Μία μέρα πριν την 24η Ιουλίου 1974…

0
1457

dimokratia23-7

“Ξένοι ραδιοφωνικοί σταθμοί, γνωστοί διά την ανθελληνικήν των τακτικήν διαστροφής της αληθείας, πλάθουν και μεταδίδουν ψευδείς ειδήσεις περί της εσωτερικής καταστάσεως εις την χώραν μας. Την φοράν αυτήν πρέπει να θεωρείται βέβαιον ότι αι ανθελληνικαί φήμαι προέρχονται ειδικώτερον από εκείνους οι οποίοι διεψεύσθησαν εις τάς προσδοκίας των, κατόπιν της νίκης των Ελληνοκυπριακών ενόπλων δυνάμεων και του ηρωικού ελληνοκυπριακού λαού”. Με αυτή την ανακοίνωση η κυβέρνηση της Χούντας, όπως τη διαβάζουμε στην εφημερίδα Μακεδονία της 23ης Ιουλίου, επιχειρούσε να διασκεδάσει τις πληροφορίες που κυκλοφορούσαν τις μέρες που ακολούθησαν την αιματηρή εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο, δραματική συνέπεια του πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου στη Λευκωσία, με τη βοήθεια της χείρας των Αθηνών. Ο κινηματογράφος Παλλάς έπαιζε τις “Ερωτικές ανησυχίες μιας μαθήτριας”, ενώ ΠΑΟΚ και Άρης περίμεναν με αγωνία τις κληρώσεις στη Ζυρίχη για το Κύπελλο Κυπελλούχων και το Κύπελλο ΟΥΕΦΑ αντίστοιχα.

karamanlis-aeroplano_600_375_-1520156779

Όμως, οι εξελίξεις είχαν δρομολογηθεί. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ετοιμαζόταν να επιστρέψει ήδη από το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου. Σε λίγες ώρες το προεδρικό αεροπλάνο του Προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας Ζισκάρ Ντ’ Εστέν θα προσγειωνόταν στο αεροδρόμιο Ελληνικό της Αθήνας, μεταφέροντας τον άνθρωπο που θα αποκαθιστούσε τη Δημοκρατία στην Ελλάδα. Και μια νέα ελπιδοφόρα εποχή θα ξεκινούσε για τη χώρα, με μια προσπάθεια που ξεκίνησε καλά αλλά με τα χρόνια διαβρώθηκε, έχασε τον προσανατολισμό της, μαζί και μια ολόκληρη κοινωνία κι ένα πολιτικό σύστημα που οδηγήθηκε σήμερα στην πλήρη απαξίωση.

dimokratia23-7 protoselido

Είναι χαρακτηριστική η μαρτυρία του δημοσιογράφου και στενού συνεργάτη του Κ. Καραμανλή Τάκη Λαμπρία στον συγγραφέα Πέτρο Τατσόπουλο*. Διαβάστε την…

 

“Και φτάνουμε στη φοβερή εκείνη νύχτα του Ιουλίου, το 1974, που τη ζήσατε κυριολεκτικά από πρώτο χέρι”.

“Μετά το πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου, οι εξελίξεις πήραν έναν ραγδαίο, ασθματικό χαρακτήρα και φάνηκε πως θα συνέβαινε κάτι εντυπωσιακό. Ήμουνα στο Λονδίνο. Ο Καραμανλής με πήρε τηλέφωνο στις έξι παρά τέταρτο, το απόγευμα της 23ης Ιουλίου. Μου είπε ότι τον κάλεσαν στην Ελλάδα, αποφάσισε να πάει και με κάλεσε να πάω κι εγώ μαζί του. Του είπα ότι θα προσπαθήσω, αλλά είναι πάρα πολύ δύσκολο -στην πραγματικότητα υπήρχε μία στις χίλιες πιθανότητα να καταφέρω εννέα η ώρα να βρίσκομαι στο Παρίσι. Του λέω πως, με τις αισιοδοξότερες προοπτικές, δεν θα μπορέσω να φτάσω πριν από τα μεσάνυχτα. Μου λέει: ¨Κοίταξε να δεις, εγώ στις εννέα αναχωρώ. Αν δεν μπορέσεις, έλα στην Αθήνα με όποιο μέσο μπορείς, και με τα πόδια ακόμα¨. Δεν είχα χρήματα για ν’ αγοράσω εισιτήριο. Επικοινώνησα μ’ ένα φίλο μου εφοπλιστή, τον Κώστα τον Καρρά, σε μηδέν χρόνο. Μου ‘στειλε τα χρήματα με τη γυναίκα του κι έναν οδηγό να με πάει στο αεροδρόμιο. Πέσαμε πάνω στη χειρότερη αιχμή της κυκλοφορίας κι ο οδηγός, ως τυπικός Άγγλος, πήγαινε πολύ αργά, προσεκτικά. Τον σταματάω, κατεβαίνω, μπαίνω σ’ ένα ταξί και του λέω: ¨Σε πόση ώρα μπορείς να με πας στο αεροδρόμιο;¨. – ¨Σε μία ώρα¨. – ¨Θα ‘χεις είκοσι λίρες επιπλέον, αν με πας σε μισή¨. Με πήγε πράγματι σε μισή, κάνοντας όλων των ειδών τις παραβάσεις. Πάω κατευθείαν στην British Airways και μου λένε: ¨Θα μπείτε στη λίστα αναμονής, μπορεί να υπάρχει θέση στο τελευταίο των δώδεκα¨. Λέω είναι ανάγκη φοβερή, μου λένε κοιτάχτε, τρέχτε, φεύγει ένα έκτακτο στις εφτά και είκοσι από το τέρμιναλ δύο, της Air France. Έτρεξα, ώρα εφτά και δέκα, μοιράζοντας δεξιά κι αριστερά εικοσάλιρα, περνάω και τον έλεγχο διαβατηρίων, χωρίς να έχω ακόμα εισιτήριο -το εισιτήριο έτρεχε από πίσω μου να με προλάβει. Το πρόλαβα, αλλά και πάλι δεν ήξερα πού να πάω στο Παρίσι, πού να ψάξω τον Καραμανλή. Αγωνιούσα πως θα χάσω το ταξίδι στην Ελλάδα, γιατί δεν είχα κέρμα να τηλεφωνήσω στο Λονδίνο, μήπως και είχε ειδοποιήσει εν τω μεταξύ ο Καραμανλής πού θα βρισκόταν. Έπρεπε να κάτσω στην ουρά, ν’ αλλάξω τις λίρες με φράγκα, ν’ ανταλλάξω τα φράγκα με κέρματα τηλεφώνου, και σε μισή ώρα δεν τα προλάβαινα. Ευτυχώς, όμως, ήσαν οργανωμένα τα πράγματα. Κι ενώ ετοιμαζόμουν να εισβάλω στο αεροδρόμιο, πριν καλά καλά τροχοπεδήσει το αεροπλάνο απ’ τα μεγάφωνα φωνάζανε πως με αναζητούν. Ήταν ένας υπάλληλος της Ολυμπιακής κι ένας υπάλληλος του υπουργείου Εξωτερικών. Με παρέλαβαν, ο δεύτερος μάλιστα με απεκάλεσε ¨μινίστρ¨ και προς μεγάλη μου δυστυχία και κατάπληξη, μου λέει: ¨Έχουμε οργανώσει μια μικρή δεξίωση για σας¨. Το άκρον άωτον, ήμουν μεταξύ του να βάλω τα κλάματα και τα γέλια. Του λέω: ¨Ευχαριστώ πάρα πολύ για τη δεξίωση, αλλά χάνω το αεροπλάνο¨. – ¨Μην ανησυχείτε¨, μου λέει, ¨η δεξίωση είναι μέσα στο αυτοκίνητο¨. Κι όντως, ήταν ένας υπάλληλος μέσα, μ’ ένα ποτήρι κρασί και με δύο μοτοσικλετιστές συνοδεία έφτασα στο αεροπλάνο του Ντ’ Εσταίν δέκα λεπτά πριν από την αναχώρηση, που όμως, για τεχνικούς λόγους, επρόκειτο να καθυστερήσει ως τις δέκα. Ο Καραμανλής εντυπωσιάστηκε, μου λέει: ¨Τα κατάφερες λοιπόν¨. Θυμάμαι ήταν εκεί και ο πρεσβευτής μας στη Γαλλία επί χούντας, που μάλιστα προσεφέρθη να συνοδέψει τον Καραμανλή στην Ελλάδα, κι ο Καραμανλής του είπε: ¨Όχι, δεν σε χρειάζομαι¨. Ήμασταν τέσσερις επιβάτες: ο Καραμανλής, ο Χρυσοστάλης, γραμματέας του όλο αυτό το διάστημα στο Παρίσι, ο ανεψιός του ο Μιχάλης ο Λιάπης κι εγώ. Χωρίς να έχουμε ιδέα τι πρόκειται να συναντήσουμε.

3

Όταν το αεροπλάνο τροχοδρόμησε στο Ελληνικό και είδα αυτό το φοβερό θέαμα του κόσμου -τα χέρια ν’ αναδεύουν, η πλήρης αταξία, ο ενθουσιασμός ο διάχυτος, αλλά και η έννοια της μάζας -που τον πήρε στα χέρια, ο αδελφός του είχε χαθεί μέσα στο πλήθος, κανείς δεν μπορούσε να προχωρήσει, όλοι σπρωχνόντουσαν να τον πιάσουν, μου πέρασε απ’ το μυαλό η μυθιστορηματική ιδέα: ¨Κοίταξε να δεις που θα τον σκοτώσουν εν θριάμβω. Είναι το μεγάλο κόλπο!¨. Διότι πραγματικά είχε χάσει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Παρασυρόταν από ένα κύμα χωρίς να ξέρει πού πηγαίνει. Κάτι προσπάθησε να πει, χωρίς μικρόφωνο, χωρίς τίποτε, ότι είμαστε στο χείλος της συμφοράς αλλά καμιά φορά η συμφορά είναι και μία πρόκληση αναδημιουργίας -το οποίο, όμως, ούτε ακούστηκε σχεδόν. Τελικά -αυτό το έμαθα εκ των υστέρων-, ενώ είχαν κατέβει συγγενείς και παλιοί του συνεργάτες για να τον πάρουν, κάποιος άγνωστος τον πήγε στα Παλαιά Ανάκτορα για την ορκωμοσία. Το πλήθος άρχισε ν’ αραιώνει μόλις έφυγε ο Καραμανλής, και βρισκόμαστε ο Λιάπης κι εγώ (τον Χρυσοστάλη τον είχαμε χάσει) μην έχοντας τρόπο ν’ ανεβούμε στην Αθήνα -ούτε λεφτά, ούτε κανείς μάς ήξερε, ούτε τίποτε. Οπότε έκανα χρήση της δημοσιογραφικής μου θρασύτητας και λέω σ’ έναν αστυφύλακα: ¨Παρακαλώ, έχουμε ‘ρθει με τον κύριο Καραμανλή απ’ το Παρίσι και βρείτε έναν τρόπο να μας πάτε πάνω”. Κι ο αστυφύλακας, φυσικά με το δίκιο του, νόμισε πως ήμουνα τρελός. Όταν όμως έκανα περισσότερη φασαρία, θεώρησε υποχρέωσή του να πει σε κάποιον ανώτερό του ότι είναι ένας τρελός που διαμαρτύρεται. Και τελικώς επείσθη ο αστυνόμος και μας έχωσε σ’ ένα αυτοκίνητο της Άμεσης Δράσης για να μας πάει στα Παλαιά Ανάκτορα και, με το ζήλο τον αστυνομικό, βάλανε και τη σειρήνα για ν’ ανοίξουν δρόμο ανάμεσα στα μπλοκαρισμένα αυτοκίνητα, κι έτσι η επιστροφή μου στην Αθήνα ύστερα από επτά χρόνια συνοδεύτηκε από τις περισσότερες μούντζες που έχω φάει ποτέ, διότι βέβαια όλος αυτός ο κόσμος θεωρούσε το αυτοκίνητο της αστυνομίας έκφραση της χούντας. Μπροστά στ’ Ανάκτορα μάς κατέβασαν, ο Λιάπης χάθηκε κι εγώ προσπάθησα να εισδύσω -όπου ήταν σαν να ψάχνεις βελόνα στ’ άχυρα. Τα κατάφερα να μπω, αναγνωρισθείς από ορισμένους φωτορεπόρτερ -αδύνατον, φυσικά, να προσπελάσω στο γραφείο όπου ήταν ο Καραμανλής με την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία, αλλά έφθασα ως την αίθουσα αναμονής, ένα γραφείο πριν από το πρωθυπουργικό, όπου παράταιρα επικρατούσε εκπληκτική ηρεμία. Κι εκεί ήταν ένας τύπος με πολιτικά που ενόμισα ότι θα ήταν τουλάχιστον στρατηγός, κάποιος, τέλος πάντων, μέσα στα πράγματα, κι ο οποίος μου έπιασε κουβέντα, κι όταν έμαθε ότι ήρθα μαζί με τον Καραμανλή, μου λέει: ¨Και τι σκοπεύετε να κάνετε με τους χυμούς;¨…”

   “Μόνο στην Ελλάδα αυτά, ε;”.

   “Μα την Παναγία! Για να μην τα πολυλογούμε, ήταν κάποιος εργοστασιάρχης από την Άρτα, που περίμενε, μέσα στην αντάρα, να βρει προσβάσεις για να δανειοδοτηθεί μια επιχείρηση χυμών στην Άρτα, ώρα τρεις το πρωί, ο κόσμος χανόταν, κι αυτός ρώταγε ποια πολιτική θ’ ασκήσουμε στα προβλήματα της εξαγωγής των χυμών. Και είχε εισδύσει αυτός ο άνθρωπος. Ε, αυτά είναι τα φαιδρά, μετά αρχίσανε τα σοβαρά, γιατί ορκίσθηκε ο Καραμανλής, ώστε να μην υπάρξει το παραμικρό κενό εξουσίας, κι εγκατασταθήκαμε, ο Καραμανλής κι εγώ, κατά τις τεσσερισήμισι το πρωί στη Μεγάλη Βρετανία και βρεθήκαμε να μας φυλάνε οι τέως βασανιστές της ΕΣΑ”.

   “Αυτό ακριβώς ήθελα να σας ρωτήσω, για τις πρώτες μέρες, που είχατε και δεν είχατε την εξουσία, με τον Ιωαννίδη ακόμη ελεύθερο και τον καθένα που συναντούσατε πιθανό συνωμότη εναντίον σας”.

   “Εκεί θαύμασα -κι ας θεωρηθούν αυτά φιλοκαραμανλικά- την ψυχραιμία, τη μεθοδικότητα και την καθαρότητα της σκέψης του Καραμανλή, που κατάφερε, με διαδοχικούς ομόκεντρους κύκλους εκκαθαρίσεων (και με την πολύτιμη βοήθεια, πρέπει να πω, του Σόλωνος Γκίκα, υπουργού Δημοσίας Τάξεως τότε, ανθρώπου σεβαστού στο στράτευμα), ν’ αφοπλίσει όλους τους συνωμότες”.

[…]

*Πέτρος Τατσόπουλος,  Απόσπασμα από το κεφάλαιο “Τάκης Λαμπρίας – Νόμισμα παλαιάς κοπής”, “Τάκης Λαμπρίας – Στον ανοιχτό ορίζοντα” (ΠΟΤΑΜΟΣ, 2002), “Νεοέλληνες” (ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, 2007)/ αλιευθέν από το facebook του Petros Tatsopoulos

Προηγούμενο άρθροΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ – Μία δολιοφθορά
Επόμενο άρθροΟι Locomondo στην Ασπροβάλτα το Σάββατο 25/7!
Σπούδασα νομικά στο ΑΠΘ, θέλοντας να γίνω δημοσιογράφος. Παράλληλα, φωτογραφία από μεράκι. Κλικ με ριπές. Γιατί η ματιά έχει μεγαλύτερη αξία από οποιοδήποτε μηχάνημα. Πρώτη στάση 1996, στα Σπορ του Βορρά του Μπούζα και στον Ελληνικό Βορρά του Μέρτζου. Δεύτερη στάση στον free press «εξώστη» του αξέχαστου Τάσου Μιχαηλίδη. Τρίτη στάση, Μάρτιο 1998, στην ιστορική εφημερίδα «Μακεδονία» και στα πολιτιστικά με αρχισυντάκτη τον άλλον αξέχαστο Χρήστο Αρνομάλλη (πολιτιστικός ρεπόρτερ, προϊστάμενος πολιτιστικού, συντάκτης ύλης πολιτικού, αρθρογράφος). Και διευθυντή τον αείμνηστο Λάζαρο Χατζηνάκο. Τέλειωσα με τη «Μακεδονία» το 2006 ως διευθυντής σύνταξης της κυριακάτικης έκδοσης, όταν ακόμη η εφημερίδα πουλούσε 17.000 φύλλα. Μετά ήρθε το «Κεντρί» όπου συνεργάστηκα ως σύμβουλος έκδοσης κι έπειτα η free press «Karfitsa» στην οποία εργάστηκα ως διευθυντής από τον Φεβρουάριο του 2010 ως τον Μάιο του 2011. Από το Μάιο 2016 ως τον Μάρτιο 2018 αρθρογράφος στη thessnews. Παράλληλα, όλα αυτά τα χρόνια, γραφείο Τύπου σε δύσκολες μάχες (Νομαρχία Θεσσαλονίκης, Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας), του ΚΘΒΕ, ειδικός σύμβουλος σε θέματα επικοινωνίας του Δημάρχου Δέλτα και λογογράφος λόγων κρίσιμων. Σταθερά, από την πρώτη του μέρα, στο thinkfree.gr, καταφύγιο λέξεων και σκέψεων. Καταφύγιο δημιουργικότητας στην εποχή που ο χώρος των ΜΜΕ έχει διαλυθεί και τα πάντα αμφισβητούνται. Καταφύγιο αξιοπιστίας και αλήθειας στην εποχή των fake news και του κιτρινισμού. https://www.facebook.com/gkessopoulos

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.