CINEΚΡΙΤΙΚΗ Γράφει ο Σώτος Χαβαλές / sotiris_xabales@hotmail.gr
Η Σαμ Τέιλορ Τζόνσον, μια νεαρή σκηνοθέτιδα, αποφάσισε να μας εκπλήξει δυσάρεστα με τη συμβατική σκηνοθεσία και την ανύπαρκτη καλλιτεχνική οπτική στο επίπεδο love story του κύριου Γκρέυ. Το σενάριο γνωστό σε όλους μέσα από τα ευπώλητα – και μόνο – μυθιστορήματα της E.L. James με τους χαρακτήρες καρικατούρες και τον εκχυδαϊσμό της σεξουαλικής ορμής. Στην ίδια κλίμακα απογοήτευσης κινείται και η ταινία με την υποκριτική ανωριμότητα των δύο πρωταγωνιστών, Τζέιμι Ντόρναν και Ντακότα Τζόνσον, με την τελευταία να κερδίζει εντυπώσεις χάριν της σύγκρισης με τον παρτενέρ της.
Για την ιστορία, μία φοιτήτρια της σχολής Λογοτεχνίας, αθεράπευτα ρομαντική και σεμνή, γνωρίζει πλούσιο γόη, σαδιστή, με κόκκινα δωμάτια, λουριά, μαστίγια και άλλα συναφή. Αυτό! Με καμία ανατροπή, κανένα ενδιαφέρον στην αφήγηση, στο μοντάζ παρά μόνο στο soundtrack ένεκα του οποίου αναβιώνει η δεκαετής, πλέον, επιτυχία της Beyonce, «Crazy In Love». Άσκοπη η προσπάθεια ιχνηλασίας έστω και μερικών σημαδιών αισθησιασμού μια και το φιλμ αρκείται στα ‘αχ’ και τα ‘βαχ’ των ηθοποιών. Οι σκηνές σεξ δε συμβαδίζουν με τις μεγάλες προσδοκίες που είχε δημιουργήσει η ταινία πριν την κυκλοφορία της περί 20 λεπτών γεμάτων ασυγκράτητης ηδονής. Μούφα! Ακόμη και οι διάλογοι είναι λες και γράφτηκαν για παρωδία με την άκρως ανούσια πλοκή που έκανε δημοσιογράφους και κριτικούς στην Μπερλινάλε να πέσουν κάτω από τα γέλια.
Ωστόσο, κατάφερε να μπει μόνο με τη φήμη της στην κορυφή της λίστας με τα πιο υψηλά ανοίγματα στο box office τόσο στη χώρα μας όσο και παγκοσμίως – αναφορικά πολλά κράτη προχώρησαν στην απόσυρση της από τη μεγάλη οθόνη φοβούμενοι τη σεξουαλική (;) επανάσταση που ίσως να επέφερε – καθώς τα εισιτήρια για την πρώτη εβδομάδα προβολής είχαν γίνει ανάρπαστα ήδη από την προπώληση.














