
Γράφει η Κατερίνα Κονιδάρη / ψυχολόγος – ψυχοθεραπεύτρια
Δεν θα με εξέπληττε αν ήταν η αμέσως επόμενη περισσότερο χρησιμοποιούμενη ευχή – κατάρα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μετά το καλά Χριστούγεννα ή καλό Πάσχα. «Καλός ψόφος».
Υποτίθεται ότι λειτουργεί σαν έντονη τοποθέτηση κάποιου απέναντι σε κάποιο ζήτημα ή πρόσωπο, δεν είναι όμως απλώς μια έκφραση θέσης. Είναι συμβολικό δημιούργημα και όσο και αν χάνει την ισχύ του από την υπερβολική του χρήση, διατηρεί, αν το προσέξει και ειδικά αν αφεθεί να το νιώσει κανείς, τις ιδιότητες της κατάρας και του επιτελεστικού λόγου – του λόγου δηλαδή που έχει τη συμβολική δύναμη να συντελεί στην πραγματοποίηση αυτού που εκφέρει.
Σε ένα πρώτο επίπεδο φαίνεται να είναι μια εκτόνωση, δυσανάλογη όμως σε σχέση με το ερέθισμα που την προκάλεσε. Συνήθως δεν υπάρχει προσωπική εμπλοκή ή κάποιου είδους απειλή που θα δικαιολογούσε ένα έντονα βιωμένο συναίσθημα για αυτόν που απευθύνει έναν «ψόφο» σε κάποιον άλλο. Υπάρχει περισσότερο ο ρόλος: «παίζω ότι έχω αυτό το συναίσθημα». Μέσα από αυτό, έτσι εύκολα, λέει τα λόγια του ρολού σε μια συζήτηση, έχει την αντίδραση που θεωρεί ότι οφείλει να έχει απέναντι σε ένα πρόσωπο ή γεγονός και ταυτίζεται με τη συλλογικότητα που επιθυμεί, με τους από εδώ, ή τους από εκει˙ ο ψόφος κολλάει παντού.
Σε ένα βαθύτερο επίπεδο, ακριβώς επειδή φέρει τη φόρτιση του συμβολικού και είναι λόγος επιτελεστικός, αμφισβητεί την ιεραρχική σχέση ανάμεσα σε αυτόν που καταριέται τον «ψόφο» και σε αυτόν στον οποίο απευθύνεται. Ο αδύναμος καταφεύγει στη δύναμη της κατάρας και με την εκστόμισή της ανατρέπει τη σχέση ισχύος. Έκτος όμως από αυτό, αμφισβητεί και οποιονδήποτε κρίνει με βάση τις κοινωνικά αποδέκτες πρακτικές επικοινωνίας, είναι αυθάδης, φωνασκεί «Δημοκρατία έχουμε, λέω ό,τι θέλω», είναι λόγος αυτάρκης, δεν έχει ανάγκη καμία διαλογική διαδικασία και απλώς αναμένει την επιτέλεση.
Ο «καλός ψόφος» όμως έχει και μια ξεχωριστή χροιά, πολύ χαρακτηριστική της παθητικοεπιθετικής στάσης των χρηστών των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. «Γιατί, τι είπα;», θα σου αντιτείνει αυτός που το έγραψε, «καλό θάνατο ευχήθηκα. Τι, επειδή τον είπα ψόφο; Και πάλι θάνατος είναι, σε πείραξε η λέξη ψόφος;». Δείγμα ότι έχει μάθει να παίζει το ρόλο καλά. Κι αν πεθάνει ο ίδιος, τότε όλοι θα πούμε «για δες, τιμωρία, γι αυτό που ευχόταν στους άλλους», μια παραλογή θέση, δείγμα όμως του πόσο ριζωμένη είναι υποσυνείδητα η λειτουργία μιας αθώας κατάρας.














