Γράφει ο Αλέξανδρος Φωτιάδης / φοιτητής ΑΠΘ και Αντιπρόεδρος στην Ελληνική Οργάνωση Πολιτικής και Οικονομικής Επιστήμης (GRAPESS)
Πρώτη φορά περνούσα τις πόρτες του Αριστοτελείου. Άνθρωποι, κτήρια, εγκαταστάσεις και πρακτικές όλα μου ήταν άγνωστα και πρωτοφανή. Ένα άγχος και μια γλυκιά νοσταλγία για την ασφάλεια του λυκείου συνόδευαν τα βήματα μου. Σκεφτόμουν τις νέες παρέες, τα γέλια μας στα φοιτητικά στέκια, τις βοήθειες μας στις εξεταστικές, τις πλάκες και τις συμβουλές μας για τους φοιτητικούς έρωτες. Τους συλλογισμούς μου διέκοψε ένας χαμογελαστός και καλοσυνάτος φοιτητής, ο οποίος προτάθηκε να με οδηγήσει στη σχολή και να με βοηθήσει με την εγγραφή. Υποψιασμένος από την ευγένεια και τη διάθεση προσφοράς του τον ρώτησα αν είναι από την ΔΑΠ. Το πρόσωπο του σοβάρεψε απότομα και με μία δόση ενόχλησης μου απάντησε κοφτά «Όχι, βέβαια». Απολογήθηκα για το άκομψο ερώτημά μου και συνέχισα να τον ακολουθώ, εμπιστευόμενος τη διάθεση προσφοράς που επικαλούνταν. Μπαίνοντας στην σχολή, πλησίασε τα τραπεζάκια των παρατάξεων και άφησε τον φάκελο του πάνω σε αυτό της ΠΑΣΠ, υποδεικνύοντας μου τον χώρο εγγραφής των νεοεισαχθέντων φοιτητών. Επηρεασμένος από την πρώτη επαφή με το πανεπιστήμιο και νευριασμένος από τον τρόπο προσέγγισης, δεν είχα καταφέρει ακόμη να αντικρύσω το ηθικό και αισθητικό χάος που υπήρχε γύρω μου: τα παιδιά των παρατάξεων είχαν εξαπολύσει κυνήγι, οι τοίχοι και οι κολώνες ήταν γεμάτοι αφίσες, οι πίνακες ανακοινώσεων είχαν γραμμένες συμβουλές υπογεγραμμένες με μπλε, κόκκινο ή πράσινο μαρκαδόρο· σωστός χαμός.
Ο κομματικός προσηλυτισμός των πρώτων ημερών σύντομα έδωσε τη θέση του στους καφέδες, τα ποτά, τις βόλτες και τις προσκλήσεις σε πάρτυ. Άγνωστοι μεταξύ αγνώστων και σε μία προσπάθεια κοινωνικοποίησης στον χώρο σπουδών ακολουθούσαμε και συναινούσαμε σε όλες τις προκλήσεις και τις προστριβές. Σύντομα, όμως, γίναμε γνωστοί μεταξύ γνωστών, φίλοι μεταξύ φίλων, κοινότητα, παρέα, οικογένεια, οπότε και σταματήσαμε να χρειαζόμαστε συνδετικούς κρίκους. Το πρόβλημα ήταν ότι μας είχαν προσφέρει τα εχέγγυα της κοινωνικοποίησης, οπότε και χρειάζονταν τα πειστήρια της ευγνωμοσύνης: τη συμμετοχή.
Οι συνελεύσεις του τμήματος και τα περίφημα πλαίσια των παρατάξεων, οι εκλογές του Μάη, τα πάρτυ, τα συνέδρια και οι εκδηλώσεις απαιτούσαν την ενεργό συμμετοχή όλων μας. Όλως παραδόξως, στην προκειμένη περίπτωση, τα πάρτυ και οι εκδηλώσεις δεν αποτελούσαν μεγάλο πρόβλημα. Ήταν, βέβαια, κομματικά χρωματισμένα, αλλά λίγο απείχαν από τις νόρμες της ελληνικής διασκέδασης. Το πραγματικό καρκίνωμα για την πανεπιστημιακή κοινότητα ήταν οι συνελεύσεις του τμήματος. Η παντελής έλλειψη πολιτικού πολιτισμού και η άγνοια βασικών κανόνων ευγενείας, η προσπάθεια προβολής των φοιτητοπατέρων, η αδυναμία παραγωγής πολιτικού διαλόγου, η δυσκολία πολιτικών ζυμώσεων και λήψης αποφάσεων, οι φωνές, τα μπινελίκια, οι τραμπουκισμοί και οι χλευασμοί σε προσωπικό επίπεδο έκαναν τα αμφιθέατρα των σχολών να μοιάζουν με αρένες. Στις φοιτητικές εκλογές, ο κόμπος έφτανε στο χτένι και η υπομονή της φοιτητικής κοινότητας εξαντλούνταν. Δεν έφτανε το πάθος, με το οποίο υπερασπίζονταν τις απολιτίκ απόψεις τους και η υπεροψία στο βλέμμα και τη συμπεριφορά τους, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις έβαζαν τόσες αφίσες, όπου νόμιζες ότι η σχολή ήταν βαμμένη με τρία διαφορετικά χρώματα και οι φοιτητές διαχωρισμένοι σε τρία διαφορετικά μέτωπα. Με την ίδια γλυκιά αφέλεια που τους αντίκρισα για πρώτη φορά, με την ίδια τους ρωτώ και τώρα: «Γιατί βάψατε τη σχολή μου; Γιατί με χωρίσατε από τους συμφοιτητές μου;»
Το πανεπιστήμιο, αυτή η σύγχρονη Μέκκα της μόρφωσης, δημιουργήθηκε για να προάγει τη γνώση, να εξασφαλίσει την επαγγελματική αποκατάσταση και να ικανοποιήσει την ανάγκη για μόρφωση. Προκειμένου να λειτουργήσει και να παράξει αποτέλεσμα χρειάζεται σύμπνοια και συνεργασία μεταξύ των μελών της. Ο διαμελισμός του φοιτητικού κινήματος και η υπαναχώρηση πίσω από παραταξιακά λάβαρα δεν προάγει αλλά υποδαυλίζει τα αιτήματα των φοιτητών. Δεν προσπαθώ να αγνοήσω τις ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές μεταξύ των φοιτητών, αλλά να τονίσω την ομοιότητα των αναγκών και των αιτημάτων τους στα πλαίσια της πανεπιστημιακής κοινότητας. Κανείς δε θα διαφωνούσε με την βελτίωση των εγκαταστάσεων, την αναβάθμιση του προγράμματος σπουδών και την διοργάνωση εκδηλώσεων με ακαδημαϊκό πρόσημο, όπως κανείς δε θα αρνούνταν ότι για την αποχή του 60% των φοιτητών ευθύνονται οι παρατάξεις. Το ζητούμενο δεν είναι η κατάργηση αλλά η αναβάθμιση του φοιτητικού συνδικαλισμού. Η απαγόρευση ίδρυσης παρατάξεων εκτός από παράνομη είναι και άνευ ουσίας. Οι παλαιοκομματικές πρακτικές, ο συσχετισμός των παρατάξεων με τα πολιτικά κόμματα και η πλήρης απουσία επιχειρημάτων καθιστούν τις παρατάξεις ένα καρκίνωμα για το δημόσιο πανεπιστήμιο και επισκιάζουν τις όποιες προσπάθειες ανάδειξης αξιόλογων πολιτών.
















ΠΟΣΟ ΟΜΟΡΦΟ ΚΑΙ ΟΡΘΑ ΔΟΜΗΜΕΝΟ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ!!ΕΧΩ ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΣΤΕΙ ΜΕ ΤΗ ΓΛΑΦΥΡΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΜΕΣΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΑΘΛΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΟΝΟΜΑΖΕΤΑΙ ΔΗΜΟΣΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ…ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ,ΠΛΕΟΝ ΜΟΝΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΔΕΝ ΛΕΓΕΤΑΙ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ.ΤΑ ΑΕΙ ΜΑΣ ΕΧΟΥΝ ΜΕΤΑΤΡΑΠΕΙ ΣΕ ΑΠΕΡΑΝΤΑ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ ΜΕ ΤΙΣ ΑΘΛΙΕΣ ΣΥΝΤΕΧΝΙΑΚΕΣ ΠΑΡΑΤΑΞΕΙΣ ΝΑ ΑΓΟΥΝ ΚΑΙ ΝΑ ΦΕΡΟΥΝ ΤΗ ΣΥΣΤΗΜΙΚΗ ΤΟΥΣ ΕΞΟΥΣΙΑ,,ΕΓΙΝΑΝ ΤΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ ΑΝΔΡΕΙΚΕΛΑ ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗΣ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΚΟΜΜΑΤΙΚΗΣ ΔΙΑΠΛΟΚΗΣ..