Γράφει η Νένα Μυρωνίδου / nenemy1@hotmail.com
Από μικρή που ήμουν, μάθαινα την αξία του αριθμού τρία στη ζωή του ανθρώπου. Τρεις οι μοίρες των παραμυθιών στις κούνια της Ωραίας Κοιμωμένης. Τρία τα δάχτυλα που κρατάμε το πιρούνι στο φαγητό. Τρεις οι υποστάσεις του Θεού. Πού να φανταζόμουν πως κάποτε η πίστη μου στην τριαδικότητα θα διευρυνόταν τόσο που να μην είναι πια πίστη αλλά ακολουθία, υποταγή, εξαναγκασμός, και μάλιστα χωρίς το πριμ της ελευθερίας της βούλησης αλλά της πώλησης στο γάμο Ελλάδας και παγκοσμιοποίησης της ντροπής της με τη γνωστή τριμελή-τροϊκανή κουμπαριά.
Η γιαγιά μου πάντα λέει πως οι χοροί και τα τραγούδια με έφαγαν και δεν έφτασα τις προσδοκίες της. Γιαγιά, δίκιο είχες. Γίναμε όλοι για τα πανηγύρια με το χορό που μας χορεύουν τώρα στην οικουμενική πολιτική, που με λαγνεία ξερογλειφόμασταν να αποκτήσουμε όταν ακόμα σιδερώναμε τις 400 πιέτες της φουστανέλας μας. Για να δούμε πόσο πλισέ θα γίνει η αξιοπρέπειά μας, όταν μας τελειώσει ο συρτός που μας άρχισαν με γρήγορο ρυθμό όργανα του εκσυγχρονισμού.
Κι όχι πως έχω ιδιαίτερη αποστροφή, αλλά η μεσαία τάξη είναι εκείνη που της έκλεισαν τα αυτιά να μην ξέρει το ρυθμό και κοιτάζει τα βήματα τρέχοντας πίσω από τη γραμμή της παγκόσμιας τάξης πραγμάτων. Αυτό βέβαια που φοβάμαι είναι να μην ακούγονται όλα αυτά σαν εκείνα τα εξωκοινοβουλευτικά αριστερά παράπονα που ποτέ δεν βρίσκουν λύσεις στα προβλήματα και υπάρχουν για να εκτονώνεται και η αντίθετη άποψη.
Έπρεπε να είχαμε πάρει χαμπάρι και απόφαση αυτή την κατάληξη από νωρίς. Από τότε που οι ανίδεοι προτίμησαν τον καπιταλισμό να τους βγάλει από τη φτώχεια του προδότη σοσιαλισμού. Από τότε που το πιο σημαντικό θέμα ήταν η ερωτική ζωή του πλανητάρχη. Από τότε που φτύσαμε επάνω στον ηρωισμό των επαναστάσεών μας δείχνοντάς τον ως κιτς. Γι’ αυτό δεν έχω να πω πολλά που να είναι μακριά από το να δεχτούμε πως από το καράβι όπου μπήκαμε από φόβο, δεν πηδάμε να κολυμπήσουμε προς τα πίσω. Κι από ταπείνωση δεν αφήνουμε τον καπετάνιο να μας φτάσει στο λιμάνι που από πριν γνωρίζαμε ότι μας βγάζει αυτό το ταξίδι. Να ευχηθούμε μόνο να έχει άπνοια. Και τα σκυλόψαρα, που ορέγονται την επιστροφή μας βρεγμένους, να μείνουν μακριά, γιατί τώρα μάθαμε τον τρόπο να τα εξολοθρεύουμε. Τα κάνουμε κι αυτά να χορεύουν μαζί μας.














