Γράφει η Νένα Μυρωνίδου / nenemy1@hotmail.com
Ολοκληρώθηκαν οι παραστάσεις για ένα έργο με μεγάλη αποδοχή από το κοινό της Θεσσαλονίκης. Η πρώτη απόπειρα του ΚΘΒΕ για το ανέβασμά του φαίνεται να πέτυχε μιας και κατάφερε να μας ταξιδέψει ως το μεταπολεμικό Παρίσι του Β’ Παγκοσμίου πολέμου.
Ανάμεσα στα μασούρια, τα χαχανητά των κοριτσιών του πάγκου, τις σιωπές των αγοριών του σιδερωτηρίου, της φιλικής αφεντικίνας και της μυστικής ιστορίας του λαϊκού αφεντικού, ξεπήδησαν οι αγωνίες των ανθρώπων, οι κακουχίες του πολέμου, τα βάσανα της οικογένειας, οι μικρές χαρές της ζωής και ένας διωγμός που συμπτωματικά το τέλος του συμπίπτει με το φινάλε των παραστάσεων.
Τα πολλά χρώματα, ο γρήγορος λόγος, οι ποικίλες περσόνες του έργου έδιναν το τέλειο υλικό, ώστε το λιτό σκηνικό με τον ατμοσφαιρικό φωτισμό και τη γαλλόφωνη μουσική να δένουν απίθανα. Ακόμα και μέσα σε μια χλιαρότητα μόνο με κατά τόπους συγκινήσεις και αρκετές φολκλόρ πινελιές.
Ως σύνολο αρχικώς φαινόταν να μην έχει αρχή, μέση και τέλος, αλλά να αποτελεί μια μίνι κλειδαρότρυπα μιας καθημερινότητας και κάποιων εξομολογήσεων. Στο τέλος όμως το παιχνίδι του χρόνου μας κέρδισε αναπάντεχα και μας άφησε και το μυστήριο κάθε παραμυθιού, να φανταστούμε τη συνέχεια των ρομαντικών εργατοωρών και το πλέξιμο των μικρών ιστοριών των ανθρώπων.
Το ωραίο της υπόθεσης ήταν ότι την παράσταση είδαν οικογένειες, γονείς με τα παιδιά τους, όλοι μαζί, κάτι που δίνει στην πλατεία έναν πιο επίσημο αέρα ώστε να σεβαστείς το κοινό.














