«Θα γίνω μέρα που θα ‘ρθει και άνοιξη στο λουλούδι
μες το γκρεμό σου αντίλαλος και πιο βαθύ τραγούδι,
στη μαχαιριά που πέφτει.
Πάντα θα ξημερώνει
Τι είναι ζωή;Τι μη ζωή; Και τι το ανάμεσό τους;
Ένα φωσάκι αγέννητο μες την καρδιά του σκότους.
Πάντα θα ξημερώνει…”
Μία ακόμη ανατολή είδα στην αγκαλιά σου… είδες;
Κι έτσι αναθυμήθηκα πως είναι τα παιδικά όνειρα. Οι παιδικές ελπίδες. Εκείνες που πετώντας πέτρες στην θάλασσα -μακρύτερα ποιός θα ρίξει;-αποτελούσαν τους στόχους μίας μέρας και ενός δειλινού.
Κατηφόριζα με το ποδήλατο στο κακοτράχαλο δρομάκι για να δω τη δύση που τόσο αγαπώ.
Σούρουπο στα καλοκαιρινά σοκάκια με τα χτυπημένα γόνατα και τα κοντά παντελόνια που τα χρώματά τους λαμπύριζαν στον αχνοφώς του ήλιου, που μας χαιρετούσε πάντα πιστός στο ραντεβού του.
Ανάκατα μαλλιά μαζί με ιδρώτα από το παιγνίδι και την ένταση μήπως με δεις και μου χαμογελάσεις. Για να έχει νόημα η μέρα και η νύχτα. Να βρω τον τρόπο να σου πιάσω το χέρι να μην με προδώσεις σ’ αυτή την ακατάπαυστη διάσταση, που έχουν οι παιδικοί έρωτες.
Οι πιο δυνατοί και μακρυνοί. Μου είπες: “Να είμαστε εδώ να βλέπουμε τον ορίζοντα…”. Και το χαμόγελό σου έσβησε την φωνή που κρατούσες σε μία ανάσα για να μου πεις την τελευταία λέξη.
Πολλά τα ανείπωτα και τα ανομολόγητα. Πολλές οι στιγμές που ήθελα να σου φέρω στις χούφτες μου τη θάλασσα που τόσο αγαπάς.
Κι εσύ εκεί να σπρώχνεις τα μαλλιά μου πίσω να δεις το χρώμα των συναισθημάτων στα μάτια μου.
Τι καλοκαίρια φωτεινά με την διαδρομή μιας εξομολόγησης που ποτέ δεν έγινε γιατί ξέχασα κάποια γράμματα στο συλλαβισμό και προδώθηκα.
Θα μου έφερνες τον ήλιο αλλά δεν σ’ άφησα. Μην καείς. Καίει η αγάπη και πονά.
Και επιστρέφει πάντα. Χωρίς να σου λέει πότε.
Άραγε πως είναι ο ήχος των λέξεων που δεν έχουμε πει;
Πως είναι τα καλοκαίρια που δεν είχαμε βρεθεί;
Πως είναι το μισό φιλί που κρέμασε στο στόμα σου κι ακόμη δεν το πήρα;
Πως είναι να’ σαι παιδί και ν’ αγαπάς;
Πως είναι να ξεχνιέσαι χωρίς να μετράς παρά μόνο τ’ άστρα κάνοντας την ευχή που ποτέ δεν ξέρεις αν θα γίνει αλλά την επαναλαμβάνεις γιατί χωρίς ευχές πως θα βρει τρόπο να τρυπώσει η ελπίδα;
Κάθε βράδυ παίρνω το δρόμο για το όνειρο χωρίς να ξέρω αν είναι τώρα ή τότε ή ποτέ.
Μια άχρονη σχέση που δεν κατάλαβα πως κούμπωσε στην ψυχή μου. Και έγινε σταυρουδάκι που δεν αφήνει να φωλιάσει φόβος.
Ποτέ δεν έβλεπα ανατολές. Ώσπου τις είχα μπροστά μου και δεν το έσκασα όπως έκανα στα πριν χρόνια.
Σαν παιδί αναδιέταξα το σώμα μου για να πάρω ανάσα πριν χαθώ στο φώς της μέρας που μαζί σου ξάνοιγε ορίζοντες. Να αυτό είναι ένα κομμάτι ουρανού που δεν ξοδεύτηκε και μας περίμενε.
Σε αυτό το κομμάτι ανοίγω βήματα στο παρελθόν στο τώρα, και στο μετά.
Γιατί τελικά πάντα θα… ξημερώνει.
(Η ιστορία είναι για εσένα Κ.)















