“Να φύγουμε από τον τυφλό οπαδισμό” λέει ο Υφυπουργός Αθλητισμού κ. Σταύρος Κοντονής. Αυτό είναι και το κλειδί όχι απλώς για την καταπολέμηση της βίας στα ελληνικά γήπεδα, αλλά κάτι παραπάνω: της αποκατάστασης της ομαλότητας σε έναν χώρο που έχει αφεθεί στους φύλαρχους του ελληνικού ποδοσφαίρου -και όχι μόνο. Μιας ομαλότητας που θα φέρει την ελληνική ποδοσφαιρική πραγματικότητα κοντά στην ευρωπαϊκή.
Δεν είναι η πρώτη φορά που ένας υφυπουργός φιλοδοξεί να αλλάξει τα πράγματα. Και οι προκάτοχοι του κ. Κοντονή, εδώ και μία δεκαετία, είχαν καλές προθέσεις και ισχυρά σχέδια επί χάρτου, ανίσχυρα όμως να αντιμετωπίσουν τους πραγματικά ισχυρούς αυτούς του χώρου.
Θα ήταν βαριά ήττα για την πολιτική και για το κράτος εάν παραδεχόμασταν ότι παρά την πολιτική βούληση δεν γίνεται να αλλάξει κάτι στα ελληνικά γήπεδα. Δεν θα ήταν απλώς μια αποτυχία. Θα ήταν βαριά ήττα. Γι’ αυτό και δεν μπορεί να γίνει παραδεκτό κάτι τέτοιο. Επομένως, όσοι ελπίζουν ότι μια μέρα θα πάρουν την οικογένεια και θα πάνε όλοι μαζί στο γήπεδο, δεν είναι ανόητοι.
Είναι ρεαλιστές. Απλώς για να φτάσουμε σε αυτό το σημείο, την παιδεία που μας λείπει εδώ και μερικές δεκαετίες πια, πρέπει να την αναπληρώσουμε με κρατική παρέμβαση ισχυρής πολιτικής βούλησης. Κι αυτό σημαίνει ότι πρώτα η πολιτεία θα πιστέψει ότι εάν τα βάλει με τον οπαδισμό, τα οφέλη θα είναι πολύ περισσότερα από ό,τι όταν “τα βρίσκει” μαζί του… Ότι το πολιτικό κόστος είναι μεγαλύτερο τώρα, από ότι εάν διαρρήξει στις σχέσεις της με αυτόν.














