Στο φλιτζάνι σου “βλέπω” λεφτά

0
732

Γράφει η Άντζελα Ζιούτη / angelaziouti@yahoo.gr

Το διαμέρισμα το βρήκε εύκολα. Ο ταξιτζής πάρκαρε ακριβώς στην είσοδο της πολυκατοικίας, αφού βέβαια του έδωσε πρώτα την ακριβή διεύθυνση. Πάτησε το κουδούνι που αντί για όνομα είχε κολλημένο ένα κόκκινο σελοτέιπ και της άνοιξε μια γυναίκα γύρω στα πενήντα, χοντρή με πασουμάκια και πολλά φυλακτά κρεμασμένα στο λαιμό της. Της έκανε έναν καφέ ελληνικό, για να γυρίσει μετά το φλιτζάνι. – “Μέχρι να το πιεις, θα έχω τελειώσει με την κοπέλα” είπε και ανακάτεψε την τράπουλα ταρώ ανάμεσα στα δάκτυλα της.

Το κατακάθι έπεσε μπόλικο στον πάτο του φλιτζανιού. Στεναχώρια σημαίνει. Αχ, πως να μην έχει ντέρτια: μετά από έντεκα χρόνια γάμου τα χώρισαν τα τσανάκια τους, χρωστάει της Μιχαλούς σε δάνεια και κάρτες και πριν έναν μήνα την απέλυσαν και από τη δουλειά. Το παρόν μοιάζει με ένα σπαρμένο χωράφι που το πλάκωσαν οι ακρίδες και το μέλλον δε φαίνεται καν από τα “μαύρα σύννεφα” των τελευταίων οικονομικοπολιτικών εξελίξεων.

Κι όμως θέλει να ξέρει: τι θα γίνει αύριο; θα βρει δουλειά για να τα φέρει βόλτα με τα έξοδα; Ρεύμα, νερό, πετρέλαιο; Βάλε και τα φροντιστήρια των παιδιών …. Και ο άντρας της; Θα γυρίσει πάλι σε αυτήν; Ή του τα πήρε τα μυαλά η εικοσιπεντάρα από την Ουκρανία..

– “Ποιος είναι το γάμα που έχεις το φλιτζάνι; Γιώργος; Γιάννης;” τη ρώτησε σε λίγο το μέντιουμ. “Γιώργος. Ο άντρας μου … πού βρίσκεται;” απάντησε με αγωνία. “Σε γυρνάει την πλάτη. Δε βλέπω επανασύνδεση. Πάντως αν θες μπορώ να τον φέρω πίσω … να … θα κάνω ένα ευχέλαιο. Θα σου κοστίσει 500 ευρώ, τώρα  με την κρίση….”. Η γυναίκα έσκυψε το κεφάλι και μουρμούρισε: “Μήπως λέει το φλιτζάνι, αν μου έρχονται από κάπου λεφτά; Γιατί εδώ  και μερικούς μήνες είμαι άνεργη”.


Προηγούμενο άρθροΤο τραγούδι της ημέρας / “Ψύχραιμα”
Επόμενο άρθροΗ πτώση της μεσαίας τάξης και το μέλλον της Δημοκρατίας
Γεννήθηκα το Φεβρουάριο του ’68 στη Θεσσαλονίκη. Η μαμά λέει ότι εκείνη τη μέρα, χιόνιζε πολύ. Η συγκοινωνία είχε σταματήσει και το ολόλευκο αστικό τοπίο διακόπτονταν από τις βαθιές πατημασιές των περαστικών. Στην ίδια πόλη μερικά χρόνια μετά σπούδασα οικονομικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Από τα οικονομικά όμως αγάπησα πιο πολύ την ποίηση. Τον Λειβαδίτη, τον Καρούζο, τον Πρεβέρ. Γιατί η επιστήμη σε μαθαίνει πως να κουμαντάρεις τα λεφτά. Ενώ η ποίηση πως να κουμαντάρεις τη ψυχή. Το 1999 εκδόθηκε η συλλογή μου «Ο Θεός κατοικεί σε ουρανοξύστη, 31 ποιήματα της πόλης» από τον Παρατηρητή. Λίγο αργότερα το 2003 κυκλοφόρησε από τα Ελληνικά Γράμματα «Η Αρχιτεκτονική των σιωπηλών ημερών». Το πρώτο μου μυθιστόρημα εκδόθηκε από τη Φερενίκη το 2009 με τον τίτλο «Ο ήλιος στο πάτωμα». Προφητικός τίτλος για μια χώρα που κατρακύλησε κατόπιν στο ναδίρ. Αρθρογραφούσα στην Karfitsa και τώρα στο Thinkfree. Ευτυχώς που η σκέψη δεν είναι Μερσεντές να κατασχεθεί. Γιατί εδώ σκεφτόμαστε ακόμη. Ελεύθερα.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.