“Το μάτι του βοριά”, Χρυσηίδα Δημουλίδου, εκδ. Ψυχογιός, 2015, σελ. 587
ΒΙΒΛΙΟΠΡΟΤΑΣΕΙΣ Προτείνει η Κωνσταντίνα Παπαδοπούλου
Το ονοματεπώνυμο Χρυσηίδα Δημουλίδου συναρτάται με τον τίτλο “συγγραφέας των απόλυτων best seller”. Αυτό είναι πλέον κοινώς αποδεκτό. Φανατικοί οπαδοί και ορκισμένοι επικριτές τη θεωρούν το σύγχρονο φαινόμενο της ελληνικής λογοτεχνίας. Φυσικά για ξεχωριστούς λόγους η κάθε πλευρά. Το μόνο σίγουρο είναι πως η Χρ. Δημουλίδου, με ένα μαγικό τρόπο, ξέρει κάθε φορά να ανάβει τα αίματα. Είτε πρόκειται για μια δημοσίευση στον προσωπικό της λογαριασμό στο facebook είτε για την έκδοση ενός νέου μυθιστορήματός της.
Έτσι συνέβη και με το νέο της βιβλίο «Το μάτι του βοριά», που οι συζητήσεις γι’ αυτό άρχισαν πολύ καιρό πριν ολοκληρωθεί καν η συγγραφή του. Πρόκειται για ένα βιβλίο, σαφώς διαφορετικό από τα προηγούμενα που έχει γράψει η συγγραφέας κι ίσως αυτό στάθηκε έναυσμα που πυροδότησε τις αντικρουόμενες και έντονες κριτικές που ακολούθησαν.
Πρωταγωνιστής, λοιπόν, είναι ο Δάμος, ένας άντρας με έντονη και δύσκολη προσωπικότητα, που βιώνει μια γεμάτη και περιπετειώδη ζωή. Η ιστορία εξελίσσεται μέσα από την προσωπική αφήγηση του ίδιου, έτσι όπως θα έπρεπε να είναι δηλαδή, κάνοντας το μυθιστόρημα πιο ευχάριστο και δίνοντας μια αμεσότητα με τον ήρωα στον αναγνώστη. Με λόγο δυναμικό, ωμό και σύγχρονο, με άκρως περιγραφικές σκηνές -σεξουαλικού περιεχομένου και μη- , σε κάποια σημεία ίσως άκρως σοκαριστικές, η συγγραφέας πετυχαίνει να μας βάλει “στο πετσί του ρόλου” και να βιώσουμε παρέα με τον Δάμο όλες τις περιπέτειες της ζωής του. Μπορεί με κάποιες από αυτές να ταυτιστούμε και άλλες να μην τις αποδεχτούμε ούτε στον ελάχιστο βαθμό. Το μόνο σίγουρο είναι πως πρόκειται για έναν άνθρωπο αληθινό που ζει με πάθος ακολουθώντας πιστά τους κανόνες και τα πρέπει που έχει ορίσει ο ίδιος χωρίς να παραστρατεί, πάλεψε για να διεκδικήσει όσα ήθελε χωρίς να τα παρατάει στις δυσκολίες. Απλά είναι πολύ διαφορετικός από τους ήρωες που είναι αποδεκτοί από το σύνολο.
Πρέπει να παραδεχτώ πως το συγκεκριμένο βιβλίο με μπέρδεψε, με συγκίνησε σε πολλά σημεία και μέσα από την καλοδουλεμένη γραφή του με βοήθησε να αντιληφθώ και να δικαιολογήσω αρκετές συμπεριφορές και σκέψεις του ήρωα και όχι μόνο. Ένα ρεαλιστικό και έντονα αυτοβιογραφικό ψυχογράφημα που καταφέρνει να διχάσει το αναγνωστικό κοινό δημιουργώντας μια πληθώρα συναισθημάτων-θετικών και αρνητικών.
Μια ματιά στο βιβλίο
“Τέλος Μαΐου, το καλοκαιράκι και οι ηλιόλουστες μέρες ήταν καθημερινό φαινόμενο.Εκείνο το σαββατιάτικο μεσημεράκι, όπως πάντα, είχα κατέβει στο κολωνάκι που ήταν της μόδας και σύχναζαν όλοι οι ωραίοι και μοντέρνοι τύποι της Αθήνας. Οι περισσότεροι αραγμένοι στις καρέκλες, έπιναν τον καφέ τους συζητώντας χαρούμενα. Τα μαγαζι΄γεμάτα απο κόσμο και καλοντυμένες κυρίες έβγαιναν απο εκεί κρατώντας δεκάδες σακούλες. Όλοι φαίνονταν σαν μια μεγάλη ευτυχισμένη παρέα. Ήμουν ίσως ο μοναδικός που καθόταν μόνος του. Βέβαια τα βλέμματα των γυναικών ήταν καρφωμένα επάνω μου, αλλά κάτι η παγωμένη διάθεσή μου, κάτι το ακριβό μου ντύσιμο αποθάρρυναν την οποιαδήποτε πρόθεσή τους να με πλησιάσουν. Προφανών έδειχνα σνομπ και ματσωμένος. Ε, όσο και να το κάνουμε, τόσα χρόνια δίπλα σε πάμπλουτες γυναίκες είχα αλλάξει συμπεριφορά, ύφος και τρόπους. Πίσω μου ακριβώς ήταν μια παρέα τριώ νεαρών, που συζητούσαν ζοηρά και όπως ήταν φυσικό, άθελα μου άκουσα την κουβέντα τους. “Που λες, φίλε, εγώ σε πέντε μέρες την κάνω και θα περάσω ένα καλοκαιράκι όνειρο. Με τα γκομενάκια μου, τα ποτάκια μου, τα λεφτουδάκια μου και το τζάμπα σπιτάκι μου”… “Α, ρε μαλάκα να σου προσφέρουν δουλεία στη Μύκονο με τις γκομενάρες και τις χλίδες κι αυτός να θέλει το Πέραμα και την ταβέρνα του Μπαρμπά-Κωστή”. Μύκονος. Το μυαλό μου πέταξε στη Μάργκο. Μα βέβαια η Μάργκο είχε σπίτι στη Μύκονο, σε ένα μέρος που το έλεγαν Άγιο Στέφανο και κάθε καλοκαίρι περίπου τέτοια εποχή βρισκόταν για διακοπές εκεί. Αν πήγαινα στο νησί και την έβρισκα ίσως αναθέρμανα εκείνο το παλιό ειδύλλιο.μπορεί να ήταν παραγινωμένη αλλά πλήρωνε καλά και αυτό μετρούσε….Δεν το σκέφτηκα περισσότερο. Πλήρωσα τον καφέ και έφυγα αμέσως για την πλατεία Συντάγματος εκεί οπου υπήρχε ένα γραφείο ταξιδίων”














