Γράφει η Άντζελα Ζιούτη / angelaziouti@yahoo.gr
Το διαμέρισμα το βρήκε εύκολα. Ο ταξιτζής πάρκαρε ακριβώς στην είσοδο της πολυκατοικίας, αφού βέβαια του έδωσε πρώτα την ακριβή διεύθυνση. Πάτησε το κουδούνι που αντί για όνομα είχε κολλημένο ένα κόκκινο σελοτέιπ και της άνοιξε μια γυναίκα γύρω στα πενήντα, χοντρή με πασουμάκια και πολλά φυλακτά κρεμασμένα στο λαιμό της. Της έκανε έναν καφέ ελληνικό, για να γυρίσει μετά το φλιτζάνι. – “Μέχρι να το πιεις, θα έχω τελειώσει με την κοπέλα” είπε και ανακάτεψε την τράπουλα ταρώ ανάμεσα στα δάκτυλα της.
Το κατακάθι έπεσε μπόλικο στον πάτο του φλιτζανιού. Στεναχώρια σημαίνει. Αχ, πως να μην έχει ντέρτια: μετά από έντεκα χρόνια γάμου τα χώρισαν τα τσανάκια τους, χρωστάει της Μιχαλούς σε δάνεια και κάρτες και πριν έναν μήνα την απέλυσαν και από τη δουλειά. Το παρόν μοιάζει με ένα σπαρμένο χωράφι που το πλάκωσαν οι ακρίδες και το μέλλον δε φαίνεται καν από τα “μαύρα σύννεφα” των τελευταίων οικονομικοπολιτικών εξελίξεων.
Κι όμως θέλει να ξέρει: τι θα γίνει αύριο; θα βρει δουλειά για να τα φέρει βόλτα με τα έξοδα; Ρεύμα, νερό, πετρέλαιο; Βάλε και τα φροντιστήρια των παιδιών …. Και ο άντρας της; Θα γυρίσει πάλι σε αυτήν; Ή του τα πήρε τα μυαλά η εικοσιπεντάρα από την Ουκρανία..
– “Ποιος είναι το γάμα που έχεις το φλιτζάνι; Γιώργος; Γιάννης;” τη ρώτησε σε λίγο το μέντιουμ. “Γιώργος. Ο άντρας μου … πού βρίσκεται;” απάντησε με αγωνία. “Σε γυρνάει την πλάτη. Δε βλέπω επανασύνδεση. Πάντως αν θες μπορώ να τον φέρω πίσω … να … θα κάνω ένα ευχέλαιο. Θα σου κοστίσει 500 ευρώ, τώρα με την κρίση….”. Η γυναίκα έσκυψε το κεφάλι και μουρμούρισε: “Μήπως λέει το φλιτζάνι, αν μου έρχονται από κάπου λεφτά; Γιατί εδώ και μερικούς μήνες είμαι άνεργη”.














