Αποκλειστικά στο thinkfree.gr, μπορείτε να πάρετε μια γεύση από το νέο μυθιστόρημα του Δημήτρη Στεφανάκη με τίτλο «Ο χορός των ψευδαισθήσεων» (εκδ. Ψυχογιός) που κυκλοφορεί στις 2 Απριλίου 2015!
8 Νοεμβρίου 2011. Ο Αλέξανδρος Σάντσας ή Αλεκίνος δίνει τέλος στη ζωή του διχάζοντας μια ολόκληρη χώρα που βρίσκεται ήδη σε κρίση. Ο Μάνος Πιερίδης, μέλος μιας παρέας στην οποία ανήκε ο αυτόχειρας, αναθυμάται στιγμές από την κοινή τους ζωή στη δεκαετία του ενενήντα. Η μνήμη του ψηλαφεί τα ανέμελα χρόνια της νιότης, τον ανεκπλήρωτο έρωτά του για την Έλια, τη νεαρή δασκάλα χορού, την πολυκύμαντη φιλία του με τον Σέργιο. Μέσα από μικρά και μεγάλα επεισόδια που οδηγούν στο σήμερα αναδεικνύεται το ψηφιδωτό χαρακτήρων ενός λαού που χόρεψε στον ρυθμό των ψευδαισθήσεων προτού βυθιστεί σε μια απρόσμενη περιπέτεια. Ένα μυθιστόρημα για τη δοκιμασία της ζωής και του έρωτα με φόντο την πολύκροτη κρίση.
“Κάτι με πηγαίνει πίσω σ’ εκείνα τα χρόνια και αναθυμάμαι ασήμαντες λεπτομέρειες μιας καθημερινότητας που δεν υφίσταται πια. Να είναι ο χορός; Τα χιλιάδες βήματα μπρος, πίσω, δεξιά, αριστερά; Αν τα ενώναμε όλα αυτά θα ήταν σαν να πηγαίναμε ένα μακρινό ταξίδι με τα πόδια. Δεν ξέρω ακόμα αν μου άρεσε πραγματικά να χορεύω. Τις χορευτικές φιγούρες τις λογάριαζα πάντοτε στα παθήματα του σώματος. Το έλεγα και στους άλλους. «Τι νόημα έχει να βάζουμε σε δοκιμασία πλάτη, ώμους, χέρια, μέση; Ο Θεός μάς έδωσε τη γλώσσα και αυτό αρκεί».
Τα πράγματα που με απασχόλησαν περισσότερο στη ζωή τα είδα αρχικά ως αστείο. Μια άλογη παρόρμηση με έσπρωχνε σε κάτι που δε θα είχε διάρκεια –έτσι ήθελα να πιστεύω– και γέμισα τις μέρες μου με ανθρώπους και δραστηριότητες μακριά από το μέλλον που ονειρεύτηκα. Η παρόρμηση αυτή πρέπει να με έφερε μια μέρα και στη φοιτητική λέσχη της οδού Ιπποκράτους, στο υπόγειο ενός κτιρίου άλλης εποχής, σε μια ευρύχωρη, ψηλοτάβανη αίθουσα με μωσαϊκό στο δάπεδο. Έφτασα αργοπορημένος στο πρώτο μάθημα. Η αίσθηση που έχει κανείς στο σινεμά όταν χάνει την αρχή μιας ταινίας και μετά προσπαθεί για πολλή ώρα να καταλάβει τι ακριβώς συμβαίνει. Η δασκάλα, ένα κορίτσι της ηλικίας μου, παρέπεμπε σε μια ρευστή ύπαρξη που το σχήμα της το δανειζόταν κάθε φορά από τη φιγούρα του χορού. Υπήρχαν στιγμές που η κοντή, μαύρη φούστα της θύμιζε γείσο πλατύγυρου καπέλου έτσι όπως σηκωνόταν παράλληλα προς το έδαφος. «Θα μπορούσε τουλάχιστον να φορά ό,τι όλα τα κορίτσια του Θεού», άκουσα κάποιον να μουρμουρίζει δίπλα μου σχολιάζοντας το αποκαρδιωτικό σορτσάκι που περιφρουρούσε τη γύμνια της. Φαινόταν να παίρνει πολύ στα σοβαρά τον ρόλο της δασκάλας. Όταν στο τέλος πήγα να απολογηθώ για την καθυστερημένη προσέλευσή μου, δε μίλησε, παρά με δοκίμασε πρώτα στα βασικά βήματα και όταν είδε πως τα είχα σχεδόν εμπεδώσει, μου είπε: «Μαθαίνεις γρήγορα. Αυτό δεν είναι πάντα καλό. Φρόντισε να μην αργείς».
Ύστερα μου γύρισε την πλάτη και απομακρύνθηκε, λες και συνέχιζε ακόμα να χορεύει πάνω στα ψηλοτάκουνα πέδιλά της. Η στάση του σώματός της μου φάνηκε γελοιωδώς επιτηδευμένη και ο κότσος της σαν ράμφος πουλιού που σημάδευε την οροφή. Ίσως όμως με είχε απλώς εκνευρίσει η συμπεριφορά της. Αλήθεια, ποια νόμιζε ότι ήταν; Η ίδια προσφερόταν να διδάξει αφιλοκερδώς όλους εμάς που πηγαίναμε να κάνουμε την πλάκα μας. Κάποιοι μάλιστα, όπως ο διπλανός, δε δίσταζαν να κάνουν σεξιστικά σχόλια εις βάρος της.
Την επόμενη φορά, ω του θαύματος, ήρθε και μου μίλησε πρώτη.
«Εσύ δεν είσαι ο “Σοφός”, το αγόρι που ξέρει όλα τα βιβλία; Συμφοιτητές είμαστε. Ίδιο έτος! Πρωτάκια», μου είπε. Μου έδωσε το χέρι συμπληρώνοντας: «Έλια, Έλια Άρτη». Μου άρεσε το γεγονός ότι ανέλαβε να κάνει τις συστάσεις. Θεώρησα περιττό να αναφέρω το ονοματεπώνυμό μου και για ένα διάστημα με φώναζε με το παρατσούκλι μου.
Την ίδια μέρα γνώρισα και τον «διπλανό», τον Σέργιο, ένα χωριατόπαιδο της υπαίθρου, που τα κόκκινα μάγουλα του χάριζαν όψη άκρας υγείας. Δεν είχα ξαναδεί τόσο χοντρούς πήχεις σε αγόρι της ηλικίας μας και οι παλάμες του ήταν γεμάτες ρόζους.
Ήρθε και μου μίλησε πρώτος: «Εσύ, φίλε, κάτι περισσότερο ξέρεις από μας. Μπράβο σου!»
Η αντιληπτική μου ικανότητα συχνά ενθουσιάζει κάποιους. Στη συνέχεια ωστόσο απογοητεύονται. Ποτέ δεν προσπαθώ όσο πρέπει. Η Έλια το κατάλαβε εξαρχής και γι’ αυτό δεν εντυπωσιάστηκε καθόλου. Έφτασε μάλιστα κάποια στιγμή να με ρωτήσει:
«Αφού δε σου αρέσει ο χορός, γιατί χορεύεις, άνθρωπέ μου;»
Δεν ξέρω για ποιον λόγο παρίστανε την αυστηρή μαζί μου, ενώ στους άλλους φερόταν πάντα με τόση επιείκεια. Θα έλεγα πως τους καλόπιανε κιόλας, για να συνεχίζουν να πηγαίνουν στα μαθήματά της. Μια φορά, κάποια κοπέλα της μίλησε απρεπώς και εκείνη, αντί να τη βάλει στη θέση της, έκανε μια κίνηση που συνήθιζε σε περιπτώσεις σύγχυσης και αμηχανίας. Έσκυψε το κεφάλι και έστρεψε δεξιά-αριστερά το πέδιλό της με τον τρόπο που θα έσβηνε μια γόπα στο πάτωμα.
Για να μην την αδικώ πάντως, παρέμεινα μέτριος χορευτής, το παραδέχομαι, και όμως προτιμούσε να χορεύει μαζί μου παρά με τον Σέργιο, που σημείωνε με τον καιρό καλύτερες επιδόσεις. Όταν τη ρώτησα κάποτε γι’ αυτό, ακούμπησε τον δείκτη στη μύτη της. Είναι αλήθεια πως ο Σέργιος απέπνεε μια παράξενη μυρωδιά που δε θα τη χαρακτήριζες δυσοσμία, αλλά κάποιες φορές γινόταν ενοχλητική, ειδικά όταν προσπαθούσε να μας ξεγελάσει με βαριά αρώματα. Νομίζω πως ο χορός ήταν ο λόγος που συχνάζαμε τότε στο «Πάσο Ντόμπλε», ένα μικρό καφέ στην καρδιά των Εξαρχείων. Ανήκε σε ένα ζευγάρι που τσακώνονταν συχνά δημοσίως. Θυμάμαι περισσότερο τη γυναίκα που κάπνιζε αρειμανίως· πολύ αδύνατη αλλά με παχιά χείλη. Εμένα δε μου άρεσε το περιβάλλον και είχα εκφράσει την άποψή μου, όμως η Έλια το έβρισκε συναρπαστικό να πίνεις το καφεδάκι σου σ’ ένα μέρος όπου παίζει λάτιν μουσική από το πρωί ως το βράδυ και να μπορείς ανά πάσα ώρα να σηκωθείς και να χορέψεις. «Να δούμε τι πήρατε τουλάχιστον από τα μαθήματα!» μας έλεγε. Έδειχνε πολύ περήφανη που δίδασκε χορό στην πανεπιστημιακή λέσχη και την καταλάβαινα απολύτως. Στην ηλικία εκείνη σήμαινε πολλά να κάνεις τον δάσκαλο σε οτιδήποτε. Τα πρωινά ήμασταν πάντοτε μόνοι μας και μπορούσαμε να παραγγέλνουμε ένα τσα-τσα-τσα για μένα ή μια ρούμπα που άρεσε στην Έλια και να ξεδίνουμε. Με πόση χάρη έσπαζε τη μέση της στην κουβανέζικη κίνηση! Προβάραμε τις χορογραφίες της, συχνά τόσο αισθησιακές σαν να έκρυβαν κάποιο ερωτικό μήνυμα. Ένα χάδι στον ώμο τη μια στιγμή, μια παρατεταμένη επαφή των μηρών την άλλη· η φευγαλέα γειτνίαση των σωμάτων έβαζε σε μπελάδες τη φαντασία μου.
Οι περαστικοί σταματούσαν και μας χάζευαν κι αισθανόμουν πως κάναμε κάτι σπουδαίο. Ο Σέργιος προτιμούσε το πάσο ντόμπλε κι έπαιρνε πολύ σοβαρά τον ρόλο του, όπως ακριβώς το απαιτούσε ο συγκεκριμένος χορός. Στις χορευτικές αυτές επιδείξεις η Έλια μας χάριζε μερικά χαμόγελα που σμίλευαν λακκάκια στα μάγουλά της, μα όταν καθόμασταν, επέστρεφε στην αγέλαστη σοβαρότητά της. Συχνά αναφερόταν στην ιστορία όλων αυτών των χορών και στην αφρο-κουβανέζικη χορευτική παράδοση. Φαίνεται πως είχε μελετήσει πολύ. Είχαν κάποιο ενδιαφέρον όσα έλεγε, αλλά κυρίως με τραβούσαν οι εκφράσεις που έπαιρνε το μουτράκι της καθώς μας μιλούσε. Αλλιώς ο τρόπος που παρέθετε τις αιτίες οι οποίες οδήγησαν στη διαμόρφωση όλης αυτής της χορευτικής κουλτούρας θύμιζαν σχολικό εγχειρίδιο. Δεν της το είπα ποτέ.
Ένα πρωί το ζευγάρι των ιδιοκτητών του «Πάσο Ντόμπλε» τσακώθηκε πολύ άσχημα. Εκτοξεύθηκαν φλιτζάνια, ποτήρια και καρέκλες στον δρόμο και η γυναίκα πάνω στα νεύρα της κατέβασε ολόκληρη την πλαϊνή τζαμαρία με αποτέλεσμα να διακομιστεί επειγόντως στο νοσοκομείο αιμορραγώντας. Εμείς δεν ήμασταν παρόντες, αλλά τα ακούσαμε από τους γείτονες την άλλη μέρα. Έκτοτε, όσες φορές περάσαμε από εκεί υπήρχε ένα χαρτί κολλημένο στην πόρτα που έλεγε: ΣΕ ΛΙΓΕΣ ΜΕΡΕΣ ΠΑΛΙ ΜΑΖΙ. Αλλά δεν ξανάνοιξε ποτέ”.














