
Γράφει η Νένα Μυρωνίδου / nenemy1@hotmail.com
Η χώρα μας είναι σαν εκείνες τις γυναίκες που στην αναζήτηση ενός συντρόφου κάνουν τις δοκιμές τους, ώσπου καταντούν να κλαίνε μόνες στους σε δημόσια πάρκα διαπλοκής-κατινιάς και ξεπουλήματος.
Όλα άρχισαν τον Οκτώβρη του 1981. Τότε γεννήθηκε ένας κεραυνοβόλος έρωτας ανάμεσα σε εκείνη και τον σοσιαλισμό. Ένα έρωτας ανάγκης, από εκείνους που σε βγάζουν από τον λήθαργο και σου ξυπνάνε κάθε πτυχή που ως τώρα κοιμόταν. Έκανε την επανάστασή της σαν μικρό κορίτσι, και λιγάκι άβγαλτο. Έτσι άρχισαν τα ταξίδια, οι φιλίες με ευρωπαίους και άλλους, και ο πλουτισμός, μέχρι την τραγική κατάληξη της συνήθειας, που έγινε εκμετάλλευση, που έγινε προδοσία.
Ο χωρισμός αυτός τη πλήγωσε πολύ. Κι όπως κάθε χωρισμός που σέβεται τον εαυτό του, έτσι εκείνος τη γέμισε ενοχές, πίκρα και τη σαδομαζοχιστική διαστροφή για εκδίκηση. Ένα βράδυ λοιπόν, μέθυσε και μετά από μεγάλη επιρροή που είχε από καιρό από τις νέες ευρωπαίες και αμερικάνες φίλες της, ενέδωσε στον καπιταλισμό. Νέος, ωραίος, ανεξερεύνητος για εκείνη, λιγάκι ξενικός, με αρκετή λάμψη και μπόλικο άρωμα εκσυγχρονισμού, ήταν η τέλεια ανταπόδοση στις πληγές που της άφησε εκείνος ο άλλος που της χαράμισε τα καλύτερά της χρόνια.
Και ξέρετε, όταν μετά από είκοσι χρόνια συμβίωσης, κάτι σε ανανεώνει τόσο, χαρίζοντάς σου ένα σωρό κολακείες, τότε αυτό το καινούριο τα παίρνει όλα, αφήνοντάς σε με την κατάρα που θέλει να μη ξαναπαίρνεις τίποτα πίσω. Κι έτσι μετά από μια σύντομη σχέση που άφησε την ώριμη πια Ελλαδίτσα μπερδεμένη όσο ποτέ, διασυρμένη όσο ποτέ και απροσδιόριστη όσο ποτέ, ξαναγύρισε σε εκείνον τον παλιό.
Την έκανε βλέπετε να νιώθει ασφάλεια, να αναγνωρίζει μέσα του τον εαυτό της, να καταλαβαίνει ο ένας τον άλλον. Όπως αποδεικνύεται, όμως, ως συνήθως, οι παλιοί έχουν τον εγωισμό του πρώτου που ποτέ δεν θα δεχόταν να γίνει δεύτερος. Γι’ αυτό και τη άφησε στην ουτοπία μιας ελεύθερης σχέση που δεν ήταν τίποτα άλλο από μια πλήρη εκπόρνευσή της με αέρα κοσμοπολίτικο. Οι σχέσεις όμως όσο μεγαλώνουμε γίνονται στεγνές και έτσι ο χωρισμός είναι πια οριστικός από τον σοσιαλισμό, και δε μοιάζει να επιθυμεί κάτι παρόμοιο.
Γι’ αυτό και τώρα δεν είναι πια η κυρία που ντύνεται στα γαλανόλευκα με αθωότητα και έπαρση, αλλά η παγκόσμια ερωμένη, χωρίς αναστολές, ηθικά εμπόδια και παλιομοδίτικες ντροπές, που παίζει το παιχνίδι τού κάθε εραστή, μπασταρδεύοντας την αρχέγονη αγέρωχη στάση της με εκείνη του την κάνει να μοιάζει να φορά τη χρυσόσκονη της διαπολιτισμικής αυτοδιάθεσης. Καλά κάνει, αρκεί μόνο να μη γίνει από εκείνες τις ακατανόμαστες, που μπερδέψανε το «πάω με όποιον θέλω» με το «πάω με όποιον να ‘ναι».














