τότε θα μας χρωστούσαν και δεν θα χρωστούσαμε. Φαίνεται να είναι μυστήριο το γιατί δεν υπερασπιστήκαμε τα εθνικά μας δίκαια, αλλά αντιθέτως υπογράψαμε με ασύγγνωστη ελαφρότητα την καταδίκη μας, και τον πλήρη εξευτελισμό μας. Είναι, όμως, πράγματι μυστήριο;
3. Συμφωνείτε με την άποψη ότι θα έπρεπε η ελληνική κυβέρνηση να κηρύξει εξαρχής το χρέος απεχθές ή οι κίνδυνοι για την ασφάλεια της χώρας θα ήταν δυσβάστακτοι;
Το περιεχόμενο της δανειακής σύμβασης, καθώς και το απερίγραπτο συνονθύλευμα των συνοδευτικών του είναι σαφέστατα απεχθές και επαχθές. Αυτό σημαίνει ότι αποτελειώνει το λαό και την οικονομία στην οποία επιβάλλεται, ότι καταργεί την εθνική κυριαρχία και εξαφανίζει τις στοιχειώδεις λειτουργίες του κράτους πρόνοιας. Εξυπακούεται ότι ένα τόσο απαράδεκτο σχήμα, που αφορά ευρωπαϊκή οικονομία του 21ου αιώνα, όφειλε αδίστακτα να καταγγελθεί από την πρώτη στιγμή ως απαράδεκτο, ως περίπου γενοκτονικό. Όσο, για την επίκληση της δήθεν ύπαρξης «δυσβάστακτου κινδύνου για την ασφάλεια της χώρας», διερωτώμαι τι μεγαλύτερος κίνδυνος μπορεί να υπάρξει από τη μετάλλαξη της Ελλάδας, από κυρίαρχο κράτος σε αποικία της Γερμανίας. Είναι αλήθεια ότι γίνεται, εν προκειμένω, κατά κόρον, επίκληση της «χρεοκοπίας». Φοβούνται, λένε οι αρμόδιοι, τη χρεοκοπία, και προσπαθούν να την αποφύγουν! Ωστόσο, είμαστε προ πολλού χρεοκοπημένοι, όπως κάθε χώρα που έχει μη διαχειρίσιμο χρέος, όπως εμείς, και που κρατιόμαστε στην επιφάνεια με σωλήνες, για την εξασφάλιση των οποίων το τίμημα γίνεται όλο και πιο επαχθές και απεχθές, ενώ τα χειρότερα είναι μπροστά μας, και μάλιστα χωρίς ημερομηνία λήξης. Εξάλλου, ηθελημένα παραβλέπουν αυτοί που αποφασίζουν για την τύχη μας, στο εσωτερικό της χώρας, πρώτον ότι είναι βέβαιο ότι οι εταίροι μας θα μας χρεοκοπήσουν, τη στιγμή που θα συμφέρει τους ίδιους και όχι εμάς, και δεύτερον ότι είναι, καταρχήν, προτιμότερο να είμαστε εμείς ρυθμιστές και όχι οι εταίροι μας, που αναντίρρητα χρησιμοποιούν τις διάφορες εκφάνσεις της χρεοκοπίας μας, για να σώσουν το ούτως ή άλλως ετοιμοθάνατο ευρώ. Έπρεπε, λοιπόν, να προετοιμαστούμε, να διαμορφώσουμε και σχέσεις εκτός Ευρώπης, που θα έκαναν τους εταίρους μας να μας εκτιμήσουν περισσότερο και, ίσως, να αναζητήσουν τρόπους λιγότερο εξαθλιωτικούς, για την αντιμετώπιση των προβλημάτων μας.
4. Στο βιβλίο σας μιλάτε για κατάκτηση από το ΔΝΤ. Είμαστε μια χώρα υπό κατοχή; Κι αν ναι πως γίνεται δεκάδες δημοσιογράφοι και καθηγητές συνάδελφοί σας να εκφράζουν αντίθετη άποψη;
Νομίζω ότι είναι περιττά τα επιχειρήματα, προκειμένου να δειχθεί ότι είμαστε μια χώρα υπό κατοχή. Και, μάλιστα, υπό σκληρή και εξουθενωτική κατοχή, που καταστρέφει το παρόν και το μέλλον μας. Και να προσθέσω ότι η δράση και οι συνέπειες του περάσματος του ΔΝΤ από μια χώρα ήταν παγκοίνως γνωστές στους πάντες, και χωρίς δικαιολογία αγνοίας τους. Πράγματι, το ΔΝΤ αφήνει, από όπου περνά, ερείπια και στάχτη. Αυτό ήταν οπωσδήποτε και αποδεδειγμένα σε γνώση του κ. Γιώργου Παπανδρέου, όπως προκύπτει από περιγραφική του συνέντευξη γύρω από τις οικτρές συνέπειες του ΔΝΤ, που παραχωρήθηκε σε τηλεοπτικό σταθμό, και που συνέπεσε ακριβώς με την περίοδο, των προσπαθειών του να πείσει τον κ. Στρος-Καν «να μας αναλάβει» στις θανατηφόρες δαγκάνες του. Εξάλλου, δεν είναι ευτυχώς όλοι οι δημοσιογράφοι και συνάδελφοί μου, που εμφανίζονται υποστηρικτές του Μνημονίου κλπ. Θα έλεγα ότι, αντιθέτως, αυξάνει ο αριθμός εκείνων που αναγνωρίζουν το πόσο είναι καταστρεπτική η λύση του ΔΝΤ που μας επιβλήθηκε. Και το σπουδαιότερο, ανάμεσα σ’ αυτούς, που διαφωνούν και αντιδρούν υπάρχουν ολοένα και περισσότεροι ξένοι, κυρίως Γάλλοι, που με άρθρα και με δηλώσεις τους, εξανίστανται για τα μαρτύρια του λαού μας, που είναι επιπλέον χωρίς αντίκρισμα, και υποστηρίζουν ότι πρέπει να μπει ένα τέλος το γρηγορότερο, σ’ αυτό το ελληνικό δράμα. Έχετε, όμως, δίκαιο, κύριε Κεσσόπουλε, ότι πρόκειται για εκείνη την κατηγορία δημοσιογράφων, και για εκείνους τους συναδέλφους μου, που επειδή προσκαλούνται κατά απόλυτη προτίμηση από τα μεγάλα ΜΜΕ της χώρας μας, οι απόψεις τους υπέρ του Μνημονίου γίνονται ευρύτερα γνωστές.
5. Φταίει το μνημόνιο ή οι πολιτικοί μας για την κατάσταση στην οποία έχει φτάσει η χώρα;
Και οι δύο πλευρές έχουν υπέρογκες ευθύνες. Οι πολιτικοί μας των τελευταίων 30 ετών ήταν εντελώς κατώτεροι των περιστάσεων, χωρίς φυσικά να αποκλείονται και κάποιες ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις, που όμως δεν μπόρεσαν αρκετά να διακριθούν μέσα στον υπόλοιπο συρφετό. Και το χειρότερο είναι ότι η Ελλάδα χρησιμοποιήθηκε ως πειραματόζωο, που με τη δουλικότητα των πολιτικών της, παρέσυρε στην ίδια οικτρή τύχη και τις υπόλοιπες οικονομίες του ευρωπαϊκού Νότου. Η τραγική, δηλαδή, ελληνική περίπτωση εκλαμβάνεται, κατά κάποιο τρόπο, ως «προηγούμενο» το οποίο ακολουθείται και από τα υπόλοιπα αδύναμα και προβληματικά κράτη της ευρωζώνης.
6. Θα σας πω μερικά ονόματα και θα ήθελα να χαρακτηρίσετε τα πρόσωπα με μία λέξη: Γιώργος Παπανδρέου / Γιώργος Παπακωνσταντίνου / Αντώνης Σαμαράς / Ντόρα Μπακογιάννη / Ευάγγελος Βενιζέλος.
Τι να χαρακτηρίσω κύριε Κεσσόπουλε… Οι δύο πρώτοι είναι οι αρχιτέκτονες της καταστροφικής αυτής κατάστασης, που υφιστάμεθα εδώ και δύο περίπου χρόνια. Η Ντόρα Μπακογιάννη δεν είχε και δεν έχει πρόβλημα με τα Μνημόνια. Είναι, αντιθέτως, απολύτως σύμφωνη με το περιεχόμενό τους, που δεν είναι απλώς εγκληματικών συνεπειών, αλλά είναι και εντελώς αναποτελεσματικό. Και είναι βέβαια, ξεκάθαρο ότι αυτή η απόλυτη αναποτελεσματικότητα, δεν χρήζει αποδείξεων, δεδομένου ότι οι αιματηρές μας θυσίες, οι οποίες διαλύουν την κοινωνία, την οικονομία, τη δημόσια διοίκηση, το κράτος πρόνοιας εις τα εξ ων συνετέθησαν, θα καταλήξουν το 2020, και μόνο αν είμαστε πολύ-πολύ τυχεροί, στο ίδιο ποσοστό χρέους στο ΑΕΠ, από το οποίο ξεκινήσαμε το 2009. Δηλαδή, 120%! Το οποίο, όπως είναι γνωστό, εξακολουθεί να καθιστά και το 2020 το χρέος μας μη διαχειρίσιμο, εφόσον θα είναι πολύ ανώτερο από το σχετικό όριο που είναι το 90%. Δηλαδή, 11 χρόνια ανείπωτων θυσιών, για να μας φέρουν, στη λήξη, στο ίδιο ακριβώς σημείο από το οποίο ξεκινήσαμε! Και για τον κ Ευάγγελο Βενιζέλο, τι θέλετε να πω; Ότι αδυνατώ να κατανοήσω τι μπορεί να επιδιώκει, με όλα αυτά ένας, ομολογουμένως, ευφυής άνθρωπος. Πως δηλαδή δέχθηκε να αναλάβει ένα Σισύφειο έργο, χωρίς επιπλέον και να γνωρίζει οικονομικά. Και, φυσικά, δεν είναι δυνατή η επίκληση της όποιας προσωπικής του θυσίας υπέρ του συνόλου, δεδομένου ότι διαχειρίζεται συνταγές θανάτου. Τι να πει, λοιπόν, κανείς; Όσο για τον Αντώνη Σαμαρά, όπως διαγράφονται τα πολιτικά μας πράγματα, θα μπορούσε να προσφέρει ελπίδα. Ωστόσο επειδή, πιθανότατα πιέζεται αφόρητα και πανταχόθεν, αλλά και επειδή στερείται επαρκών συμβουλών, καταλήγει συχνά σε αντιφατικές ή και σε άκρως απογοητευτικές επιλογές.
7. Έχετε φανταστεί τη ζωή με δραχμή;
Φυσικά, έχω φανταστεί και φαντάζομαι τη ζωή με τη δραχμή, κάτι που θα όφειλαν να κάνουν οι κυβερνητικοί μας, όπως άλλωστε πράττουν, εδώ και καιρό, όλες οι σοβαρές οικονομίες προκειμένου να προετοιμάσουν το έδαφος, και να ελαχιστοποιήσουν έτσι τα σχετικά προβλήματα. Κατά την κρίση μου, είναι πολύ πιθανή αυτή η εξέλιξη, δεδομένου ότι:
α) Είμαστε, ουσιαστικά, βαρίδιο για την ευρωζώνη, και κάνουν ότι μπορούν οι εταίροι μας για να μας αποβάλουν, όταν δεν θα φοβούνται πια τις επιπτώσεις στο ευρώ. Με βάση σωρεία ενδείξεων, οι εταίροι μας ετοιμάζονται να μας πετάξουν από την ευρωζώνη, με όρους που θα τους συμφέρουν, αλλά όχι κι εμάς.
β) Η ευρωζώνη είναι υπό διάλυση, και συνεπώς, σε μια τέτοια περίπτωση θα αναγκαστούμε, ούτως ή άλλως, να επανέλθουμε στα εθνικά μας νομίσματα.
γ) Η νέα μορφή της ευρωζώνης που θα συνδυάζει κυρίαρχα κράτη και δουλοπάροικους, πιθανότατα θα αποδειχθεί δυσβάσταχτη για την περίπτωσή μας, ιδιαίτερα κι αν αποκτήσουμε μελλοντικά μια άλλη κυβέρνηση.
8. Τελικά τι συνιστά λύση στην ελληνική κρίση;
Οι λύσεις είναι δύο και μόνο δύο:
α) Η πρώτη είναι να παραμείνουμε και να «σαπίσουμε» στο τωρινό καθεστώς της υποτέλειας και του διεθνούς εξευτελισμού. Εξαρτημένοι, ως ναρκομανείς στα τελευταία τους στάδια, από νέα δάνεια, τα οποία μεγεθύνουν και δεν περιορίζουν το πρόβλημα. Με ολοένα μεγαλύτερα ελλείμματα και υψηλότερο χρέος, που θα απαιτούν ολοένα και μεγαλύτερες θυσίες… με συνεχείς προσβολές στην εθνική μας αξιοπρέπεια, ότι δήθεν «είμαστε άχρηστοι και γι’ αυτό δεν επιτυγχάνει η συνταγή του ΔΝΤ», ενώ πρόκειται, φυσικά, για οφθαλμοφανώς ανεφάρμοστο πρόγραμμα, το οποίο ωστόσο μας επιβάλλεται. Με κορυφούμενη ανεργία, εγκληματικότητα και αυτοκτονίες, υπέρμετρη φτώχεια και κραυγαλέες διακρίσεις, με θνησιγενή παιδιά από ασιτία και με διόγκωση του αριθμού των νεόπτωχων και των αστέγων, με μαζική φυγή των νέων και των μορφωμένων συμπατριωτών μας, που εύλογα αναζητούν το μέλλον τους εκτός της Ελλάδας, με μέσο μισθό που δεν θα υπερβαίνει τα 400 ευρώ, με πλήρη και μη αντιστρέψιμη καταστροφή της παραγωγικής ικανότητας της χώρας. Και το πιο τραγικό; Θα έχει ξεπουληθεί το σύνολο της Ελλάδας… δεν θα είναι πια δυνατή η ανάπτυξή μας στο διηνεκές. Θα γίνουμε υπηρέτες, κηπουροί, κακοπληρωμένοι εργάτες των Γερμανών. Θα είμαστε κάτω από τη γερμανική μπότα για απροσδιόριστο χρόνο. Θα είμαστε υπήκοοι μιας γερμανικής αποικίας. Η Ελλάδα, πιθανότατα, θα διαμελιστεί. Πως και ποιοι αρμόδιοι, λοιπόν, εντός και εκτός της Ελλάδας, ενθαρρύνουν ή απλώς ανέχονται μια τέτοιας εμβέλειας καταστροφή, ευρωπαϊκής χώρας του 21ου αιώνα;
β) Η δεύτερη, από τις δύο διαθέσιμες λύσεις είναι η επιστροφή στη δραχμή, αλλά με δική μας πρωτοβουλία. Φυσικά, θα μπορούσε αυτή να είναι, απλώς, μέσο πίεσης για την εξασφάλιση ανθρώπινων όρων για την αντιμετώπιση του χρέους μας.
Η επιστροφή στη δραχμή, ιδίως αν γίνει μονομερώς από μας, και ενόσω θα διατηρείται το ευρώ, θα αποδειχθεί ασφαλώς εξαιρετικά δύσκολο και επικίνδυνο εγχείρημα. Να παρατηρήσω, ωστόσο σχετικά, ότι θεωρώ εντελώς περιττή την προσπάθεια εκτίμησης και απαρίθμησης όλων αυτών των κινδύνων και των δυσχερειών. Και τούτο, επειδή πρόκειται, σε γενικές γραμμές, για θέματα πολύ γνωστά, σε όσους γνωρίζουν οικονομικά, αλλά και επειδή επιπλέον ένα σημαντικό τμήμα τους είναι μη προβλέψιμο, εφόσον αναφέρεται σε εξέλιξη, για την οποία δεν υφίσταται προηγούμενη εμπειρία. Θα είμαστε, δηλαδή, η πρώτη χώρα που θα εκτεθεί σε μια τέτοια περιπέτεια. Αν, λοιπόν με ρωτήσετε αν είμαι υπέρ της επανόδου στη δραχμή, θα αποφύγω να σας απαντήσω, τουλάχιστον με ένα ναι ή με ένα όχι. Και τούτο, επειδή αυτή η λύση δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να εμφανίζεται ως καθαρή επιλογή για την Ελλάδα, αποκομμένη από το ευρύτερο οικονομικό περιβάλλον μέσα στο οποίο βιώνουμε. Αντιθέτως, πρόκειται για second-best. Διευκρινίζω, δηλαδή, ότι τα πολλά και σημαντικά προβλήματα της επανόδου στη δραχμή θα πρέπει να συγκριθούν με τις απάνθρωπες καταστάσεις, που αντιμετωπίζουμε σε καθημερινή βάση, καθώς και με τη βεβαιότητα ότι τα χειρότερα είναι μπροστά μας. Να συγκριθούν, ακόμη, αυτά τα αναμενόμενα προβλήματα από την επάνοδο στη δραχμή, με τη χωρίς ελπίδα τωρινή μας κατάσταση που προβλέπεται να μην έχει ημερομηνία λήξης. Από μα τέτοια σύγκριση, θα κατέληγα με πολλούς δισταγμούς το ομολογώ, στις ακόλουθες σκέψεις:
*Η επιστροφή στη δραχμή μπορεί να εμφανιστεί ως «πήδημα στο κενό», που θα μας αφήσει πληγές για 2-3 χρόνια. Η ίασή τους, ωστόσο, θα εξαρτηθεί από μας, από το πόσο γρήγορα και σε πείσμα των αντίξοων συνθηκών, θα μπορέσουμε να ισορροπήσουμε στα δυο μας πόδια. Αναφέρομαι στην ΑΝΑΠΤΥΞΗ, που θα πρέπει να επιχειρηθεί με νύχια και δόντια, αμέσως μετά την πτώση μας, στο κενό. Στην ΑΝΑΠΤΥΞΗ που μας αρνείται, παντελώς, το σχέδιο της τρόικας, και που εμφανίζεται ως η μοναδική μας σωτηρία. Σε μια ΑΝΑΠΤΥΞΗ, που υπόσχεται να αποδώσει ταχύτατα και με φαντασμαγορικό τρόπο τους καρπούς της, ύστερα από πενταετή άγρια ύφεση, στην οποία μας καταδίκασαν οι εταίροι μας. Συνεπώς, προβλέψεις για πτώση του εισοδήματός μας, κατά 50-60%, θεωρώ όχι σοβαρές και οπωσδήποτε βραχυχρόνιες, γιατί εκλαμβάνουν την κατάσταση της οικονομίας μας, ως στατική και πάντοτε υπό την επίδραση βαθιάς ύφεσης. Και είναι φανερό ότι διαφωνώ κάθετα με αντιλήψεις, ότι το κυριότερο πλεονέκτημα της πιθανής επιστροφής στη δραχμή θα είναι η δυνατότητα υποτίμησης της εξωτερικής της αξίας. Χωρίς αυτή να αποκλείεται, πιστεύω ότι οι όποιες θετικές της συνέπειες θα είναι πολύ περιορισμένες, ενώ αντιθέτως η αναπτυξιακή προσπάθεια μπορεί να είναι σωτήρια, ιδιαίτερα αν δεν έχει ήδη ξεπουληθεί το σύνολο του δημόσιου πλούτου μας.
*Για την ελαχιστοποίηση των δυσμενών συνεπειών της πιθανής επιστροφής στη δραχμή, επιβάλλεται η όσο γίνεται μεγαλύτερη αξιοποίηση των πλεονεκτημάτων, που προσφέρει η ύπαρξη ενός κυρίαρχου εθνικού νομίσματος: δυνατότητα ρύθμισης της οικονομικής δραστηριότητας, εξωτερική υποτίμηση, δημιουργία ελεγχόμενου πληθωρισμού, που θα βοηθούσε στην αποπληρωμή χρέους σε δραχμές, βελτίωση του τρόπου κατανομής του εισοδήματος κ.ά.
*Θα πρέπει, φυσικά, να έχουμε προσεκτικά και μεθοδικά προετοιμάσει την κατάσταση. Με την εξασφάλιση δανείων, από πηγές εκτός Ευρώπης, που θα διατίθενται εξ ολοκλήρου για ανάπτυξη-αρχίζοντας φυσικά από τη ρημαγμένη γεωργία μας- και όχι για αποπληρωμή τοκοχρεολυσίων, όπως τώρα. Θα πρέπει, εξάλλου, από τα πρώτα μέτρα να είναι ο δραστικός περιορισμός των ανισοτήτων κατανομής, που στην Ελλάδα, έχουν προ πολλού υπερβεί το κρίσιμο σημείο, πέρα από το οποίο συνιστούν το κυριότερο εμπόδιο ομαλής λειτουργίας της οικονομίας-όπως αναπτύσσω σε προηγούμενο βιβλίο μου με τίτλο «Η Φονική Κρίση», Εκδόσεις Λιβάνης 2010.
Είναι, βέβαια, γνωστό, ότι καλλιεργείται, στην Ελλάδα, ένας πρωτοφανής πανικός, που παραπέμπει σε τέρατα της Αποκάλυψης, σε περίπτωση επιστροφής στη δραχμή, και που εκκινεί από τα ΜΜΕ και από αρμόδιους εντός και εκτός της Ελλάδας.
Εξυπακούεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής στη δραχμή επιβάλλεται:
*Να καταγγείλουμε Μνημόνια κλπ ως επαχθή και απεχθή και να αναστείλουμε τις εξωτερικές πληρωμές, καλώντας τους εταίρους μας- αν φυσικά τότε θα το επιθυμούν- να συγκροτήσουμε από κοινού ένα νέο Μνημόνιο, με όρους που να μπορούν να υλοποιηθούν και που να κινούνται στα πλαίσια της αλληλεγγύης από την οποία οφείλουν να εμφορούνται τα μέλη της ΕΕ-ευρωζώνης.
*Να προλάβουμε δύο καταστροφές:
-πρώτον, το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας μας
-δεύτερον την υπαγωγή του χρέους μας στο αγγλικό δίκαιο, όπως επιμένουν να δεχθούμε οι εταίροι μας, για ευνόητους λόγους. Για τους ίδιους λόγους, που με όλα τα μέσα, οι εταίροι μας απαιτούν από το σύνολο των πολιτικών μας κομμάτων, συναίνεση για να περαστεί και άλλος-τελειωτικός αυτός-βρόγχος στο λαιμό του ελληνικού λαού.
Βεβαίως, δεν θα αρνηθούμε αποπληρωμή του χρέους μας. Θα πληρωθεί, όμως, με νέες δανειακές συμβάσεις, που δεν θα είναι θανατηφόρες για το λαό και τη χώρα, και που θα αναγνωρίζουν εκείνο το τμήμα του χρέους που δεν είναι επαχθές και απεχθές, που δεν έχει ήδη ξεπληρωθεί με ληστρικά επιτόκια και από το οποίο θα έχει αφαιρεθεί το γερμανικό χρέος.
9. Πως βλέπετε το μέλλον των ελληνικών πανεπιστημίων; Τι θα γίνει με το πανεπιστήμιο Μακεδονίας;
Δυστυχώς, δεν είμαι διόλου σε θέση να δω «μέλλον» οπουδήποτε, στην ελληνική επικράτεια, με την παρούσα κατάσταση. Τα ελληνικά Πανεπιστήμια, πιθανότατα θα συγχωνευθούν-για να περιοριστεί η δαπάνη- θα λειτουργούν στο μέλλον, ως ιδιωτικές επιχειρήσεις και, απλώς, θα κατασκευάζουν φθηνό και κατάλληλα εξειδικευμένο προσωπικό για τις ανάγκες του πλούσιου ευρωπαϊκού Βορρά. Οι απαιτήσεις θα μεταβάλλονται συνεχώς, και συνεπώς δεν θα υπάρχει πια το Πανεπιστήμιο των τεχνών, των γραμμάτων και των επιστημών, αλλά ad hoc προετοιμασία για τις ανάγκες των αγορών. Το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας δεν θα αποτελέσει εξαίρεση του κανόνα.
10. Όταν έγινε η διεύρυνση και είχαμε πλέον την Ευρώπη των «27», κάποιοι υποστήριζαν ότι γινόταν ένα μεγάλο βήμα προς την Ένωση της Ευρώπης ενώ κάποιοι άλλοι ότι ήταν η αρχή του τέλους για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Εσείς τι πιστεύετε και γιατί;
Είχα πολλές αντιρρήσεις για την είσοδο της Ελλάδας, και στην τότε Κοινή Αγορά, αλλά και αργότερα στην ευρωζώνη, που βρίσκονται καταγραμμένες σε άρθρα και βιβλία μου της εποχής εκείνης. Και τούτο, όχι γιατί ήμουν εναντίον της ενωμένης Ευρώπης, αλλά επειδή θεωρούσα ότι δεν είχαμε ακόμη τον απαιτούμενο βαθμό προετοιμασίας και συνεπώς η συνύπαρξή μας με περισσότερο ανεπτυγμένες οικονομίες, στην ίδια οικονομική ένωση, θα ήταν πολλαπλώς επικίνδυνη για μας. Αναφορικά με τις διευρύνσεις, που έφθασαν τελικά τα 27 μέλη, πίστευα και πιστεύω ότι πολλά απ’ αυτά δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις εισόδου τους, αλλά έγιναν δεκτά επειδή εξασφάλιζαν νέες αγορές για τα προϊόντα του πλούσιου ευρωπαϊκού Βορρά. Και ειδικά για τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, οι φόβοι μου ότι χρησιμοποιήθηκαν για την κατεδάφιση του κράτους πρόνοιάς τους, ως παράδειγμα προς μίμηση και των υπολοίπων κρατών-μελών αποδείχθηκαν, δυστυχώς, σύμφωνοι με την πραγματικότητα.
11. Γερμανία – Γαλλία εμφανίζονται ως τα πρώτα βιολιά στην ευρωζώνη που σχεδόν ταυτίζεται με την ΕΕ. Η συμμαχία αυτή είναι στέρεη; Θα κρατήσει ή θα οδηγήσει σε σύγκρουση των δύο αυτών μεγάλων δυνάμεων;
Θεωρώ δραματική αυτή τη συμμαχία, γιατί η Γαλλία που έχει σαφέστατες αντιρρήσεις για τη γερμανοποίηση της Ευρώπης φαίνεται να πιστεύει ότι η έκφρασή τους δεν θα την ωφελήσει. Γι’ αυτό και ακολουθεί, κατά πόδας τη Γερμανία, που μεταλλάσσει την Ευρώπη σε Ενωμένες Πολιτείες της Γερμανίας. Η συμμαχία αυτή, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι στερεή γιατί η Γερμανία δεν θεωρεί τη δημοσιονομική κατάσταση της Γαλλίας ως ικανοποιητική, αλλά την χρησιμοποιεί για να διασκεδάζεται το κακό ευρωπαϊκό παρελθόν της, και για να αποφεύγονται παραλληλισμοί με το παρόν, που κατά κάποιο τρόπο επαναλαμβάνεται. Γι’ αυτό και πιστεύω ότι δεν πρόκειται για συμμαχία διαρκείας, οι συνέπειες του τέλους της οποίας θα εξαρτηθούν από το κατά πόσο θα έχουν προχωρήσει τα γερμανικά σχέδια. Αυτά, δηλαδή, που αποτελούν συνέχεια των δύο αιματοβαμμένων πολέμων, με τους οποίους η Γερμανία επιχείρησε, ανεπιτυχώς, να κατακυριεύσει την Ευρώπη. Θα είναι τραγικό αν το γερμανικό αυτό όνειρο υλοποιηθεί αυτή την τρίτη φορά, με τη βοήθεια «οικονομικού πολέμου λιτότητας».
«Όλη η αλήθεια για χρέος και ελλείμματα και πως θα σωθούμε»
Εκδόσεις ΙΑΝΟS, 2011
Σελ. 288
Τιμή: 13,90€
Διαστάσεις:17 cmΧ24 cm
Μαρία Νεγρεπόντη – Δελιβάνη: αριστούχος απόφοιτος της Σχολής ΝΟΕ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Με υποτροφία της γαλλικής κυβέρνησης έκανε τις μεταπτυχιακές της σπουδές στη Σορβόννη του Παρισιού από όπου έλαβε το Κρατικό Διδακτορικό Δίπλωμα Οικονομικών Επιστημών με άριστα και έπαινο. Η διδακτορική της διατριβή εκδόθηκε με δαπάνες του CNRS της Γαλλίας και δημοσιεύθηκε στη γαλλική σειρά SEDES. Σπούδασε, επίσης, και έκανε έρευνα στα Πανεπιστήμια London School of Economics, Berkeley (ΗΠΑ), και στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο της Φλωρεντίας (Fiesole).
Υφηγήτρια στο ΑΠΘ και καθηγήτρια Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Σύμβουλος στον ΟΟΣΑ Παρισιού, αντιπρόεδρος της Διεθνούς Ένωσης Οικονομολόγων Γαλλικής Γλώσσας και του CEDIMES. Πρόεδρος Επίτιμων Διδακτόρων του Πανεπιστημίου Valahia της Ρουμανίας, πρόεδρος του «Ιδρύματος Δημήτρη και Μαρίας Δελιβάνη». Υπήρξε η πρώτη Ελληνίδα πρύτανης, και εκλέχτηκε τρεις φορές στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας της Θεσσαλονίκης. Το βιογραφικό της σημείωμα είναι δημοσιευμένο στις εκδόσεις Who is Who. Τιμήθηκε με την απονομή του τίτλου της Επίτιμης Διδάκτορος από τα Πανεπιστήμια Δημόκριτος (Θράκη), Valahia (Ρουμανία), Kainar (Almaty-Kazakhstan), Barnaoul-Altai στη ρωσική Σιβηρία και Annaba (Αλγερία). Έχει βραβευθεί με πρώτο βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών για το βιβλίο της, περί της περιφερειακής ανάπτυξης της Ελλάδος, είναι επίτιμη δημότης της Κομοτηνής και τιμήθηκε με 4 χρυσά μετάλλια της Ιεράς Μητρόπολης Θεσσαλονίκης, για την κοινωνική της δράση, με την επιλογή της ως Jean Monnet Fellow, στο Ευρωπαϊκό Παν/κό Ινστιτούτο της Φλωρεντίας και με πρόσκληση για επίσημη επίσκεψη στο State Department των ΗΠΑ.
Με διάταγμα της 17ης Ιουλίου 2008, και με υπογραφή του προέδρου της Γαλλίας Nicolas Sarkozy της απονεμήθηκε το γαλλικό παράσημο του εθνικού τάγματος του ιππότη της Legion d’ Honneur. Από το 2010 είναι επίτιμο μέλος της Ακαδημίας Επιστημών της Ρουμανίας.
Έχει προσκληθεί για μαθήματα, διαλέξεις και έρευνα από τα πανεπιστήμια της Ουάσιγκτον, Νέας Υόρκης, Παρισιού, Ρώμης, Βόννης, Μασσαλίας, Φλωρεντίας, Τεργέστης, Σόφιας, Μπρατισλάβας, Βαρσοβίας, Κρακοβίας, Μελβούρνης, Buenos Aires, Κόρντομπα, Rio de Janeiro, Ν. Κορέας, Port de Prince, Υaoude, Αλματυ (Καζακστάν), Ριγέκα (Κροατία), Fribourg (Ελβετία), Targoviste (Ρουμανία). Έλαβε μέρος ως εισηγήτρια, διοργανώτρια και πρόεδρος σε αναρίθμητα διεθνή συνέδρια ανά την υφήλιο. Της ανατέθηκε ερευνητικό έργο από την ΥΠΑΒΕ, το CNRS του Παρισιού, το ΕΚΚΕ, τον ΟΟΣΑ Παρισιού, το ΝΑΤΟ, το ΙΜΧΑ, το ΚΕΠΕ, τον ΕΟΜΜΕΧ, το Ευρωπαϊκό Παν/κό Ινστιτούτο της Φλωρεντίας, το Παν/μιο Μακεδονίας. Το δημοσιευμένο έργο της ανέρχεται σε 46 συγγράμματα, μελέτες, μονογραφίες και έρευνες, και σε 650 επιστημονικά άρθρα στα ελληνικά, γαλλικά, αγγλικά, ισπανικά, ρουμανικά και ρωσικά, και έχει τιμηθεί με πρώτα βραβεία, επαίνους και σωρεία βιβλιοκρισιών και αναφορών. Σε συνεργασία με τα ΜΜΕ, και με κομματική αποστασιοποίηση, συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση κοινής γνώμης, για τα επίκαιρα οικονομικά θέματα. Οι πολλές χιλιάδες φοιτητών και οι πολυπληθείς διδάκτορες, υπό την επίβλεψή της, έχουν στελεχώσει ΑΕΙ της Ελλάδος και του εξωτερικού, καθώς και τον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα.














