Γράφει η Ξένια Θρασυβουλίδου / εκπαιδευτικός
Περπατούσε στη γειτονιά του. Γύρω του οι πολυκατοικίες υψώνονταν η μία δίπλα στην άλλη και φανέρωναν το φαινόμενο της ανοικοδόμησης που τα τελευταία χρόνια είχε γίνει μόδα. Ένας ένας με τη σειρά οι ιδιοκτήτες των μονοκατοικιών παραχωρούσαν το σπίτι τους σε κάποιον πολλά υποσχόμενο πολιτικό μηχανικό και μέσα σε λίγους μήνες στη θέση του «ξεφύτρωνε» μία πολυκατοικία με πολλά διαμερίσματα, έτοιμα να φιλοξενήσουν οικογένειες, ζευγάρια, φοιτητές…
Σε ένα από αυτά τα διαμερίσματα μιας πολυκατοικίας ζούσε κι αυτός εδώ και 5 χρόνια. Η πρωινή βόλτα ήταν καθιερωμένη. Μερικές φορές και η βραδινή, όταν ο χρόνος του αφεντικού του ήταν αρκετός. Απολάμβανε κάθε στιγμή που ήταν πλάι στο αφεντικό του. Πιστός, φύλακας, μα πάνω από όλα φίλος. Ήταν δίπλα του να τον ακούει σε κάθε δύσκολη ή εύκολη στιγμή, ευχάριστη ή δυσάρεστη. Όταν δεν πήγαιναν καλά οι δουλειές στο μαγαζί και μοιραζόταν μαζί του τις ανησυχίες του, όταν γυρνούσε κουρασμένος στο σπίτι το βράδυ και του κουνούσε την ουρά του προσπαθώντας να του φτιάξει το κέφι. Κάθε φορά με το που άκουγε τα κλειδιά στην πόρτα περίμενε να τον αντικρίσει, να τον αγγίξει, να δει την έκφραση στο πρόσωπό του, για να καταλάβει αν είχε πάει καλά η μέρα του, αν όλα είχαν κυλήσει όπως έπρεπε να κυλήσουν. Αν το κορίτσι με τα μεγάλα πράσινα μάτια είχε περάσει να τον δει. Πώς έλαμπε το πρόσωπό του κάθε φορά που του μιλούσε για εκείνη…
Εκείνη τη μέρα λοιπόν το ξυπνητήρι δεν έκανε σωστά τη δουλειά του και η πρωινή τους βόλτα ακυρώθηκε, αφού έπρεπε μέσα σε λίγα λεπτά να ετοιμαστεί και να ξεκινήσει για το μαγαζί. Ούτε καφέ πρόλαβε να πιει. Έφυγε τόσο βιαστικά που ξέχασε να κλειδώσει και την πόρτα. «Δεν πειράζει, έχω τον καλύτερο φύλακα να προσέχει το σπίτι», σκέφτηκε καθώς κατέβαινε με το ασανσέρ…
Ο ήχος της μηχανής του αυτοκινήτου που έπαιρνε μπρος τον έκανε να πάρει τη μεγάλη απόφαση. Θα έκανε τη βόλτα μόνος του σήμερα. Σηκώθηκε στα δυο του ποδαράκια και άνοιξε το χερούλι της εξώπορτας. Κατέβηκε γρήγορα τις σκάλες και φτάνοντας στην είσοδο της πολυκατοικίας, το ξανασκέφτηκε. Κάθε μέρα έκανε αυτή τη βόλτα. Ήξερε που πρέπει να πάει. Ποιον δρόμο να ακολουθήσει, για να γυρίσει πίσω.
Ήταν λοιπόν έξω και τριγυρνούσε στους δρόμους της γειτονιάς. Έφτασε στο παρκάκι και πλησίασε στο «δικό» του δέντρο. Το πάρκο εκείνη την ώρα δεν είχε κόσμο. Ο ήλιος έκανε την εμφάνισή του σιγά σιγά και οι ακτίνες του τον πλησίασαν και μοιράστηκαν τη ζεστασιά τους. Κοίταξε γύρω του. Η ησυχία μαρτυρούσε ότι η πόλη κοιμόταν ακόμη. Έτρεξε από τη μια μεριά του πάρκου στην άλλη. Η πρωινή αύρα χόρευε μαζί του. Ένιωθε ελεύθερος. Ίσως για λίγες μόνο στιγμές, αφού μετά θα επέστρεφε σπίτι, αλλά όλη η μέρα ήταν δική του. Θα μπορούσε να τριγυρίσει όσο ήθελε, να τρέξει, να παίξει με άλλα σκυλιά, να φάει και από τα σκουπίδια-αν και ήξερε ότι αυτό πρέπει να το αποφύγει. Θα μπορούσε να «σημαδέψει» όλα τα δέντρα του πεζοδρομίου και να μυρίσει όποια γωνία ήθελε χωρίς να τον τραβήξει το λουράκι του αφεντικού του για να πάνε παρακάτω. Θα μπορούσε να απολαύσει τη μέρα που μόλις τώρα ξεκινούσε και το βράδυ να επιστρέψει σπίτι.
Μια μυρωδιά μίλησε στα ρουθούνια του. Κάτι ψηνόταν εκεί γύρω και τον «καλούσε» να πάει κοντά. Κάποιος λάτρης του καλού φαγητού ετοίμαζε κάποια λιχουδιά. Η μύτη του δεν τον γελούσε. Τα κάρβουνα στη φωτιά ήταν έτοιμα και τα κρεατικά έπαιρναν σειρά το ένα μετά το άλλο. «Δεν πρέπει να είναι πολύ μακριά.», σκέφτηκε. Ακολουθώντας τη μυρωδιά έστριψε πίσω από το παρκάκι και συνέχισε να προχωράει αφήνοντας τις πολυκατοικίες της γειτονιάς του. Η μυρωδιά γινόταν όλο και πιο δυνατή. Τον είχε μαγέψει και την ακολουθούσε χωρίς να σκέφτεται πια. Πρώτη φορά έκανε τόσο μεγάλη βόλτα. Πρώτη φορά απομακρυνόταν τόσο πολύ από τους δρόμους της γειτονιάς του. Τα βήματά του ήταν αρκετά αβέβαια προδίδοντας την ανασφάλεια που είχε χωρίς το αφεντικό του, αλλά παράλληλα τα μάτια του έλαμπαν για καθετί καινούριο που έβλεπε, που μύριζε, που άγγιζε. Φτάνοντας στις μπάρες που χωρίζουν τον αυτοκινητόδρομο από την πόλη κοντοστάθηκε για λίγο. Ένας ακόμη δρόμος που έπρεπε να περάσει. Ήξερε ότι έπρεπε να το κάνει με προσοχή. Έκανε να βρει τα φωτεινά σήματα που του θύμιζαν πότε μπορούσε να περάσει τον δρόμο-αφού έτσι έκαναν πάντα με το αφεντικό του-, αλλά δεν μπόρεσε να διακρίνει κάτι. Η μυρωδιά είχε γίνει ακόμη πιο έντονη και η επιθυμία του να δοκιμάσει κάτι από αυτά τα καλούδια ακατανίκητη. Πάτησε τα ποδαράκια του στον δρόμο, έτοιμος να περάσει απέναντι. Το τελευταίο που άκουσε ήταν η κόρνα ενός αυτοκινήτου και μετά ένα δυνατό φρενάρισμα…
Στο σπίτι, αργά το βράδυ, γυρνώντας το κλειδί στην πόρτα περιμένει να ακούσει το χαρούμενο γάβγισμά του…
(στο κανελί σκυλάκι που χθες έκανε μια διαφορετική βόλτα…)













