Του Νίκου Νυφούδη / οικονομολόγος και δημιουργός του The Life Goddess στο Λονδίνο / aσχολείται ενεργά με την πολιτική και με το Ποτάμι
Έχω κρατήσει ανεξίτηλες στην μνήμη μου τις εικόνες που έρχονται πελάτες στο παντοπωλείο της Store street, μιαν ανάσα από τα αγάλματα του Παρθενώνα, και μου ζητάνε, κρατώντας στο χέρι φθαρμένα σημειωματάρια, οδηγίες για τις διακοπές τους.
Εμείς ως λαός δεν θα καταφέρουμε ποτέ να μπούμε στη θέση τους, γιατί λόγω γεωγραφίας τις έχουμε πολύ εύκολες τις διακοπές. Είτε είναι μια διαφυγή στη Χαλκιδική με φίλους αγαπημένους, είτε είναι ένα διήμερο σε κοντινό νησί. Για τους λαούς της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης η υπόθεση “καλοκαιρινές διακοπές” είναι ένα πολύ σημαντικό κεφάλαιο. Σοβαρή υπόθεση. Όπως άλλωστε και το καθημερινό φαγητό τους.
Προσπαθώ να φανταστώ ποια θα ήταν καλύτερη διαφήμιση για τη χώρα μας, από ένα ζεστό πιάτο καλομαγειρεμένου τουρλού. Και δεν βρίσκω. Να συνοδεύεται από μια ώριμη κρητική ντομάτα κομμένη σαν τριαντάφυλλο, λίγη κρύα φέτα Νεοχωρούδας, παξιμάδι Χατζή και αποξηραμένη ρίγανη Επανομής. Εκεί στα κρύα μεσημέρια του Βρετανικού χειμώνα μπαίνει το δικό μας λιθαράκι για τα “πελατάκια” της χώρας με σκοπό τις καλύτερες διακοπές της ζωής τους.
Ή τί μεγαλύτερη πίεση να ασκήσουμε στους εταίρους μας, από τους ατελείωτες μπουφέδες που διοργανώνουμε, για λογαριασμό της Κομισιόν μία φορά το μήνα. Κάθε μπουκιά από φάβα Σαντορίνης αλειμμένη επάνω σε τραγανό κρητικό ντάκο μαζί με ντοματάκια Ιεράπετρας, είναι μια μικρή νίκη στο διαπραγματευτικό τραπέζι της χώρας. Καταλαβαίνουν ότι “ανήκομεν εις την δύσιν” κατά κάποιο τρόπο.
Και εκεί πρέπει να μείνουμε, φωνάζουμε εμείς με τον τρόπο μας.
Η γαστρονομία είναι η θρησκεία του 21ου αιώνα. Υλιστική μεν και θρησκεία επίγειων θεμάτων, αλλά είναι ίσως πολύ σημαντική για την ψυχική μας ηρεμία ώστε να την αναγνωρίζουν όλοι. Σε κοινωνίες, άλλωστε, που το μεγάλο κεφάλαιο στραγγίζει ψυχικά τον εργαζόμενο, τον πληρώνει αρκετά καλά, ώστε στο μισάωρο διάλλειμα του ή μετά το πέρας της εργασίας του, να μπορεί να ξοδεύει χρήματα για καλό φαγητό και κρασί. Εκεί λοιπόν μας αγαπά, όταν δεν ξοδεύει άσκοπα τον χρόνο του με άνοστα ξαναζεσταμένα λαδερά φαγητά, αλλά αντίθετα απολαμβάνει πλούσιες γεύσεις που του θυμίζουν ηλιοβασιλέματα στη Σαντορίνη ή καυτή άμμο στην Παλαιόχωρα της Κρήτης.
Διαφωνεί κανείς, άραγε, ότι οι Γάλλοι μάς είναι πάντα πολύ πιο συμπαθείς όταν δοκιμάζουμε ένα καλό Γαλλικό κρασί για να συνοδεύσει τις γυαλιστερές που μόλις βγάλαμε από τη θάλασσα ένα καλοκαίρι στο Πευκοχώρι; Ή κάθε φορά που δαγκώνουμε μια τέλεια ψημένη πίτσα δεν αναφωνούμε από ευχαρίστηση, επευφημώντας τη γειτονική χώρα;
Αυτό είναι ακριβώς το θέμα.
Η γαστρονομική διπλωματία μπορεί να γίνει ο δούρειος ίππος μιας νέας Ελλάδας, όταν θα καταφέρει να συνδυάσει τις πολιτικές του Υπουργείου Τουρισμού και του ΕΟΤ, με τις δυνατότητες των Συνεταιρισμών οι οποίοι σε συνεργασία με τα Επιμελητήρια και όλους εμάς που δραστηριοποιούμαστε στο χώρο σε αγορές εξωτερικού θα προσφέρουμε ένα αυθεντικό ελληνικό προϊόν.
Εγώ πάντως αν και “βουλευτής εν αναμονή” -όπως περιγράφω χαριτολογώντας την κατάστασή μου -λόγω του εκλογοδικείου που εκκρεμεί- στους Βρετανούς- όταν μαζευόμαστε με τον Paul Mason** και την Theopi Skarlatos για να ανταλλάξουμε πληροφορίες για την κατάσταση της χώρας, τους τρατάρω μερικούς από τους καλύτερους θησαυρούς της χώρας μας όπως ελιές Χαλκιδικής, κασέρι Σοχού, κρίταμα Μαρμαρά, άγρια χόρτα Βασιλικών και αν είναι τυχεροί μπάμιες Καμπουτζίδας, για να κρατάνε βαθιά στο μυαλό τους, γιατί αυτός ο τόπος πρέπει να σωθεί…
*Ο Paul Mason, είναι δημοσιογράφος του Channel 4, η Theopi Scarlatos εργάζεται στο BBC και μαζί έχουν φτιάξει ένα εξαιρετικό ντοκιμαντέρ για την Ελλάδα στα χρόνια της κρίσης.















