
Γράφει ο Τάσος Ρέτζιος / δημοσιογράφος / retziostassos@gmail.com
Από το απόγευμα διαβάζω σχόλια και κείμενα πρώην συναδέλφων μου στον «Αγγελιοφόρο». Αφορμή η ανακοίνωση περί παύσης πληρωμών και κατάθεσης αίτησης πτώχευσης. Αιτία μια (λιγότερη ή περισσότερο) βαθιά πληγή για τον καθένα και σημαινόμενο μια γενική αποτυχία μιας μεγάλης επιχείρησης (δίσημο αυτό), ενός κλάδου (sic) μιας πόλης.
Τα δικά μου «δάκρυα» τα έχυσα γι’ αυτήν την εφημερίδα όταν ακόμα στεκόταν στα πόδια της και μου είναι λιγάκι δύσκολο να σκουπίσω μερικούς κροκόδειλους σήμερα που οδύρονται. Οι πληγές είδα πως επουλώνονται γρήγορα, αρκεί να μη μείνεις στην αναπόληση και να προχωρήσεις – αυτό για μερικούς άξιους συναδέλφους που είχαν απομείνει εκεί. Άρα, σ’ αυτό το κείμενο που μου ζήτησε ο Γιάννης («αντίπαλος» στο απέναντι συγκρότημα, σ’ έναν «ανταγωνισμό» που μας άφησε όλους πλουσιότερους και σοφότερους) ας αφήσω στην άκρη την πίκρα, την απογοήτευση και την οργή όσων έμειναν. Ας αφήσω και τις ευκολίες της αναζήτησης των σφαλμάτων, των ευθυνών και της απαξίωσης, γιατί θα χαλάσουμε πολλών τις καρδιές, τις βεβαιότητες και τη νοοτροπία – άλλωστε τι να πρωτοπεί κανείς;
Μένω μονάχα και τηλεγραφικά στην τριπλή γενική αποτυχία, τονίζοντας εκ των προτέρων ότι πολλοί πήραμε πολλά όλα αυτά τα χρόνια από τον «Αγγελιοφόρο» και προσωπικώς νιώθω ευγνώμων. 16 χρόνια δεν είναι και λίγα…
Η επιχείρηση
Είδα από κοντά πώς στήνεται μια εφημερίδα, όχι για κάποιον άλλο λόγο, αλλά επειδή είχα πολλές ελλείψεις ξενυχτούσα στο κτίριο για να τις καλύψω και να γίνω δημοσιογράφος – μέχρι τότε ήμουν λίγο γραφιάς και λίγο ακτιβιστής, γνώσεις που σήμερα μου στέκονται και με φροντίζουν τρόπον τινά. Οπότε παρών σε συζητήσεις κάπως ιδιαίτερες, παρών και σε ανορθόδοξες μεθόδους, παρών και σε μια παρέλαση απίθανων και πιθανών τύπων.
Συμπέρασμα; Τούτη η επιχείρηση (προσοχή: όχι η εφημερίδα) σπάνια είχε σαφή στοχοθεσία, στρατηγική και τακτική. Έτσι, από το συγκρότημα πέρασαν ευσταλείς αναμορφωτές, καλλίπυγες εκσυγχρονίστριες, θρασίμια και μειράκια, κατέθεταν ιδέες, τις δοκίμαζαν, έπαιρναν το κατιτίς τους και την άγουσα. Έμενε μονάχα μια σπαστή διαδρομή χωρίς έρμα και με ολοένα και πιο κουρασμένους αλπινιστές – εργαζόμενους. Από τους τελευταίους ξεθώριαζε σταδιακά η φόρα, ο ενθουσιασμός και τα κουράγια, ειδικά όταν οι «επενδυτές» έγιναν πολύ γρήγορα… λαγοί.
Πολλά όνειρα, πολλές φωνές και ως συνήθως όταν πας προς πολλές κατευθύνσεις ξεχνάς τον τελικό προορισμό. Άσε που μπορεί να γυρίσεις πίσω και να δεις ότι δεν σε ακολουθεί κανείς – χάθηκαν κι αυτοί στις αλλαγές διαδρομών.
Σημείωση –αποκάλυψη – αυτοκριτική: όταν σχεδιαζόταν η εφημερίδα, θρυλείται πως εις εκ των εκδοτών, αφού είδε το σχεδιασμό επί χάρτου και το «πλάνο» επενδύσεων, ρώτησε εντόνως, «και πότε παίρνω εγώ λεφτά;». Τούτη η ανεκδοτολογική αναφορά προσέφερε για χρόνια χαμόγελα και σχόλια στις διάδρομες κουβέντες μας, αλλά πλέον θεωρώ πως ήταν η πιο ουσιαστική τοποθέτηση τούτης της επιχείρησης: η επιχείρηση πρέπει να βγάζει λεφτά!
Ο κλάδος
Ο δημοσιογραφικός εννοώ. Γιατί σ’ αυτό το συγκρότημα δεν ήταν ο μεγαλύτερος και ειλικρινά δεν ξέρω αν αυτό είναι περίεργο. Μπορεί και να ήταν, αλλά όχι πια…
Αυτός ο κλάδος λοιπόν, εμείς δηλαδή, οι δημοσιογράφοι, αν και μιλήσαμε αρκετές φορές για πολλά, διστάσαμε να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Τι είδους συναδελφική αλληλεγγύη ήταν αυτή που υπερασπιζόταν εργαζόμενους εμφανώς ακατάλληλους και όχι θέσεις εργασίας; Τι είδους ανθρωπιά ήταν αυτή που δεν δεχόταν όχι απομακρύνσεις, αλλά ούτε καν αλλαγές αντικειμένου, ανθρώπων μάλλον περιττών αναπαράγοντας ένα κλειστό κύκλωμα και εμποδίζοντας φρέσκο αεράκι νέων ανθρώπων να φυσήξει; Τι είδους αλληλεγγύη ήταν αυτή που σεβόταν γερασμένα και κουρασμένα μυαλά κι έβαζε τρικλοποδιές σε αγχωμένα ταλεντάκια που χαλούσαν τη σούπα;
Ξέρω, αυτά ακούγονται πικρά (και μάλλον γνώριμα σε πολλούς εργασιακούς χώρους), αλλά στο τέλος οδήγησαν σε μια επιχείρηση που άφηνε να φεύγουν με εθελουσία σημαντικά στελέχη της, απέλυε με κοινωνικά κριτήρια (ενώ στην αρχή προσλάμβανε με… κοινωνικές γνωριμίες) και κρατούσε όσους δεν μπορούσε να διώξει, όχι όσους ήθελε ή ήταν καλό για την επιχείρηση. Μια ιδιωτική επιχείρηση με μάνατζμεντ δημόσιας υπηρεσίας πόσες ελπίδες είχε να αποφύγει τη συνολική δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία;
Όσο και στο βαθμό που την απέφυγε ο «Αγγελιοφόρος» το χρωστάει σε μερικούς ευσυνείδητους και πολύ καλούς επαγγελματίες – κάποιους από τους οποίους τώρα τους κερνάει ακόμα ένα πικρό ποτήρι πετώντας τους έτσι..
Η πόλη
Ξέρετε πόσο πουλούσε ο «Αγγελιοφόρος» τελευταία; Πολύ λίγα, πάρα πολύ λίγα… Η άλλη εφημερίδα της πόλης, η «Μακεδονία» κι αυτή δεν πουλάει πολλά. Αλλά και οι αθηναϊκές τι νομίζετε ότι πουλάνε; Κάποιες λίγες χιλιάδες άνθρωποι στη Θεσσαλονίκη κάνουν τον κόπο να αγοράσουν εφημερίδα σήμερα.
Να δεχτώ όλα τα επιχειρήματα: κρίση, απαξίωση, διαδίκτυο κλπ κλπ. Πάλι τα νούμερα δεν βγαίνουν, είναι εξωφρενικά μικρά! Είναι όπως το αγαπημένο μου παράδειγμα, όλοι μιλάμε για το Φεστιβάλ Κινηματογράφου, αλλά κανείς δεν ξέρει ποια ταινία βραβεύτηκε πέρυσι, πόσο μάλλον αν παίζεται σε καμιά αίθουσα. Τόση ενέργεια στην πόλη, τόση δημιουργικότητα, start up, ευκαιρίες και κρίση κλπ κλπ, γιατί δεν βρήκε την αποτύπωση σε μια υγιή, επιχειρηματική κίνηση που θα κυκλοφορεί μια αξιόπιστη εφημερίδα για την πόλη, από την πόλη; Να την αγοράζουν και ουσιαστικά να την χρηματοδοτούν οι πολίτες – ούτε η «διαπλοκή», ούτε το «μεράκι» της παρέας.
Ξέρετε τι λέω; Η Θεσσαλονίκη στην πραγματικότητα δεν θέλει τέτοιου είδους υγιείς κινήσεις. Προτιμάει να βαυκαλίζεται και να τσαλαβουτάει στα απόνερα της έμπνευσης, της δημιουργίας και της ενημέρωσης, παρά να ιδρώσει, να γλιστρήσει και να πέσει. Γιατί, εδώ, κανείς πλέον δεν έχει τη δύναμη να σηκωθεί. Λέω λοιπόν οι πεσόντες να μείνουν ξαπλωμένοι για να μην κρύβουν και τον ορίζοντα, μπας και δούμε κανέναν όρθιο να βαδίζει προς το μέρος μας…
ΥΓ: Αυτά τα έγραψα έχοντας πάντα μπροστά μου πρόσωπα συναδέλφων που δούλεψα και έζησα μαζί τους. Θα έλεγα ότι η σκέψη μου είναι μαζί τους, αλλά ξέρω ότι άλλα πράγματα χρειάζονται τώρα, όπως δύναμη και κουράγια…













