
Της Βίκης Νάκου*
Σαν τέτοιες μέρες ήταν. Ήταν 23 Οκτώβρη του 1943, σ’ ένα χωριό στις παρυφές των Τζουμέρκων της ‘Αρτας. Διχομοίρι τ’ όνομά του. “Σημαίνει δίχως Μοίρα, παιδί μου” ανέφερε συχνά ο πατέρας μου.
Από κείνο το ξεχασμένο χωριό έρχεται ο γεννήτοράς μου. Φτωχός, ορφανός αλλά περήφανος. Εκείνες τις μέρες έγινε το κακό, μπροστά στα μάτια του. Στα μάτια όλης της οικογένειας, ο πατέρας Χρήστος Θεοδώρου Νάκος και πάππος μου, εκτελέσθηκε με συνοπτικές διαδικασίες από τους Γερμανούς κατακτητές. Το σπίτι το έκαψαν. Το βιος όλο χάθηκε μονομιάς. Η μάνα με τέσσερα παιδιά ανήμπορη για οτιδήποτε προσπαθούσε ν’ αντιπαλέψει τη μοίρα. Εκεί ψηλά κρυμμένη η οικογένεια του πατρός μου, να παρακολουθεί το νεκρό πατέρα που ήταν πεσμένος στην άκρη από το χαντάκι, άταφος για μέρες. Εκεί όλοι τους. Πεινασμένοι, παγωμένοι και φοβισμένοι. Άφωνοι στο δράμα τους.
“Μέρες μετά κατορθώσαμε να πάρουμε τον πατέρα και να τον θάψουμε. Τα γαλάζια του μάτια ορθάνοιχτα. Παληκαρίσια μας κοιτούσαν”, έλεγε για χρόνια ο πατέρας μου, που ποτέ δεν ξεπέρασε σ’ όλα τα χρόνια της σύντομης ζωής του, την πείνα, την φτώχεια και προπάντων την ορφάνια του.
Για πολλά χρόνια τ’ αδέλφια μου και γω γινόμασταν μύστες της ιστορίας, του πόνου του για τον παππού που ποτέ δεν γνωρίσαμε, παρά μόνο μέσα από τα μάτια και την ψυχή του πατέρα μας. Άλλωστε ο θάνατος στοίχειωσε την οικογένεια αφού δεν “πήρε” μόνο τον πατέρα αλλά και ότι είχε μείνει για να τον θυμίζει, αφού ούτε μια φωτογραφία δεν απέμεινε από το καμμένο σπίτι, ούτε τίποτε.”Πήραμε το τίποτε για να φτιάξουμε τη ζωή μας” έλεγε η γιαγιά μου. Έτσι από τις αφηγήσεις μάθαμε για τα γαλάζια μάτια του παππού, τα ξανθοκόκκινα μαλλιά το ωραίο γενάκι του και τη δύναμη του, παρά το γεγονός ότι ήταν μικρόσωμος.
Οι ίδιες αφηγήσεις με οδήγησαν χρόνια μετά, το Φεβρουάριο του 1993, να οργανώσω από το Δήμο Θεσσαλονίκης Πανελλαδικά, και να συνοδέψω το Πρώτο Καραβάνι Αλληλεγγύης στην Εμπόλεμη Βοσνία και Σερβία ώστε να βοηθήσω με όλες μου τις δυνάμεις στην φτώχεια και στην πείνα των παιδιών του πολέμου, στην Πρώην Γιουγκοσλαβία. Ήταν η ελάχιστη συνδρομή μου για όλα αυτά, που από παιδί με κατέτρεχαν.
Ο παππούς μου, που ποτέ δεν γνώρισα αλλά πολύ αγάπησα αποτελεί την δική μου τιμητική αναφορά στην καθημερινότητά μου.
Το γεγονός ότι ο πατέρας μου που παρά τις δυσκολίες και τις αδικίες της ζωής του έγινε τόσο δίκαιος και αξιοπρεπής μαχητής, αποτελεί το δικό μου προσωπικό ίνδαλμα.
Στις δύσκολες εποχές που ζούμε η προσωπική μου αφήγηση είναι ένα μικρό δείγμα στη συλλογική μας μνήμη. Μια μνήμη, που είναι κοινή στις χιλιάδες οικογένειες, που έθαψαν την νιότη τους και την ελπίδα τους εκείνα τα χρόνια του Πολέμου και της Κατοχής της Πατρίδας μας.
Πάλεψαν όμως, και τα κατάφεραν σε πολύ δυσκολότερες εποχές από τη
δική μας. Ελπίζω πως και μεις θα τα καταφέρουμε. Και μέρες που ‘ναι να δώσω μιαν ευχή: Να ανταμώσουν οι Ελπίδες μας τις ψυχές τους και να Φωτιστούν. Το ‘χουμε ανάγκη και πίστη για το δικό μας αύριο.
*Η Βίκη Νάκου είναι Αντιπρόεδρος Εργαζομένων στο Δήμο Θεσσαλονίκης, Πολιτεύτρια Α’ Θεσσαλονίκης & Μέλος της Π.Ε. της Νέας Δημοκρατίας.













