CINEΚΡΙΤΙΚΗ Γράφει ο Σώτος Χαβαλές / sotiris_xabales@hotmail.gr
Ο γνωστός σε όλους σκηνοθέτης των «Νεκρή Νύφη» και «Ed Wood» , Τιμ Μπάρτον, αφήνει τα συνήθη σκοτεινά νερά του για να καταπιαστεί με μία βιογραφία, τα «Μεγάλα Μάτια», ένα κινηματογραφικό εγχείρημα το οποίο βυθίστηκε μέσα στις χαώδεις προσδοκίες που δημιούργησε. Η καλλιτεχνική πινελιά του σκηνοθέτη δεν εντοπίζεται πουθενά μέσα στην ταινία αν και κατορθώνει να διαχειριστεί ικανοποιητικά το υλικό που του δόθηκε και να κρατήσει, έστω και τρεμαμένη, ζωντανή τη φλόγα της αφήγησης.
Η ταινία εξιστορεί την καλλιτεχνική πορεία της Μάργκαρετ Κιν, οι πίνακες της οποίας άργησαν κατά πολύ να κατοχυρωθούν στο δικό της όνομα αφού ο συμφεροντολόγος σύζυγος της φρόντιζε να καταχράται το ταλέντο της με σκοπό, φυσικά, την αδιάκοπη οικονομική ευφορία. Τα συγκεκριμένα έργα τέχνης έγιναν ευρέως γνωστά κατά τη δεκαετία του ’50 εώς τα μέσα της επόμενης, εξαιτίας κυρίως ενός χαρακτηριστικού τους: τα μεγάλα μάτια των εικονιζόμενων προσώπων που φάνταζαν προσωποποίηση της ίδιας της θλίψης.
Ωστόσο, ο Τιμ Μπάρτον, χωρίς να έχει στο σκηνοθετικό του οπλοστάσιο σουρεαλιστικά εφέ, ταχυδακτυλουργικά κόλπα, φανταστικούς χαρακτήρες και φαντασμαγορικές φανφάρες, αποκαλύπτει την μετριότητα που τον διέπει όταν καλείται να διεκπεραιώσει μία πιο προσγειωμένη δουλειά. Ακόμη, αδυνατεί να πάει το έργο ένα βήμα παραπέρα και να επικοινωνήσει στο κοινό σημαντικούς προβληματισμούς που ενυπάρχουν στην εν λόγω ιστορία, όπως τη σημασία του φεμινισμού, τις άκρατες πρακτικές φαλλοκρατίας εκείνης της εποχής αλλά και την επιτομή της έννοιας «καλλιτέχνης».
Το μόνο που μπορούμε να εντοπίσουμε ως θετικό είναι η ερμηνεία της Έιμι Άνταμς που ακόμη μια φορά αποδεικνύει το υπέρογκο υποκριτικό της ταλέντο, ένα παράδειγμα που δυστυχώς δεν ακολούθησε ο συμπρωταγωνιστής της, Κριστόφ Γουόλτζ, του οποίου η ερμηνεία χαρακτηρίστηκε από ανωριμότητα και αδικαιολόγητη εκκεντρικότητα.
Η ταινία, αν και είναι μια αξιοσημείωτη προσπάθεια ακριβούς αποτύπωσης της ζωής της Μάργκαρετ Κιν, με δυσκολία σε κρατάει στην αίθουσα και το μόνο που κατορθώνει είναι να σε πείσει για την κατιούσα σκηνοθετική πορεία του Τιμ Μπάρτον.














