“Το Βραβείο”

0
1459

Να τρέξει, να τρέξει! Μα, τι ήταν αυτό που έπαθε πάλι; Αχ, Θεέ μου, πώς θα προλάβει; Πώς θα προλάβει, έτσι όπως τα κατάφερε; Ήταν ανάγκη να του συμβεί αυτό σήμερα; Να τρέξει, να τρέξει! Να γυρίσει γρήγορα πίσω και μετά πάλι ξανά στον Πειραιά. Αυτό το κορίτσι τα φταίει όλα. Αυτή, αυτή που χάλασε τον κόσμο. «Γρήγορα, θείε» και «γρήγορα, θείε, γιατί πρέπει να φύγω, έχω ένα σωρό δουλειές». Τι δουλειές είχε δηλαδή; Όλη μέρα στον υπολογιστή και στο κινητό χαζολογάει. Αυτή, αυτή, η Μαργαρίτα φταίει για όλα. Που να τη μαδήσει φύλλο-φύλλο, για να δει αν έχει μια στάλα μυαλό μέσα στο κεφάλι της! Που κάνει συνέχεια την έξυπνη. Γιατί νομίζει πως τα ξέρει όλα. Και τώρα αυτός τρέχει και δεν φτάνει εξαιτίας της. Αλλά, έλα που είχε την ανάγκη της!

Το βραβείο αυτό το ονειρευόταν, χρόνια τώρα. Ήθελε τόσο πολύ να το κερδίσει. Πίστευε ότι σίγουρα το άξιζε. Από μικρό παιδί του άρεσε να γράφει. Κατά καιρούς, είχε πάρει μέρος σε πολλούς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Όμως, ποτέ μέχρι σήμερα δεν είχε κατορθώσει να κερδίσει, ούτε μία φορά, το πολυπόθητο βραβείο. Ούτε καν έναν έπαινο!

Πολλές φορές είχε αναρωτηθεί γιατί οι επιτροπές δεν επέλεγαν τα δικά του διηγήματα. Στο σχολείο έγραφε τις καλύτερες εκθέσεις. Ο φιλόλογος, τις περισσότερες φορές, τις διάβαζε δυνατά για να παραδειγματιστούν οι συμμαθητές του από το γλαφυρό του ύφος, τα ευφάνταστα καλολογικά στοιχεία, τις ανθόσπαρτες περιγραφές της φύσης. Αλλά, βλέπεις, βραβείο κέρδιζαν κάτι άλλα διηγήματα, πάντα νεότερων σε ηλικία διαγωνιζομένων. Κάτι άσχετα, ακαταλαβίστικα κείμενα, γεμάτα ασυναρτησίες. Κάτι κείμενα τα οποία, ούτε ο ίδιος ο συγγραφέας καταλάβαινε, αν τολμούσε να τα διαβάσει λίγο καιρό αργότερα. Κι ας μη μιλήσουμε για τη θεματολογία. Τα μισά ήταν για φόνους, κάποια για εξορκιστές και διαβόλους και τα υπόλοιπα και για ό,τι αρνητικό και σκοτεινό κρύβει ο άνθρωπος μέσα του. Άσε πια το ύφος! Το δήθεν μοντέρνο, το δήθεν ψαγμένο, που το ψάχνεις και δεν το βρίσκεις. Το δήθεν διαφορετικό κι άντε να καταλάβει ο αναγνώστης «τι θέλει να πει ο ποιητής» και να βγάλει νόημα. Η απονομή των βραβείων ήταν αντιστρόφως ανάλογη της κατανόησης του αναγνώστη. Όσο ο αναγνώστης δεν καταλάβαινε, τόσα περισσότερα τα βραβεία. Τι στο καλό;  Δεν θα βρίσκονταν κάποιοι, κάποια στιγμή, που θα εκτιμούσαν και τα δικά του λογοτεχνικά πονήματα;

Κοντούλης, φαλακρούλης, χοντρούλης, γύρω στα εξήντα. Παλαιοβιβλιοπώλης στο Μοναστηράκι. Από αυτή τη δουλειά έζησε την οικογένειά τους ο πατέρας του. Τη μητέρα του, την αδελφή του κι αυτόν.

Τα πρώτα χρόνια ο πατέρας του δεν είχε μαγαζί. Το εμπόρευμά του ήταν εκτεθειμένο πάνω σ΄ έναν πάγκο, στην πλατεία Αβησσυνίας. Σ’ αυτόν τον πάγκο με τις τρεις ρόδες, που για φρένο είχε μια παλιά γαλότσα, ήταν όλη του η περιουσία. Όλες τις ημέρες και φυσικά και τις Κυριακές, με κρύο, ζέστη και βροχή, ο Οδυσσέας διέθετε στους βιβλιόφιλους της Αθήνας ξεχασμένα, σπάνια, δυσεύρετα αλλά και απαγορευμένα βιβλία. Πέρασε καλές εποχές. Μην κοιτάς τώρα που τα πράγματα έχουν δυσκολέψει. Τότε ο κόσμος αναζητούσε το παλιό καλό βιβλίο. Έτσι, αργότερα τα κατάφερε και νοίκιασε ένα λιλιπούτειο μαγαζί λίγο παρακάτω. Ένα μαγαζάκι που έμοιαζε με κρυψώνα, σ’ ένα στενό αθέατο σχεδόν δρομάκι που δεν υπήρχε ούτε στον χάρτη· όλοι όμως το γνώριζαν γιατί έσφυζε από την παρουσία των βιβλίων. Το λογοτεχνικό σοκάκι της Αθήνας, όπως το αποκαλούσε ο ίδιος. Φώλιασε, λοιπόν, τους ανεκτίμητους φίλους του στο «Βιβλιοπωλείο της Νοσταλγίας».

Δεν άργησε να γίνει γνωστός στο βιβλιόφιλο κοινό. Ιδιαιτέρως αγαπητός, έφερνε  βόλτα όλη την Αθήνα, για να εξασφαλίσει στους πελάτες του τα βιβλία που του ζητούσαν. Πρώτος έτρεχε όταν τον καλούσαν να αναδιφήσει τη βιβλιοθήκη του ανθρώπου που πριν από λίγο καιρό είχε αποβιώσει. Και πάντα κατόρθωνε να ξετρυπώνει θησαυρούς.

Με τον καιρό, το μικρό, ζεστό και φιλόξενο παλαιοβιβλιοπωλείο του Οδυσσέα εξελίχθηκε σε στέκι των εραστών της λογοτεχνίας, της ποίησης, της τέχνης και της ιστορίας. Από εκεί περνούσαν καθημερινά συγγραφείς, ποιητές, καλλιτέχνες αλλά και δημοσιογράφοι. Εκεί τους έβρισκε το ξημέρωμα, ανάμεσα σε κρασοκατάνυξη, τσίπουρο και άφιλτρα, να κουβεντιάζουν για την τέχνη αλλά και ν’ αναλύουν την πολιτική κατάσταση τα δύσκολα χρόνια που η χώρα ήταν στον γύψο. Συντροφιά τους και το ραδιοφωνάκι του Οδυσσέα, με τον χαρακτηριστικό δείκτη που προσπαθούσε να πιάσει τη βραχνιασμένη συχνότητα, για να τους μεταδώσει τα νέα και τις ειδήσεις από το εξωτερικό. Όλοι μαζί παρέα άκουσαν στις 28 Μαρτίου του 1969 από το BBC τη βαθιά, χαρακτηριστική φωνή του Γιώργου Σεφέρη να στηλιτεύει το καθεστώς των συνταγματαρχών. Και εκεί, στο μικρό αθέατο παταράκι του, έκρυψε για τέσσερις ημέρες τους φοιτητές που κυνηγούσε η αστυνομία στα γεγονότα του Πολυτεχνείου, τον Νοέμβρη του 1973.

Πραγματικά, μία αίσθηση νοσταλγίας ένιωθε εκεί μέσα ο επισκέπτης. Στοίβες ανακατεμένα βιβλία τον καλούσαν σε ένα κυνήγι λογοτεχνικού θησαυρού ανάμεσα σε κιτρινισμένες, σκονισμένες σελίδες, ακρωτηριασμένα εξώφυλλα, δυσανάγνωστα πολλές φορές γράμματα από τους χυμένους καφέδες, αφιερώσεις και ιδιόχειρες σημειώσεις του αναγνώστη. Εκεί όπου ο Δον Κιχώτης κρυφοκοίταζε τη Μαντάμ Μποβαρύ και ο Γιάννης Αγιάννης συζητούσε με τον Παπαδιαμάντη. Εκεί, όπου η αναζήτηση γινόταν με την αφή και τη μυρωδιά της υγρασίας που αναδύει το  παλιό χαρτί, σε έναν κόσμο που δεν υπήρχε πια. Ένα σύμπαν, πηγή γνώσης, που κρατούσε ζωντανό το παρελθόν ενός ωκεανού σκέψεων και ιδεών. Λογοτεχνία κυρίως, αλλά και ιστορία, εφημερίδες, περιοδικά, χάρτες, η «Διάπλαση των παίδων», παλαίτυπα, νεοελληνικός διαφωτισμός· γραμμένα στην καθαρεύουσα, στη δημοτική αλλά και στην καραμανλήδεια γραφή.

Ο πατέρας του ήταν αυτός που του κληροδότησε την αγάπη για τα βιβλία και τη λογοτεχνία. Μέσα στο παλαιοβιβλιοπωλείο περνούσε όλες του τις διακοπές όταν ήταν παιδί, ανακαλύπτοντας και διαβάζοντας «Τα άνθη του κακού» του Καρόλου Μπωντλαίρ, σε μετάφραση Γιώργη Σημηριώτη, έκδοση 1949, την «Ομήρου Οδύσσεια», Λειψία 1918, τη «Λυγερή» και τα «Λόγια της Πλώρης» του Ανδρέα Καρκαβίτσα, εκδόσεις του 1896 και του 1899 αντιστοίχως, «Τα μυστήρια» του Κνουτ Χάμσουν, έκδοση 1923, το «Η Κυρία με τας καμελίας» του Αλέξανδρου Δουμά (υιού), έκδοση 1933.   Εκεί μέσα χανόταν και ονειρευόταν να γίνει κι αυτός μια μέρα μεγάλος συγγραφέας.

Όταν ήταν γύρω στα δεκατέσσερα, τον έπιασε μια μέρα ο πατέρας του κρυμμένον σε μια γωνιά να διαβάζει «Τα άνθη του κακού» και το «Κάμα Σούτρα». Έξαλλος τον κυνηγούσε μέχρι τον δρόμο.

– Βρε συ, τόσα αριστουργήματα έχουμε, αυτά πήρες να διαβάσεις; Χάθηκε βρε ο Κρόνιν, ο Ντίκενς κι ο Παπαδιαμάντης; Το «Κάμα Σούτρα» και «Τα άνθη του κακού» πήγες και ξετρύπωσες;

– Τι να κάνω, βρε μπαμπά, αυτά βρήκα μπροστά μου, αυτά πήρα, προσπαθούσε να  του ξεφύγει.

–  Ακούς εκεί, «Τα άνθη του κακού»! Να δεις το κακό που θα σε βρει, αν σε πιάσω στα χέρια μου.

Κι όμως, η επίπληξη σταματούσε πάντα εκεί. Γιατί, κατά βάθος, ήταν τόσο υπερήφανος για τις βιβλιοφιλικές ενασχολήσεις του γιού του. Και τότε τον έπαιρνε από το χέρι και σαν τρυφερός και ακούραστος φίλος τον ταξίδευε με το καραβάκι του για να εξερευνήσουν παρέα τους μαγικούς ορίζοντες της λογοτεχνίας.

Τώρα λοιπόν, η ζωή τού έστελνε μία ακόμη ευκαιρία. Διαγωνισμός διηγήματος με θέμα το βιβλίο και τις βιβλιοθήκες της Αθήνας. Αυτό ήταν! Το βραβείο αυτή τη φορά ήταν δικό του. Το είχε στο τσεπάκι του. Αυτό το θέμα ήταν ακριβώς γι’ αυτόν. Το αγαπημένο του θέμα. Πώς ήταν δυνατόν να μην τα καταφέρει; Ποιος ήξερε καλύτερα απ’ αυτόν τα βιβλία και τις βιβλιοθήκες; Ποιος ήξερε καλύτερα από αυτόν την Αθήνα; Τα παιδαρέλια που ξημεροβραδιάζονται στις καφετέριες με το κινητό, το τσιγάρο και τη φραπεδιά στο χέρι; Όχι, βέβαια. Θα έβαζε τα δυνατά του και ναι, θα τα κατάφερνε! Τώρα, δεν θα μπορούσε να τον αδικήσει κανείς. Η πλοκή τού ήρθε στο μυαλό αμέσως, σαν αστραπή. Κλοπή σπάνιου χειρογράφου ευαγγελίου του 12ου αιώνα από τη βιβλιοθήκη του Μουσείου Μεσαιωνικής Παράδοσης και Αγιογραφίας. Ενθουσιάστηκε. Πώς οργανώνεται η κλοπή ενός χειρογράφου από έναν πρώην μοναχό του Αγίου Όρους σε συνεργασία με τον καθηγητή Βυζαντινολογίας; Ποιος είναι ο σκοπός τους; Αν θέλουν να το πουλήσουν θα τα καταφέρουν; Και ποιον ρόλο παίζει στην ιστορία η νοσοκόμα και η μικρή κομμώτρια στα χέρια της οποίας θα καταλήξει το χειρόγραφο προτού το ανακαλύψει η αστυνομία; «Κύριοι, ετοιμαστείτε να φάτε τη σκόνη μου», σκέφτηκε· και φούντωνε από τη λαχτάρα να πιάσει χαρτί και μολύβι.

Χαρτί και μολύβι. Γιατί ο υπολογιστής ήταν άγνωστη ή μάλλον καταραμένη συσκευή γι’ αυτόν. Όλα τα χρόνια, με το χαρτί, το μολύβι και το στυλό για τα επίσημα γραπτά, πορευόταν. Παλαιότερα, χρησιμοποιούσε τη γραφομηχανή του πατέρα του. Από τότε όμως που αυτή χάλασε και δεν μπόρεσε να την ξαναφτιάξει, έπιασε πάλι το χαρτί και το μολύβι. Μάταια προσπάθησε η Μαργαρίτα, η ανιψιά του, να τον μυήσει στον κόσμο της τεχνολογίας. Αδύνατον να εξοικειωθεί μ’ αυτό το διαολομηχάνημα. Μια χαρά ήταν με το χαρτί και το μολύβι. Ούτως ή άλλως, τι θα γίνει δηλαδή; Θα καταργήσουμε τα χειρόγραφα; Και πώς θα μελετούν τα λογοτεχνικά έργα οι ερευνητές του μέλλοντος, χωρίς τα εξαιρετικά αυτά αρχειακά τεκμήρια;

Είχε έναν φόβο μπροστά στην τεχνολογία. Την παρακολουθούσε έντρομος, να εξελίσσεται με ταχύτατους ρυθμούς. Αισθανόταν ότι ήταν κάτι εντελώς έξω από αυτόν. Κάτι που αδυνατούσε να ελέγξει. Ώσπου να εγκατασταθεί το ένα επίτευγμα, είχε ήδη γίνει παλιό κι ένα νέο έπαιρνε τη θέση του. Ένιωθε αργά-αργά να γίνεται όλο και μικρότερος. Οι άνθρωποι να γίνονται συνεχώς μικρότεροι, ώσπου στο τέλος να συρρικνώνονται. Να γίνονται τόσο μικροί, που ο ένας να μην μπορεί να βλέπει τον άλλον. Τόσο μικροί, που να μην μπορούν πια να επικοινωνήσουν μεταξύ τους. Κι αυτό, σε αντίθεση με τα απίθανα τεχνολογικά μέσα επικοινωνίας. Χαρτί και μολύβι λοιπόν.

Η Μαργαρίτα, βέβαια, συνέχεια γκρίνιαζε· όλο δεν προλάβαινε, όλο είχε δουλειές. Αλλά στο τέλος, πάντα την κατάφερνε και του περνούσε τα κείμενά του στον υπολογιστή. Αυτή ήταν άλλωστε που τον ενημέρωνε και για τους εκάστοτε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς.

Σήμερα λοιπόν ήταν η μεγάλη μέρα· η προθεσμία για τον διαγωνισμό, μέχρι τις 11.59 μ.μ. Τσίμα-τσίμα, βέβαια, το έφερε κι αυτός. Τώρα έπρεπε να πάει με το χειρόγραφο βιαστικά στον Πειραιά, στο σπίτι της Μαργαρίτας. Εκείνη θα το έγραφε γρήγορα στον υπολογιστή και θα το έστελνε ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα. Από το πρωί τον είχε πάρει τρεις φορές στο τηλέφωνο. «Γρήγορα, θείε, γιατί πρέπει να φύγω. Έχω ένα σωρό δουλειές». Το άφησε κι αυτός τελευταία ημέρα. Μα τι να κάνει που όλο και κάτι άλλαζε την τελευταία στιγμή. Τη μία διόρθωση μετά την άλλη για να είναι το κείμενό του άψογο. Λογοτεχνικά άρτιο, πρωτότυπο και ενδιαφέρον.

Και η αλήθεια είναι ότι  αυτή τη φορά τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Τον βοήθησε το θέμα του διαγωνισμού αλλά και ο ίδιος εργάστηκε σκληρά πάνω στο κείμενο. Άφησε κατά μέρος τα ρομαντικά ηλιοβασιλέματα, τους λυρισμούς, τις παρομοιώσεις και τα πληθωρικά συναισθήματα. Είχε τόσο ενθουσιαστεί, ώστε ξεπέρασε τον εαυτό του. Προσγειώθηκε στην πραγματικότητα αλλά και με τη βοήθεια της φαντασίας του, των αναμφισβήτητων γνώσεών του και του πλούσιου λεξιλογίου του, έδωσε ένα κείμενο που μιλούσε στον σύγχρονο αναγνώστη. Γάργαρος λόγος, γρήγορη εξέλιξη, απρόβλεπτη, με τη μία ανατροπή να διαδέχεται την άλλη. Ένα κείμενο που εξήρε το ενδιαφέρον του αναγνώστη από τις πρώτες σελίδες, που διαβαζόταν απνευστί χωρίς να μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου, πριν από την τελευταία παράγραφο. Η Μαργαρίτα ενθουσιάστηκε.

– Μπράβο, θειούλη, θα σκίσεις! Αυτός είσαι, τώρα σε παραδέχομαι!

Αφόρητη ζέστη. Τους 42ο C θα άγγιζε σήμερα ο υδράργυρος. Άνοιξε τον ανεμιστήρα και με τα χίλια ζόρια τον σταθεροποίησε στο μοναδικό σημείο που δεν έκανε εκείνο το εκνευριστικό «γκρ, γκρ». Πάνω στο γραφείο του, το χάος. Εφημερίδες, περιοδικά, μολύβια, στυλό, γόμες, ξύστρες, δύο ασπιρίνες, χειρόγραφα σημειώματα, δύο φλυτζάνια με υπολείμματα από καφέ, ψαλιδάκι, συνδετήρες, συρραπτικό, λογαριασμοί, σελοτέιπ, υποδεκάμετρο, νυχοκόπτης,  η φωτογραφία των γονιών του από τον γάμο τους, καραμέλες για τον βήχα – ληγμένες σίγουρα – φυλλάδια του σούπερ μάρκετ με τις προσφορές της εβδομάδας. Και βέβαια, οι χειρόγραφες σελίδες του διηγήματος.

– Χάλια είναι το γραφείο σας. Να το τακτοποιήσω, για να βρίσκετε πιο εύκολα αυτό που ψάχνετε; Όλο ψάχνετε, ψάχνετε κι ύστερα νευριάζετε γιατί ποτέ δεν βρίσκετε αυτό που θέλετε, του έλεγε η Μαρίτσα που πήγαινε για τις δουλειές του σπιτιού κάθε Σάββατο.

– Να το αφήσεις ήσυχο το γραφείο μου, σε παρακαλώ πολύ. Μια χαρά βρίσκω αυτά που θέλω. Μην τολμήσεις και πλησιάσεις. Στο υπόλοιπο σπίτι, κάνεις ό,τι θέλεις. Εδώ, η περιοχή είναι απαγορευμένη.

Ο ίδιος καβγάς, χρόνια τώρα…

Ντύθηκε στα γρήγορα και έβαλε στην τσέπη του το φυλλάδιο με τις προσφορές του σούπερ μάρκετ. Συγκέντρωσε τις χειρόγραφες σελίδες και έψαξε για φάκελο. Φάκελος πουθενά. Όλα τα καλά είχε αυτό το γραφείο, έναν φάκελο δεν μπορούσε να βρει; Έτρεξε στην κουζίνα. Άνοιξε τον ντουλάπι κάτω από τον νεροχύτη. Μπουκάλια με λάδι, απορρυπαντικά, εντομοκτόνα, ένα παλιό ταψί, μια κατσαρίδα – ευτυχώς, ανάσκελα – και άπειρες πλαστικές σακούλες. Πήρε μία, έβαλε μέσα τα χειρόγραφα και την ακούμπησε στον πάγκο της κουζίνας. Να πιει ένα ποτήρι δροσερό νερό, να πάει και μια γρήγορη επίσκεψη στην τουαλέτα· γιατί είχε και δρόμο μπροστά του.

Τράβηξε βιαστικά την πόρτα του διαμερίσματος, χωρίς να κλειδώσει. Ούτως ή άλλως ήτανε Σάββατο και η Μαρίτσα θα ερχόταν σε λίγο για τις δουλειές του σπιτιού. Κάλεσε το ασανσέρ. Πάλι χαλασμένο το αναθεματισμένο. Κατέβηκε πέντε ορόφους από τις σκάλες, δυο-δυο τα σκαλοπάτια. Ώσπου να φτάσει στην έξοδο, είχε μουσκέψει. Σκούπισε το πρόσωπό του και το κεφάλι του μ’ ένα χαρτομάντηλο. Το πέταξε από μικρή απόσταση στον κάδο των απορριμμάτων που είχε ξεχειλίσει, αφού πάλι το απορριμματοφόρο είχε τρεις  μέρες να φανεί. Είχαν κλείσει, ως συνήθως, τη χωματερή, λόγω απεργίας. Πετάχτηκε κατά πάνω του μια τρομαγμένη γάτα νιαουρίζοντας που τη διέκοψε ενώ ανακάλυπτε τ’ απομεινάρια της γαστριμαργικής απόλαυσης της γειτονιάς.

– Βλαμμένο γατί, ξεστόμισε εκνευρισμένος και συνέχισε με γοργό βήμα.

Έφτασε στον σταθμό της Βικτώριας με τα πόδια· ήταν κοντά άλλωστε. Στήθηκε στην ουρά για να βγάλει ηλεκτρονικό εισιτήριο. «Το ηλεκτρονικό εισιτήριο μας μάρανε», σκέφτηκε εκνευρισμένος. «Όλα τα άλλα προβλήματα τα λύσαμε, το ηλεκτρονικό εισιτήριο μας έλειπε μόνο». Κοίταξε στον πίνακα ανακοινώσεων. Το τραίνο θα ερχόταν σε οκτώ λεπτά. Και μάλιστα ήταν το τελευταίο για την ημέρα γιατί σε λίγη ώρα θα άρχιζε η στάση εργασίας σε όλα τα μέσα σταθερής τροχιάς. Ας έφτανε και μετά έβλεπε πώς θα γύριζε πίσω.

Ευτυχώς, βρήκε αμέσως θέση να καθίσει. Βολεύτηκε δίπλα στο παράθυρο. Έβγαλε από την τσέπη του το φυλλάδιο με τις προσφορές.

Η μελέτη των προσφορών από τα μαγαζιά της γειτονιάς ήταν μία αγαπημένη του απασχόληση. Κάθε Τετάρτη απόγευμα ήταν η ημέρα για τα ψώνια της εβδομάδας. Μέχρι τότε λοιπόν έπρεπε να είχε ερευνήσει όλα τα φυλλάδια, με επιμέλεια και μεγάλη προσοχή. Με ένα μπλε στυλό ζωγράφιζε έναν αστερίσκο δίπλα σε κάθε προϊόν που τον ενδιέφερε. Έτσι, πήγαινε πάντα προετοιμασμένος, με συγκεκριμένο στόχο, ώστε να μην κάνει περιττές αγορές. Τουλάχιστον,  έτσι νόμιζε εκείνος. Προετοιμασμένος και αποφασισμένος να συγκεντρώνει τους απαιτούμενους πόντους όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Έκανε, λοιπόν, τους κατάλληλους συνδυασμούς στις αγορές του, ώστε να κερδίζει την περιπόθητη δωροεπιταγή των τριών ευρώ, όσο πιο συχνά μπορούσε. Γι’ αυτό και μετά το πέρασμα από το ταμείο, έλεγχε προσεκτικά αν του έχουν προσθέσει τους σωστούς πόντους στην απόδειξή του, μην και τον ξεγελάσει κάποιος κατεργάρης υπάλληλος.

Στο σπίτι είχε δύο ντουλάπια αφιερωμένα στις προσφορές. Είχε, μάλιστα, κολλήσει απ’ έξω ένα χαρτί που έγραφε με κεφαλαία γράμματα «ΠΡΟΣΦΟΡΕΣ-ΕΙΔΗ ΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟΥ», στο ένα. Στο εν λόγω ντουλάπι μπορούσε να βρει κάποιος: τρεις κρέμες ξυρίσματος, έξι οδοντόκρεμες, οκτώ πακέτα χαρτομάντηλα, επτά πράσινα σαπούνια, πέντε σφουγγαράκια πιάτων, έντεκα χαρτιά υγείας, εννέα μολύβια, τέσσερα υγρά χεριών, τρία σαμπουάν για πλούσιο όγκο στα μαλλιά και φυσικά πολλά και διάφορα ακόμη. Και καλύτερα να μην ανοίξουμε το δεύτερο ντουλάπι με τις «ΠΡΟΣΦΟΡΕΣ-ΕΙΔΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ»!

– Ρε συ θειούλη, το σαμπουάν για τον πλούσιο όγκο τι το θες; Υπάρχει περίπτωση να σου φυτρώσουν τρίχες; Σκασμένη στα γέλια η Μαργαρίτα.

– Να μη σε νοιάζει εσένα τι το θέλω. Ακούς εκεί! Ναι, θα μου φυτρώσουν τρίχες, όπως εσένα σου έχει φυτρώσει το σκουλαρίκι στη μύτη. Εξυπνάκια, που όλα τα ξέρεις. Κι αν θες να μάθεις, ήτανε προσφορά μαζί με το απορρυπαντικό για το πλυντήριο πιάτων.

Πλυντήριο πιάτων, βέβαια, δεν είχε αλλά σκόπευε ν’ αγοράσει με την πρώτη ευκαιρία.

– Μαργαριτούλα, θα μου γράψεις δέκα γραμμές στο διαολομηχάνημα; Έλα, βρε Μαργαριτούλα μου, θα έχει και χαρτζιλίκι. Θα σου δώσω κι ένα σαμπουάν για πλούσιο όγκο, για τα μαλλάκια σου.

Έτσι κάθε φορά καλόπιανε την κόρη της αδελφής του. Κι αυτή στο τέλος, παρά τη γκρίνια, πάντα του έκανε το χατίρι.

 

Στον σταθμό της Καλλιθέας ήρθε και κάθισε δίπλα του ένα τύπος κουστουμαρισμένος, που κρατούσε μία δερμάτινη επαγγελματική τσάντα. Σαν δικηγόρος του φάνηκε. Την ακούμπησε στα γόνατά του και την άνοιξε προσεκτικά. Έβγαλε από μέσα έναν φάκελο με χειρόγραφες σημειώσεις. Αυτό ήταν! Η σακούλα του, η σακούλα με τα χειρόγραφά του, τα δικά του χειρόγραφα πού ήταν; Άρχισε να ταράζεται. Το τραίνο έτρεχε προς τον Πειραιά με μεγάλη ταχύτητα, κάνοντας εκκωφαντικό θόρυβο. Κοίταξε γύρω του. Ψάχτηκε πάνω του. Δεν ήταν δυνατόν! Πού ήταν τα χαρτιά του; Γιατί δεν τα κρατούσε; Πού ήταν η σακούλα που είχε μέσα τα χαρτιά του; Ο διπλανός τύπος μελετούσε τα χαρτιά του ήσυχος και απορροφημένος, χωρίς να αντιλαμβάνεται τη δική του ταραχή. Πού ήταν τα χαρτιά του; Κάπου εδώ έπρεπε να είναι, αλλά πού; Μήπως κάπου του έπεσαν; Κοίταξε δίπλα του, γύρω από το κάθισμα. Κοίταξε το δάπεδο. Το τραίνο εξακολουθούσε να τρέχει προς τον Πειραιά με μεγάλη ταχύτητα, κάνοντας εκκωφαντικό θόρυβο. Το κεφάλι του άρχισε να βουΐζει, πήγαινε να σπάσει. Να βγει αμέσως στον επόμενο σταθμό, δεν μπορούσε να συνεχίσει. Κατέβηκε αλαφιασμένος στο Μοσχάτο. Ένιωσε μια ζαλάδα. Κάθισε σ’ ένα παγκάκι να συνέλθει λίγο και να συγκεντρώσει το μυαλό του. Να σκεφτεί πού μπορεί ν΄ άφησε τη σακούλα με τα χαρτιά του. Σκούπισε το πρόσωπό του μ΄ ένα χαρτομάντηλο. Το στόμα του στεγνό, είχε κολλήσει από την αγωνία. Αν δεν ηρεμούσε λιγάκι δεν θα μπορούσε να σκεφτεί. Σε λίγα δευτερόλεπτα του ήρθε η εικόνα. Ναι, τα χειρόγραφά του ήταν μέσα στη σακούλα. Και η σακούλα ήταν πάνω στον πάγκο της κουζίνας. Κι αυτός ήπιε νερό, πήγε στην τουαλέτα, τράβηξε την πόρτα χωρίς να κλειδώσει κι έφυγε. Έφυγε χωρίς τη σακούλα. Έφυγε χωρίς τα χειρόγραφα.

Και τώρα, έπρεπε να τρέξει. Να τρέξει! Μα, τι ήταν αυτό που έπαθε πάλι; Αχ, Θεέ μου, πώς θα προλάβει; Πώς θα προλάβει, έτσι όπως τα κατάφερε; Ήταν ανάγκη να του συμβεί αυτό σήμερα; Να τρέξει, να τρέξει! Να γυρίσει γρήγορα πίσω και μετά πάλι ξανά στον Πειραιά. Αυτό το κορίτσι τα φταίει όλα. Αυτή, αυτή που χάλασε τον κόσμο. «Γρήγορα, θείε» και «γρήγορα, θείε, γιατί πρέπει να φύγω, έχω ένα σωρό δουλειές». Αλλά, έλα που είχε την ανάγκη της!

Η ζέστη αφόρητη. Το δέρμα του κόλλαγε από την υγρασία. Βγήκε γρήγορα από τον σταθμό, μονολογώντας εκνευρισμένος και σπρώχνοντας όποιον βρισκόταν στον δρόμο του. Πώς να γυρίσει πίσω; Η στάση εργασίας είχε ήδη αρχίσει στο τραίνο και στο τραμ. Ρωτούσε τους περαστικούς κι ο καθένας του έλεγε ό,τι ήθελε. Η ζέστη τον έλιωνε. Η αγωνία του την έκανε ακόμη πιο ανυπόφορη. Πήγε στο περίπτερο. Αγόρασε ένα μπουκαλάκι κρύο νερό, να δροσιστεί λιγάκι. Ήπιε με λαχτάρα, έβρεξε και το πρόσωπό του. Ο περιπτεράς γνώριζε κι έτσι βρέθηκε στη στάση να περιμένει το τρόλεϋ για το κέντρο της Αθήνας.

Μπήκε μέσα και κάθισε. Το τρόλεϋ ξεκίνησε κι η δική του αγωνία μεγάλωνε. Δεν μπορούσε όμως να κάνει και κάτι περισσότερο εκείνη τη στιγμή. Προσπάθησε να ηρεμήσει για να σκεφτεί όσο πιο ψύχραιμα μπορούσε. Λοιπόν, θα έφτανε στο σπίτι με όποιον τρόπο τα κατάφερνε. Θα έβρισκε τα χειρόγραφα. Θα τηλεφωνούσε στη Μαργαρίτα, θα της εξέθετε την κατάσταση και θα την παρακαλούσε να τον περιμένει. Εκείνη θα στράβωνε αλλά στο τέλος θα υπέκυπτε. Κι έτσι θα προλάβαινε. Αν το σκεφτόταν ψύχραιμα, χρόνος υπήρχε. Σίγουρα θα προλάβαινε. Τι στο καλό; Η διορία ήταν έως τις 11.59 το βράδυ.

Στο ύψος του Κουκακίου το τρόλεϋ σταμάτησε.

– Τέρμα! Μέχρι εδώ, δεν πάει άλλο, φώναξε ο οδηγός. Το κέντρο είναι κλειστό. Έχει διαδήλωση.

«Ανάθεμά τους όλους», σκέφτηκε αγανακτισμένος. Βγήκε τρέχοντας και σταμάτησε το πρώτο ταξί που περνούσε. Μπήκε μέσα και είπε στον ταξιτζή τον προορισμό του.

– Ξέχνα το, κύριος! Το κέντρο είναι κλειστό, δεν περνάει τίποτα. Κι εγώ τώρα γυρίζω να πάρω κούρσα προς τα κάτω.

Την ίδια απάντηση πήρε και από το δεύτερο και το τρίτο ταξί. Αυτό ήταν! Θα έμενε για πάντα εκεί.

Στο τέταρτο ταξί στάθηκε τυχερός. Εξήγησε στον οδηγό πόσο βιαζόταν, πόσο σημαντικό ήταν γι’ αυτόν να φτάσει γρήγορα στον προορισμό του. Τον εκλιπάρησε κι αυτός δέχτηκε να τον πάρει, κάνοντας βέβαια τον γύρο της Αθήνας, για ν΄ αποφύγουν το κέντρο.

– Πάμε όπως νομίζεις. Αρκεί να φτάσουμε. Να ΄σαι καλά άνθρωπέ μου.

Λίγα λεπτά αφότου έφυγε, στο σπίτι μπήκε η Μαρίτσα. Στο χέρι της κρατούσε μία σακούλα με τις σαρδέλες και τα άγρια χόρτα που είχε αγοράσει από τη λαϊκή, όπως κάθε Σάββατο. Το μενού του Σαββάτου ήταν άγρια χόρτα και σαρδέλες στον φούρνο με λαδάκι και μπόλικη ρίγανη. Έτσι τις ήθελε. Όπως τις έκανε και η μάνα του. Και μόνο με το ελαιόλαδο που του έστελνε η αδελφή του από την Κυπαρισσία· κανένα άλλο.

– Σαρδέλες, Μαρίτσα μου. Ο σολομός του φτωχού. Το καλύτερο ψάρι. Ω-3 λιπαρά. Και τι δεν ωφελεί… Εγκέφαλο, καρδιά, οστά, αγγεία, τα πάντα!

– Να μην ξεχάσετε να μου αφήσετε παλιές εφημερίδες για να καθαρίσω τα ψάρια.

Σήμερα δεν θα έκανε δουλειές στο σπίτι. Τον είχε, εκ των προτέρων, ενημερώσει. Έπρεπε να φύγει για το χωριό της γιατί ήταν άρρωστος ο πατέρας της. Θα μαγείρευε μόνο και θα έφευγε όσο πιο γρήγορα μπορούσε για να προλάβει το λεωφορείο για το Αγρίνιο, στα ΚΤΕΛ του Κηφισού.

Μπήκε στην κουζίνα. Πάλι δεν είχε αφήσει εφημερίδες αυτός ο άνθρωπος! Όλο τις ξεχνούσε.

Κοίταξε γύρω της. Εφημερίδες πουθενά. Πού θα καθάριζε τώρα τα ψάρια; Το μάτι της έπεσε πάνω στον πάγκο της κουζίνας. Είδε τη σακούλα με τα χαρτιά. «Μμμ, φαίνεται δεν είχε εφημερίδες και μου άφησε παλιά χαρτιά», σκέφτηκε. «Δεν πειράζει, μια χαρά κάνουν τη δουλειά τους κι αυτά».

Καθάρισε τα χόρτα, τα έπλυνε καλά και τα έβρασε. Καθάρισε και τα ψάρια, τα έπλυνε. Τα έψησε στον φούρνο με λαδάκι και μπόλικη ρίγανη. Τύλιξε προσεκτικά όλα τα υπολείμματα στα χαρτιά και τα έριξε στα σκουπίδια.

Μάζεψε τα πράγματά της. Τράβηξε την πόρτα πίσω της και κλείδωσε δύο φορές. Κατέβηκε από τις σκάλες.

Άνοιξε την πόρτα της πολυκατοικίας και κατευθύνθηκε γεμάτος αγωνία προς το ασανσέρ. Είδε κρεμασμένη την πινακίδα που έγραφε «ΒΛΑΒΗ». Ανέβηκε τους πέντε ορόφους δρασκελίζοντας δυο-δυο τα σκαλοπάτια.

Λαχανιασμένος έβαλε το κλειδί στην πόρτα του διαμερίσματος. Ξεκλείδωσε βιαστικά. Μπαίνοντας μέσα, του έσπασε τη μύτη η μυρωδιά από τις ψητές σαρδέλες.

Φανή Ματσινοπούλου, Αύγουστος 2018

Ευχαριστώ θερμά:

  • τον κύριο Δημήτρη Ρέτσα για τη ζεστή του φιλοξενία και τις ιστορίες που μοιράστηκε μαζί μου στο παλαιοβιβλιοπωλείο που διατηρεί με τόση αγάπη στην οδό Άστιγγος.
  • τον κύριο Χρίστο Νικολάκη για «Το καρότσι» που μου χάρισε. Χάρη σε αυτό έκανα περίπατο νοσταλγίας στο ζωντανό παρελθόν του παλαιοβιβλιοπωλείου «Εκάτη» στην οδό 3ης Σεπτεμβρίου.
Προηγούμενο άρθροΤα 53α Δημήτρια με μια ματιά
Επόμενο άρθροΕκδηλώσεις για την επέτειο λήξης του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου στη Θεσσαλονίκη
Τι είναι το thinkfree; Καλή ερώτηση. Μια παρέα, έτσι ξεκίνησε κι έτσι συνεχίζει, που θέλει να ποστάρει χωρίς περιορισμούς ό,τι την ευχαριστεί. Ό,τι γράφει ή ό,τι διαβάζει. Στο thinkfree δίνουμε το λόγο στους ανθρώπους του πολιτισμού μέσα από τη δραστηριότητά τους, αναδεικνύουμε νέα πρόσωπα με κοινό χαρακτηριστικό τη θετική σκέψη (think positive) και τη δημιουργικότητα σε κάθε τομέα και χώρο (πολιτιστικό, επιχειρηματικό, επιστημονικό κ.ά.), φιλοξενούμε ελεύθερα (write free) τεκμηριωμένες απόψεις για θέματα πολιτικής πολιτισμού, πολιτικής και κοινωνίας, οικολογίας και αστικού περιβάλλοντος, αρχιτεκτονικής και υγιεινής ζωής. Το thinkfree είναι κι ένα διπλό πείραμα: σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων που το στηρίζουν, αλλά και δημιουργίας ενός no budget ηλεκτρονικού περιοδικού (e-magazine). Γι' αυτό δεν είναι τυχαίο ότι μακροημερεύουμε χωρίς δυσκολία! Με σεβασμό και εκτίμηση, με αγάπη γι' αυτό που κάνουμε.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.