
Η γοργόνα με έκανε τελικά να νοιώσω διπλά άσχημα. Με το που έλαβα την πληροφορία για την καταστροφή της, χαλάστηκα γιατί μου άρεσε το γλυπτό και δεν θα ήθελα να καταστραφεί. Έγραψα ένα κείμενο εν θερμώ, ίσως λόγω της ευαισθησίας που μπορεί ορισμένοι να έχουμε απέναντι στη τέχνη στο δημόσιο χώρο που δυστυχώς στη χώρα μας δεν βρίσκει εύκολα το… χώρο της. Η αντίδραση ενός καλλιτέχνη που καταστρέφει το ίδιο του το έργο επειδή η πολιτεία δεν το αποδέχεται, είναι εξάλλου ένα ούτως ή άλλως πολύ γοητευτικό σενάριο. Αλλά τελικά, φαίνεται ότι όποιος βιάζεται σκοντάφτει ακόμη και στη γοργόνα…
Διάβασα διάφορες και διαφορετικές απόψεις από πολλούς, δέχτηκα παρατηρήσεις από φίλους θεωρητικούς της τέχνης, νοιώθοντας ότι κάπου δεν πατώ γερά υποβάθμισα την άποψή μου για τέχνη στο δημόσιο χώρο σε λαϊκή έστω τέχνη, όμως χαλάστηκα διπλά για μία άλλη διαπίστωση: ότι η γυμνή αλήθεια για το λόγο του προστίμου δεν ήταν η γοργόνα αλλά το ελεύθερο κάμπινγκ που διώκεται ως παράνομη κατασκήνωση.
Το θεωρώ ήττα, έστω ήσσονος σημασίας. Μια ήττα που δείχνει ότι όποιος γράφει στο διαδίκτυο και επικαλείται αξιοπιστία και κύρος, έστω με την υποκειμενικότητα που πάντα παρεισφρύει, είτε είναι δημοσιογράφος είτε όχι, οφείλει να γνωρίζει τα δεδομένα. Να έχει δηλαδή το ρεπορτάζ, το σωστό ρεπορτάζ, έστω και από άλλη πηγή. Αλλιώς υποβαθμίζουμε τους εαυτούς μας σε τρολ. Σε ανυπόληπτο τρολ.
Υποτιμήσαμε την επιστήμη, αδικήσαμε και το δήμαρχο, υπερτιμήσαμε και τον καλλιτέχνη (δημιουργό και καταστροφέα). Και εν τέλει δεν ήταν μια μάχη υπέρ της τέχνης στο δημόσιο χώρο για την οποία θα άξιζε πραγματικά να αγωνιστούμε, τουλάχιστον όσοι πιστεύουμε στην ανάγκη της δημόσιας καλαισθησίας αλλά και στην αξία του δημιουργού.














