Γράφει ο Γιάννης Βαϊτσαράς / Κλινικός ψυχολόγος-ψυχαναλυτής / yanvaits@yahoo.fr
28 Σεπτεμβρίου 1918
Αγαπητοί συνάδελφοι,
Ποτέ δεν καμαρώναμε για την πληρότητα και την τελειότητα των γνώσεων και των ικανοτήτων μας. Όπως παλιότερα έτσι και τώρα είμαστε πάντα πρόθυμοι να παραδεχτούμε τις ατέλειες της γνώσης μας, να μάθουμε κάτι καινούργιο και να αλλάξουμε στη μέθοδό μας ό, τι μπορεί να αντικατασταθεί με κάτι καλύτερο.
(…) Βάλαμε στόχο της ιατρικής μας δραστηριότητας να βοηθήσουμε τον νευρωτικό να γνωρίσει τις ασυνείδητες, απωθημένες τάσεις που υπάρχουν μέσα του και, για το σκοπό αυτόν να αποκαλύψουμε τις αντιστάσεις που αντιδρούν στην διεύρυνση της γνώσης του εαυτού του. Αποκαλύπτοντας όμως αυτές τις αντιστάσεις πετυχαίνουμε άραγε και το ξεπέρασμά τους; Ασφαλώς όχι πάντα. Ελπίζουμε όμως να πετύχουμε αυτό τον στόχο εκμεταλλευόμενοι την μεταβίβαση του ασθενή στο πρόσωπο του γιατρού, και να του μεταδώσουμε την πεποίθησή μας ότι οι απωθήσεις που συνέβησαν στην παιδική του ηλικία είναι άσκοπες. Και ότι μια ζωή που ακολουθεί συνέχεια την αρχή της ηδονής είναι αδύνατη. Σε άλλο σημείο περιέγραψα τις δυναμικές της νέας σύγκρουσης, δια μέσω της οποίας οδηγούμε τον άρρωστο και η οποία αντικαθιστά την προηγούμενη σύγκρουση, που είχε σαν αποτέλεσμα την αρρώστια.
Την εργασία αυτή, δια μέσω της οποίας οδηγούμε στη συνείδηση του άρρωστου τα απωθημένα ψυχικά στοιχεία που βρίσκονται μέσα του, την ονομάσαμε ψυχανάλυση.
(Απόσπασμα από την εισήγηση του Σίγκμουντ Φρόιντ στο Πέμπτο διεθνές ψυχαναλυτικό συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στη Βουδαπέστη λίγο πριν το τέλος του πρώτου παγκόσμιου πολέμου).
Η παρεξηγημένη θεωρία του Φρόιντ δυσκολεύτηκε να βρει την θέση της ανάμεσα στις επιστήμες, αλλά επηρέασε και βοήθησε ουσιαστικά την εξέλιξη της ψυχιατρικής και της αντίληψης για την ανθρώπινη ύπαρξη.
Ανάμεσα σε επιστήμη και τεχνική προσεγγίζει την υπόσταση του ανθρώπου καθιστώντας την σχέση με τον Άλλον κεντρικό πυρήνα της ψυχικής ζωής: Αφ’ ενός πηγή ευχαρίστησης και ζωής, αφ’ ετέρου αιτία εμφάνισης των ανεπιθύμητων συμπτωμάτων.
Ψυχανάλυση η επιστήμη του άλλου. Στην ψυχαναλυτική σχέση ανάμεσα σε αναλυόμενο και ψυχαναλυτή (αυτό που στο απόσπασμα που σας διάβασα στην αρχή ο Φρόιντ ονομάζει «μεταβίβαση του ασθενή στο πρόσωπο του γιατρού»), ο υποτιθέμενος επιστήμων, εκείνος που υποτίθεται πως «επίσταται», πως ξέρει, στην πραγματικότητα είναι ανίδεος. Δεν ξέρει τίποτα, αντίθετα, οφείλει να μην ξέρει, δεν πρέπει να γνωρίζει την πραγματικότητα του αναλυόμενου. Πολύ περισσότερο δεν μπορεί να προβλέψει, δεν πρέπει να «φαντασιωθεί», να προβάλει την μελλοντική εξέλιξη του ασθενούς του. Κρατάει απλά την θέση τού υποτιθέμενου γνώστη. Είναι τυφλός στην πραγματικότητα του άλλου, τυφλός αλλά όχι κουφός. Ακούει τα λόγια του αφουγκράζεται τις κινήσεις της ψυχής του. Τις κινήσεις που όταν γίνονται συν-κινήσεις προμηνύουν ανακούφιση και ίαση.
Ίαση! Εδώ είμαστε. Η μεγάλη λέξη, το όνειρο, ο στόχος, η προσμονή κάθε ανθρώπου που υποφέρει. Λέξη που έφερε τόσες αναταράξεις στην εξέλιξη της ψυχαναλυτικής θεωρίας. Το ερώτημα «φέρνει ίαση η ψυχανάλυση;» είναι πάντα αναπάντητο μονολεκτικά με ένα ναι ή όχι, όσο αναπάντητη είναι η υπόθεση πως η ψυχανάλυση είναι επιστήμη με την κλασσική έννοια της λέξης.
Έτσι, όπως καταλαβαίνετε, δυσκολεύομαι να βρω τρόπο να μιλήσω για την ψυχανάλυση σε ένα «Επιστημονικό Καφενείο». Κινδυνεύουμε, και εγώ και η ψυχανάλυση, να βρεθούμε σε άβολη θέση, κινδυνεύουμε να αντιμετωπίσουμε εχθρικά πυρά, κατηγορούμενοι ότι προσπαθούμε να βάλουμε σε θέση επιστήμονα κάποιον που δεν ξέρει τίποτα, που δεν μπορεί να απαντήσει ξεκάθαρα με ένα ναι ή ένα όχι. Και πως η ίαση των συμπτωμάτων που οδηγούν στο ντιβάνι του, είναι αμφίβολη και εξαρτώμενη από διάφορους και ποικίλους παράγοντες.
Για αυτό ακριβώς χρησιμοποίησα την πονηριά του τίτλου της ομιλίας μου. Στην ψυχανάλυση ο επιστήμονας είναι ο Άλλος, ο αναλυόμενος. Εκείνος είναι ο απόλυτος κύριος της υπόθεσης, η οποιαδήποτε γνώση ή μη-γνώση είναι δική του. Καλείται να αγγίξει, αν μπορεί, όταν μπορέσει, αυτά που ξέρει για τον εαυτό του και για τη ζωή του. Αλλά η ψυχανάλυση του ζητάει κι άλλα, απείρως πιο δύσκολα από την διήγηση αυτών που ξέρει. Εκείνο που περιμένει ο αναλυτής είναι ακριβώς ό, τι δεν ξέρει ο αναλυόμενος. Και που συχνά υποθέτει πως γνωρίζει ο θεραπευτής.
Δουλειά του ψυχαναλυτή είναι να αφήνει χώρο στον λόγο του αναλυόμενου. Αυτή είναι η επιστήμη του. Να διευκολύνει τον ελεύθερο συνειρμό. Να καταφέρνει να κρατάει την καλοπροαίρετη ουδετερότητα που οφείλει, να την προσφέρει με γενναιότητα και γενναιοδωρία, καμιά φορά με θράσος, ώστε να βρει ο αναλυόμενος το κατάλληλο έδαφος για να μιλήσει. Κι αυτό δεν είναι εύκολη υπόθεση. Ο ψυχαναλυτής το σπούδασε διπλά. Πρώτα στη διάρκεια της εκπαίδευσής του στο Πανεπιστήμιο με τις επιστημονικές θεωρητικές μεθόδους, αλλά και έπειτα, στην ιδιαίτερη ψυχαναλυτική εκπαίδευση, που εστιάζει στην ψυχαναλυτική πρακτική. Η σπουδαιότερη όμως εμπειρία που τον καθιστά ειδικό, που τον χρίζει ικανό να σταθεί ακλόνητος στην υπηρεσία των ασθενών του, είναι η εμπειρία ζωής που έζησε στο ντιβάνι. Ένα άλλο ντιβάνι, όπου ένας άλλος επιστήμων-ακροατής του είχε δώσει την καλοπροαίρετη ουδετερότητα, τον είχε αφήσει να περιδιαβεί στους δρόμους της ψυχικής του ζωής, του επέτρεψε να διηγηθεί με ελεύθερο συνειρμό όσα ήξερε και όσα αγνοούσε για το παρελθόν το παρόν και το μέλλον του.
Έτσι, για να πούμε ότι κάποιος είναι ψυχαναλυτής τού χρειάζονται δύο πράγματα. Ένας αναλυόμενος και ένας συνάδελφος. Διότι ο ψυχαναλυτής εργάζεται με μοναδικό εργαλείο τον δικό του ψυχισμό. Βάζει στην διάθεση της ψυχαναλυτικής συνεδρίας τις δικές του ψυχικές κινήσεις, τις φαντασιώσεις και τις επιθυμίες του τις εσωτερικές συγκρούσεις που ο ίδιος αισθάνεται ακούγοντας τα λόγια, τον ελεύθερο συνειρμό του ανθρώπου που είναι στο ντιβάνι. Ακούγοντας λέξεις ή προτάσεις του αναλυόμενου κινητοποιούνται στην δική του ψυχή διάφορα πράγματα, που απλώνονται στον ψυχαναλυτικό χώρο και αποτελούν την οθόνη προβολής της ψυχής του άλλου. Στον ψυχαναλυτικό χώρο συναντιούνται τα υποσυνείδητα των δυο ανθρώπων. Και ακριβώς αυτή η συνάντηση (η συν-κίνηση που έλεγα πιο πάνω), δηλαδή όταν συμβεί το υποσυνείδητο του αναλυτή να είναι στο ίδιο μήκος κύματος με αυτό του αναλυόμενου, είναι η μαγική στιγμή της ψυχανάλυσης. Είναι η ψυχοθεραπευτική της δύναμη.
Πώς λοιπόν να μην είναι αυτονόητο για έναν ψυχαναλυτή να έχει γνωρίσει την ενδοσκόπηση μέσα από την ψυχαναλυτική επεξεργασία των σκοτεινών και ανεξερεύνητων στενών του υποσυνείδητου; Πώς να μην θεωρείται απαραίτητη προϋπόθεση η ύπαρξη του συνάδελφου, που θα προσφέρει τον απαιτούμενο χώρο στον ψυχαναλυτή για να προβάλει και να δουλέψει την δική του ψυχή;
Επέλεξα το μικρό απόσπασμα της εισήγησης του Φρόιντ διότι μέσα του περιγράφεται συμπυκνωμένη η ψυχαναλυτική θεωρία. Οι κυριότερες ψυχαναλυτικές έννοιες αναφέρονται, τις θυμίζω εδώ: οι ασυνείδητες τάσεις. Το απωθημένο. Η μεταβίβαση. Οι αντιστάσεις. Η αρχή της ηδονής και η αρχή της πραγματικότητας. Η ψυχική σύγκρουση και το σύμπτωμα-ασθένεια.
Δεν θα ήθελα να είναι η σημερινή συνάντηση ένα μάθημα για την ψυχαναλυτική θεωρία. Στόχος μου είναι να ανοίξει στον καθένα μας ένα παράθυρο σκέψης πάνω στο ψυχικό ζήτημα με την βοήθεια των εργαλείων που έχουμε στη διάθεσή μας μέσα από την συγκροτημένη φροϋδική θεωρία. Αν ακούγοντας κάτι από αυτά τα θεωρητικά πράγματα καθένας μας κάνει μια ταύτιση με τα προσωπικά του βιώματα και κάποια από τις έννοιες μας παραπέμψει σε μια σκέψη που θα βοηθούσε έστω και λίγο την κατανόηση της περίπλοκης υπόθεσης που λέγεται ψυχή, τότε θα θεωρήσω πως το «καφενείο της επιστήμης» πέτυχε το στόχο της ευαισθητοποίησης.
Αν η ψυχανάλυση είναι ένας απόλυτα προσωπικός δρόμος, εκείνο που την υποστηρίζει, την υποκινεί και την αναδείχνει, είναι η σχέση με τον Άλλον. Ο άνθρωπος γεννιέται ζει και πεθαίνει μέσα σε σχέσεις. Η ψυχαναλυτική θεωρία προσπάθησε να καταλάβει την αρχική, την θεμελιακή τριγωνική σχέση που φέρνει έναν άνθρωπο στον κόσμο. Το τρίγωνο μητέρα-πατέρας-παιδί, είναι η σχέση που θα καθορίσει την γέννηση και την ψυχική εξέλιξη του ατόμου. Πάνω σ’ αυτήν θα στηριχτούν όλες οι επόμενες σχέσεις στη ζωή, πραγματικές ή φανταστικές, ικανοποιητικές ή όχι.
Η θεωρία αυτή χρησιμοποιεί μια έννοια που στην εποχή της ήταν επαναστατική, αν και δεν ήταν η πρώτη φορά που εμφανιζόταν στην ανθρώπινη διανόηση. Το υποσυνείδητο. Πάνω στην τεράστια σημασία του θα χτίσει ο Φρόιντ το οικοδόμημα της ψυχανάλυσης. Το κομμάτι αυτό της ψυχής, που είναι σκοτεινό και άγνωστο, και που συχνά γίνεται πηγή πόνου και ασθένειας ενάντια σε κάθε συνειδητή επιθυμία του ατόμου. Και, κατά τη γνώμη μου, η μεγάλη προσφορά της ψυχανάλυσης στην ανθρώπινη αγωνία κατανόησης της ύπαρξης, είναι η διερεύνηση του υποσυνείδητου. Μέσα σε μια διαρκή προσπάθεια να κατανοήσει τις αντιδράσεις του και τα συναισθήματά του, πάντα σε σχέση με τον Άλλον. Διότι χωρίς Άλλον δεν υπάρχει ψυχή, δεν υπάρχει ζωή, η ψυχανάλυση δεν έχει θέση.
Έχουμε στη διάθεσή μας δυο εικόνες που προσπαθούν να περιγράψουν τη δομή αυτού που ονομάζουμε ψυχή. Είναι οι δυο «Τοπικές» του Φρόιντ. Στην πρώτη μας εξηγεί ότι ο ψυχισμός αποτελείται από τρία κομμάτια: Ασυνείδητο, προσυνείδητο και συνείδηση. Η δεύτερη τοπική μιλάει για το Εγώ, το Αυτό και το Υπερεγώ. Η ψυχή μας γίνεται ένα μόνιμο πεδίο μάχης ανάμεσα στα τρία στοιχεία της, το Αυτό (δηλαδή η ορμή, η επιθυμία, το θέλω) και το Υπερεγώ, (δηλαδή ο κανόνας, το πρέπει, ο εσωτερικευμένος νόμος). Το Εγώ θα παίξει τον ρόλο του διαιτητή ανάμεσά τους, με διαπραγματεύσεις και συμβιβασμούς, όχι πάντα με ικανοποιητικό αποτέλεσμα. Οι συγκρούσεις αυτές είναι ενδο-ψυχικές και γίνονται συχνά εν αγνοία του ανθρώπου, ερήμην της συνείδησης. Βρίσκονται στο χώρο του υποσυνείδητου. Η «επιστήμη» της ψυχανάλυσης χρησιμοποιώντας την τεχνική της θα προσπαθήσει να φέρει στο φως της συνείδησης τις άγνωστες αυτές συγκρούσεις. Εκείνες που ευθύνονται συχνότατα για τα συμπτώματα, για την ασθένεια. Και οι συγκρούσεις αυτές συνδέονται μα τις πρώτες παιδικές εμπειρίες της ζωής, τα απωθημένα ψυχικά στοιχεία που βρίσκονται μέσα του, όπως λέει ο Φρόιντ στο απόσπασμα που ακούσαμε στην αρχή.
Αλλά με αφορμή αυτό το μικρό απόσπασμα, θέλω περισσότερο να σταθώ στην αμφιβολία και το πάθος που έδειξε αυτός ο άνθρωπος για την εξέλιξη της θεωρίας του. Σ’ όλη τη ζωή του, δεν σταμάτησε να αναρωτιέται για την «ατέλεια της γνώσης» για το τι μπορεί να αλλάξει στη μέθοδο και να αντικατασταθεί με κάτι καλύτερο, αναγνωρίζοντας πριν από τους μόνιμους επικριτές του τα μειονεκτήματα της ψυχανάλυσης.
Στο βιβλίο του Η τεχνική της ψυχανάλυσης, (εκδ. Επίκουρος, σελ. 27), γράφει:
Ένας συνάδελφος και φίλος στον οποίο εκτίμησα ότι αναγνώρισε την αξία της ψυχανάλυσης αφού πρώτα επί δεκαετίες εργάστηκε επιστημονικά με διαφορετικές μεθόδους μου έγραψε κάποτε: Αυτό που χρειαζόμαστε είναι μια σύντομη άνετη θεραπεία για τις ιδεοληπτικές νευρώσεις. Δεν μπορούσα να τον βοηθήσω, ντράπηκα και προσπάθησα να δικαιολογηθώ με την παρατήρηση ότι μάλλον και οι παθολόγοι θα ήταν πολύ ικανοποιημένοι με μια θεραπεία της φυματίωσης ή του καρκινώματος, η οποία θα συγκέντρωνε αυτά τα πλεονεκτήματα.
Οι σχέσεις του Φρόιντ με την επιστημονική κοινότητα της εποχής του υπήρξαν θυελλώδεις. Ο ίδιος αναφέρεται πολλές φορές στην επιστημονική εξορία που ένιωθε να είναι καταδικασμένοι εκείνος και η ψυχανάλυση. Εξορία ναι, διότι ήταν μεγαλωμένος και εκπαιδευμένος μέσα στην επιστημονική πραγματικότητα. Άλλωστε, η επιστήμη, η ιατρική που σπούδασε και υπηρέτησε με πάθος ήταν εκείνη που του άνοιξε τον δρόμο της έρευνας. Όμως η έρευνα προς την ενδοσκόπηση και την κατανόηση της ανθρώπινης υπόστασης τάραξε τα ήσυχα νερά της Βιενέζικης (και όχι μόνο) συντηρητικής πραγματικότητας. Ο Φρόιντ υπέφερε πολύ με την εχθρική αντιμετώπιση των ιδεών του από τους επιστήμονες. Έτσι, μάλλον σε μια προσπάθεια απόδειξης πως πρόκειται για επιστημονικό έργο, ο αρχικός τίτλος του βιβλίου του το 1900, ήταν η «Επιστήμη των Ονείρων», που αργότερα έγινε η «Ερμηνεία των Ονείρων». Βιβλίο που αποτέλεσε και αποτελεί μοναδικό έργο κατανόησης της ονειρικής δραστηριότητας, της «βασιλικής οδού προς την αποκάλυψη του ασυνείδητου», όπως χαρακτηρίζει το όνειρο.
Η ψυχανάλυση θεωρήθηκε τότε, ίσως και ακόμα τώρα από κάποιους, σαν μια εγωκεντρική ή εγωιστική ενασχόληση των πλούσιων, της αστικής τάξης. Αυτό είναι πολύ μακριά από τους στόχους του εμπνευστή της. Που ονειρεύτηκε μια ψυχοθεραπεία στην υπηρεσία της ψυχής όλων όσων αγωνιούν για την ύπαρξή τους, όσων παιδεύονται στις σχέσεις τους, όσων ταλαιπωρούνται με ψυχικές συγκρούσεις που έχουν να κάνουν με τους δύο μεγάλους και μοναδικούς άρχοντες της ζωής μας, τον Θάνατο και τον Έρωτα. Σε όλες αυτές τις ανθρώπινες αγωνίες κεντρικός πυρήνας είναι η ύπαρξη του Άλλου.
Σαν κλείσιμο της σύντομης αυτής ομιλίας θα σας διαβάσω πάλι ένα κείμενο από την Τεχνική της ψυχανάλυσης (εκδ. Επίκουρος, σελ. 84).
…Τελειώνοντας, θα ήθελα να αναφερθώ σε μια μελλοντική κατάσταση, που σε πολλούς από σας θα φανεί φανταστική, πιστεύω όμως πως αξίζει να προετοιμαζόμαστε νοητά γι’ αυτήν. Γνωρίζετε ότι η θεραπευτική μας δράση είναι μάλλον περιορισμένη. Είμαστε μια χούφτα άνθρωποι κι ο καθένας μας μπορεί να αφιερωθεί σε λίγους μόνον άρρωστους το χρόνο, όσο σκληρά κι αν δουλεύει. Μπρος στην τόση αθλιότητα της νεύρωσης αυτό το μικρό ποσοστό είναι ποσοτικά ασήμαντο. Εξάλλου οι βιοτικές μας ανάγκες μας υποχρεώνουν να περιοριζόμαστε στις εύπορες ανώτερες τάξεις της κοινωνίας. Για τις πλατειές μάζες που υποφέρουν αφάνταστα από τις νευρώσεις, δεν μπορούμε προς το παρόν να κάνουμε τίποτα… κάποτε θα ξυπνήσει η συνείδηση της κοινωνίας και θα της θυμίσει ότι και ο φτωχός έχει δικαίωμα να του απονέμεται ψυχική βοήθεια όπως αυτή τη στιγμή η σωτήρια χειρουργική. Και ότι οι νευρώσεις απειλούν την υγεία του λαού όσο και η φυματίωση. Τότε θα δημιουργηθούν ιδρύματα ή ινστιτούτα υγείας στα οποία θα διοριστούν γιατροί-ψυχαναλυτές. Θα βοηθούν άνδρες που διαφορετικά θα κατέφευγαν στο ποτό, γυναίκες που κινδυνεύουν να συντριβούν κάτω από το βάρος των στερήσεων, παιδιά που έχουν να διαλέξουν ανάμεσα στην αποχαλίνωση και τη νεύρωση. Αυτές οι θεραπείες θα είναι δωρεάν. Μπορεί να περάσει πολύς καιρός ακόμα, ώσπου η πολιτεία να θεωρήσει επείγοντα αυτά τα καθήκοντα. Κάποτε όμως πρέπει να έρθει αυτή η στιγμή…
Σήμερα, σχεδόν εκατό χρόνια αργότερα, η ψυχανάλυση έχει βρει τη θέση της, με δυσκολία και δυσπιστία μεν, αλλά αργά και σταθερά, πείθει για την ευεργετική της επίδραση στη ζωή του ανθρώπου, στην ισορροπημένη και δημιουργική του εξέλιξη. «Επιστήμη του Άλλου», ίσως, αλλά που εμπλέκει ενεργά τον εαυτό μας, τον ψυχικό κόσμο μας, στην ανάπτυξη της σχέσης μαζί του.
*Από την ομιλία στο «Καφέ της Επιστήμης» του Γαλλικού Ινστιτούτου Θεσσαλονίκης στις 18/11/2013 με θέμα “Ψυχανάλυση: Η επιστήμη τού «Άλλου»”.














