Γράφει η Νένα Μυρωνίδου / nenemy1@hotmail.com
Μου λένε οι φίλοι μου, πως είμαι εκτός εποχής και οι γονείς μου πως είμαι άλλης εποχής. Δε σας κρύβω, το πρώτο μου φέρνει μοναξιά, το δεύτερο απόσταση. Για να μην παρεξηγούμαι, δεν είναι ότι λείπω από εδώ, αλλά σαν να είμαι αλλού.
Το δικό μου ‘αλλού’, όχι πως είναι και μακριά, αλλά σαν να ανήκει κάπου σε ένα παρελθόν, από το οποίο τα μαζέψαμε και την κάναμε με ελαφρά. Δε νομίζετε ότι κάποιο πέταξαν τους μπαγλαμάδες και έγιναν οι ίδιοι μπαγλαμάδες; Ποιοι είναι εκείνοι που αποφάσισαν να κάνουν το ρεμπέτικο, να μοιάζει ντεμοντέ, μπαναλαρία, παλιατζούρα, αντίκα της γιαγιάς μας; Θηρίο γίνομαι. Συγγνώμη για την παρεκτροπή, αλλά δεν αντέχω την αδικία, που ξεπαστρεύει τα είδη, επιβάλλοντας νεωτερισμούς, που δεν ταιριάζουν στον τρόπο που μεγαλώσαμε. Όχι πως αρνούμαι την εξέλιξη στη πορεία του χρόνου, αλλά δε χρειάζεται να φοβόμαστε τη προέλευσή μας για να πιστεύουμε ότι προοδεύουμε.
Λυπάμαι, γιατί το ρεμπέτικο είναι καταχωνιασμένο. Σας θυμίζω, όμως, πως πρόκειται για την πιο ανατρεπτική ροκιά στην ιστορία της παγκόσμιας μουσικής. Είναι φορέας επανάστασης και ανένταχτης έκφρασης της αγάπης, και διεκδικεί ανάλογη θέση στα πράγματα, όπως το πέρασμά του από το μέγαρο μουσικής, και τον επάξιο ανταγωνισμό με οποιαδήποτε ισοπεδωτική προσπάθεια ολοκληρωτισμού και κονσερβοποίησης της τέχνης.
Δε θέλω να γίνομαι κουραστική, αλλά όπως λέει και ο Σαββόπουλος, την ιστορία τη γράφουν οι παρέες. Αυτές οφείλουν να αφήσουν την ψυχή να λικνιστεί στη ειλικρίνεια, ότι το κορμί ζητά τον αρχέγονο ήχο. Ο μπαγλαμάς, αν δεν είναι αυτός που τώρα είναι στη θέση του λαμόγιου. Είναι ένα όπλο ένωσης, έρωτα, αντίστασης και ελπίδας, ότι τα μικρά πράγματα, σαν αυτόν, κάνουν τη ζωή σπουδαία και γεμάτη σε μνήμες και μάχες. Κι αν έχει φύγει κάπως από τα πράγματα, δε μας έχει εγκαταλείψει. Ακόμα μας περιμένει, κι ίσως τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή, αυτής της επανασύνδεσης με την παράδοση και το χαμένο ‘εγώ’ μας. Για σκεφτείτε το.















Το ρεμπέτικο μάλλον έσβησε γιατί έτσι συμβαίνει στην ιστορία. Όλα τα είδη φθίνουν ή και σβήνουν ή και σιγοκαίνε.