Του Αντώνη – Μάριου Παπαγιώτη
Συνήθισες στο αίμα. Ανθρώπων αληθινό. Ομόαιμα. Πια το ζητάς μονάχος σου. Επιζητάς την ώρα και τη στιγμή που θα ‘σαι εκεί στην όποια πλατεία, να φωνάζεις, να κραυγάζεις όταν θα τους κρεμούν και θα τους τιμωρούν για τα κρίματα. Αυτά που εσένα σ’ έκαναν φτωχό, ζήτουλα ξανά.
Σήμερα, φθάσαν πιο κοντά. Στο κέντρο, στη πλατεία, στο Σύνταγμα. Εκεί κοντά στο Απόσπασμα, στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Στο σπίτι του Άκη. Καιρό τώρα δεν ήθελα να μουν Άκης. Δεν θα μπορούσα εξάλλου και να…
το ονειρευόμουν. (Με πιστεύεις;). Δεν θα ‘θελα, αλήθεια, να μαι σοσιαλιστής από εκείνους που βάφτισε ο Ανδρέας πολιτικούς και τους έδωσε σπίτι και γκόμενες. Για να επιβιώσει ο ίδιος. Γι΄αυτούς τον στήσαν στο σκαμνί. Οι ίδιοι πήγαν να τον φάνε. Κάθισε όμως. Ο Αντρέας έκανε λάθη, αλλά είχε αρχίδια. Το ξέρεις. Το ξέρω κι εγώ κι ας μεγάλωσα μ’ ένα πατέρα να τον λέει “λαοπλάνο” όταν τον έβλεπε στο γυαλί. (Μην σου γράψω πάλι γι’ αυτό το γυαλί. Δεν ξέρω αν ήταν καλύτερο τότε, αλλά πάντα να θυμάσαι ότι εσένα καθρεφτίζει. Ότι πλευρά από το νόμισμά σου του ρίξεις, αυτή θα παίξει σαν τζουκμπόξ). Μποξ τον είχαν κάνει θυμάμαι τον Αντρέα, το έζησε ο Τσοβόλας από κοντά και σήμερα σου είπε ότι όλοι πρέπει να στηθούν. Ν’ ανακριθούν. Και εσύ μπορεί ξανά να τον λατρέψεις.













