Γράφει ο Δημήτρης Πετρίδης
Τα πάντα ήταν έτοιμα: με φόντο το ειδυλλιακό τοπίο της ζούγκλας- στο σημείο που το τρεχούμενο ρυάκι συναντούσε μια συστάδα δέντρων- η ενωμοτία των πιθήκων είχε επιβάλει την τάξη στο, μέχρι πρότινος αλλόφρον, πλήθος, με «ανώδυνες» νουθεσίες, οι οποίες περιελάμβαναν ευτυχείς επαφές των μετώπων των υπόλοιπων ζώων με σιδερογροθιές, φιλικά χτυπήματα στην πλάτη με ρόπαλα και δροσερά ντους με οξύ.
Άπαντες περίμεναν την άφιξη του αρχηγού. Ένα πιθηκοειδές, που, παραδόξως, είχε την ικανότητα της ομιλίας, θεώρησε σωστό να καλωσορίσει τα παριστάμενα ζωάκια- που ήταν παντός είδους: λιοντάρια, λαγοί, ζέβρες κ.α.- ενημερώνοντάς τα για τον τρόπο λειτουργίας της «παράταξής» τους: “Λοιπόν, μόλις σκάσει μύτη το μεγάλο, ατελείωτο αρχηγό μας, εσείς πρέπει σηκωθείτε όρθιοι. Κι επειδή βλέπω πολλά τετράποδα ν’ αναρωτιούνται «πως κάνουμε αυτό;», σας λέω ότι πρέπει σηκωθείτε στα δύο πόδια. Τα πτηνά να συνεχίσουν να πετούν, αλλά κάθετα. Για σεβασμό.»
Ο αρχηγός, ένας μπαγάσας ολκής, που κρυφάκουγε όλη τη συζήτηση, αποφάσισε να πιάσει εξ απήνης όσους είχαν έρθει για ν’ ακούσουν τις πρώτες του δηλώσεις ως επίσημο μέλος του συμβουλίου της ζούγκλας. Έτσι, μ’ ένα απότομο ξεπέταγμα και την ιαχή “Τα- τα!”, προσγειώθηκε στο μέσο της «σκηνής».
“Εγκέρτητω!”, ούρλιαξε, δοκιμάζοντας τις αντοχές των φωνητικών του χορδών, το πιθηκάκι. “Όλοι πάνω! Πόσο πιο απλά να το πούμε; Εγκέρτητω”. Κάπου στο βάθος, μια καταβεβλημένη αλεπού, συνέχιζε να κάθεται. Ο πίθηκος την πλησίασε με ταχύ βήμα. “Γιατί δε σηκώνεσαι εσύ; Μας το παίζεις πονηρή αλεπού;”,
“Καθόλου”, απάντησε αστραπιαία η έντρομη αλεπού. “Απλά πάσχω από πολιομυελίτιδα από μικρή και τα τελευταία χρόνια είμαι καθηλωμένη σ’ αυτό το αναπηρικό καροτσάκι”, ολοκλήρωσε την εξήγησή της και χτύπησε, προς επίρρωση των ισχυρισμών της, το καροτσάκι.
Το πιθηκοειδές πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεφύσησε απηυδισμένο. Ένιωθε μέσα του το δίκιο να το πνίγει και βαθύτερη επιθυμία του ήταν να «μεταβιβάσει» αυτό το πνίξιμο στην αλεπού- με τα χέρια του. Παρά ταύτα, απέδειξε για χιλιοστή φορά πως εκτός από σωματικό τέρας, ήταν και τέρας ψυχραιμίας: “Ε, ρε να πάρει! Αν είχα από ένα ευρώ για κάθε φορά που άκουγα χαζές δικαιολογίες σαν τη δική σου, τώρα θα ήμουνα ο Bill Gates. ΕΓΚΕΡΤΗΤΩ!”.
Η αλεπού, μοιρολατρικά, ηγέρθη με τη βοήθεια των δύο διπλανών της. “Πολύ μυελίτιδα και βλακείες!”, μουρμούρισε ο πίθηκος καθώς απομακρυνόταν. “Άμα είχε πολύ μυαλό, όπως λέει και η ασθένειά της, δε μπορούσε να σηκωθεί με τη μία;”
Μετά απ’ αυτό το ατυχές περιστατικό, επικράτησε νεκρική σιγή. Σ’ αυτό βοήθησαν και οι προειδοποιήσεις των λοιπών γοριλών, πως αν δεν κάνει ησυχία το ακροατήριο η “νεκρική σιγή” θα μετατραπεί από μεταφορική σε κυριολεκτική.
“Λίγο πριν έρθω εδώ, μ’ έπιασαν οι φιλοσοφικοί προβληματισμοί μου”, εξομολογήθηκε σε ήρεμο τόνο ο αρχηγός με το που πήρε το λόγο. “Κοιτούσα επίμονα τον καθρέφτη του δέντρου μου και αναρωτιόμουνα «Να ζει κανείς ή να μη ζει;»”.
“Ναζί!”, τσίριξαν μεμιάς οι πίθηκοι που βρισκόντουσαν κάτω από την αυτοσχέδια εξέδρα που είχαν στήσει για τον αρχηγό.
“Αυτό λέω κι εγώ!”, αναθάρρησε ο ομιλών. “Τέλος πάντων, είμαι σίγουρος πως αδημονείτε ν’ ακούσετε το θριαμβευτικό μου μονόλογο για την είσοδό μας στο συμβούλιο, ε;”, ρώτησε το κοινό.
Τα ενθουσιώδη “Ουγκ- ουουοου”, που ακούστηκαν ήταν η απόλυτη λεκτική επιβεβαίωση που περίμενε ο αρχηγός.
“Καλώς!”, είπε ανεβάζοντας τον τόνο της φωνής του σ’ επικίνδυνα, για τα ποτήρια, επίπεδα. “3 λέξεις: Veni, Vidi, Vissi. Τουτέστιν «με φιμώσατε, με λασπολογήσατε, με διαβάλατε, με συκοφαντήσατε, μπούχτισα και πήγα στη Βίσση να ξεσκάσω»”.
“Μπορείς απόψε να βγεις μ’ όλες τις τσούλες της γης, βγες μπροστά, δυνατά για νέους έρωτες, να βρεις κορίτσια σωστά για να χαρεί κι η μαμά, στην πυρά, στην πυρά με τις ξενέρωτες…”, άρχισε να τραγουδά μεμιάς το φιλόμουσο πλήθος.
“Ακριβώς! Στην πυρά, όχι μόνο οι ξενέρωτες, αλλά και όσα θηλυκά αρνούνται να εκπληρώσουν την υποχρέωσή και ύπατη τιμή τους: την τεκνοποιία”, εξέφρασε την πεφωτισμένη άποψή- διαταγή του ο αρχηγός.
“Με συγχωρείτε!”, πετάχτηκε μία ιπποπόταμος. “Δεν πιστεύετε στην ισότητα των δύο φύλων;”, θέλησε να μάθει.
“Βεβαίως και πιστεύουμε. Στην ισότητα των δύο, των τριών, ακόμα και των τεσσάρων φίλων”, της απάντησε ο αρχηγός. “Ένα αρσενικό μπορεί να έχει όσους φίλους θέλει- κανείς δε θα του υπαγορεύσει πόσους. Εκτός κι αν δεν είναι μαζί μας, αλλά εναντίον μας. Τότε είναι εχθρός!”.
“Δεν εννοούσα αυτό”, έσπευσε να διευκρινίσει η ιπποπόταμος. “Εννοούσα ότι τα θηλυκά και τα αρσενικά είναι ισότιμα μέλη της ζούγκλας”.
Το πρόσωπο του αρχηγού πήρε ένα έντονο μπλαβί χρώμα. “Ιπποπόταμος- φεμινίστρια!”, εξερράγη. “Και την κόβω και ξενέρωτη. Στην πυρά!”
Άμεσα, τέσσερις γορίλες άρχισαν να τρίβουν δέντρα μεταξύ τους προκειμένου ν’ ανάψουν φωτιά. Δύο πίθηκοι έπιασαν την ιπποπόταμο και την εκσφενδόνισαν προς την τελευταία, πύρινη κατοικία της.
“Επιτέλους, τελειώσαμε με δαύτην”, εξέφρασε την ικανοποίησή του ο αρχηγός. “Με κούρασε τόσο πολύ… Άμα είναι ζώο η άλλη, τι περιμένεις;”, ήταν η ρητορική του ερώτηση. Οι υπόλοιποι συνοδοιπόροι του κούνησαν τα κεφάλια τους σ’ ένδειξη κατανόησης. “Όπως και να ’χει, ερχόμαστε! Τι «ερχόμαστε», δηλαδή, «ήρθαμε»!”, συνέχισε ενθουσιωδώς ο αρχηγός. “Επιτρέψτε μου να κλείσω τη σημερινή ομιλία όπως την ξεκίνησα: με φιλοσοφική σοφία. Θέλετε;”
“ΟΥΓΚ-ΟΥΟΥ!!”
“Κάποιος, κάπου, κάποτε είχε πει «Να μη γνώτω η αριστερά τι ποιεί η δεξιά». Ε, από δω και πέρα η αριστερά θα γνώτω και θα παραγνώτω τι ποιεί η (ακρο)δεξιά! Καληνύχτα!”
“Μην ανησυχείς αφεντικό, εμείς δε γνώτω τίποτα! Μόνο να δέρνουμε!”, προσέθεσε μια πιθηκική κορώνα ο υπασπιστής του αρχηγού. Έπειτα, το σύνθημα «Θα φάτε ξενέρωμα, όσοι δεν είστε με το Ασημένιο Ξημέρωμα», άρχισε να δονεί το χώρο.
Σιγά- σιγά, οι φωνές κόπασαν. Το φεγγάρι είχε ανέβει ψηλά στον ουρανό φωτίζοντας άριστα το δρόμο των ζώων που αποχωρούσαν. Τελευταία έφυγαν τα δύο λιοντάρια- οι προαιώνιοι διοικητές της ζούγκλας. Κάτι είπε το ένα στο άλλο και έμειναν ν’ αλληλοκοιτάζονται προβληματισμένοι.
Ήταν το εξής:
“Διάβολε, πώς αφήσαμε να συμβεί αυτό;”













