Στο έργο «La machine a faire des dieux» ο Moscovici περιγράφει τον ερευνητή σαν ένα παράξενο πλάσμα που είναι μισό αλεπού και μισό σκαντζόχοιρος. Όταν ο ερευνητής προσπαθεί να κατανοήσει τα μυστήρια της κοινωνίας, τότε συμπεριφέρεται σαν αλεπού, διερευνώντας πολλαπλές οδούς και μεθοδολογίες. Όταν όμως έρχεται η στιγμή να εξηγήσει τα δεδομένα, τότε γίνεται σκαντζόχοιρος και αρνείται οτιδήποτε αντικρούει τη δική του οπτική για τα πράγματα.
Η κοινωνιολογία είναι για μένα μια θαυμαστή επιστήμη. Καλείται να διερευνήσει αυτό το εξαιρετικά πολυσύνθετο «κατασκεύασμα» που λέγεται ανθρώπινη κοινωνία. Να ανιχνεύσει, ερευνήσει, αποτυπώσει, εξηγήσει τις μεταλλάξεις ,αλλαγές, διαφοροποιήσεις. Καμιά φορά και να προβλέψει κατά που πάει ο κόσμος. Θα μου πείτε γιατί αυτό θα έπρεπε να μας ενδιαφέρει; Ούτως ή άλλως μας ενδιαφέρει αν θέλουμε να γνωρίζουμε τι είναι αυτό που κάνει μια κοινωνία να αλλάζει.
Αυτό καμιά φορά, θα έλεγα συχνά, ενδιαφέρει και τον συγγραφέα. Η ανάγκη να καταλάβει τον κόσμο γύρω του. Όμως τι είναι ο κόσμος αν όχι αυτό το μαγικό «συνονθύλευμα» ανθρώπινων μονάδων, ομάδων, κοινωνικών νομάδων που αλλάζουν τα όρια του κόσμου με την δράση τους, ξαναμοιράζουν «χωράφια», άλλοι καλλιεργούν, άλλοι βρίσκουν νέους σπόρους και κάποιοι άλλοι απλώς έρχονται να συλλέξουν τον κόπο τους.
Ο συγγραφέας για να αποκωδικοποιήσει, στο βαθμό που μπορεί και θέλει τον κόσμο, θα γίνει αυτό που περιγράφει ο Moscovici. Μισός αλεπού, μισός σκαντζόχοιρος. Θα διερευνήσει οδούς και μεθοδολογίες. Όχι με τα επιστημονικά εργαλεία της κοινωνιολογίας αλλά με την ικανότητά του να αποτυπώσει ανθρώπινες συμπεριφορές, να τις καταγράψει και να τους δώσει μορφή. Να τους κάνει ήρωες στην ιστορία που θα αποφασίσει να αφηγηθεί.
Κάθε ιστορία κινείται από τους ήρωές της. Περιλαμβάνει δράση, αντίδραση, εξέλιξη, αδιέξοδα, όλα αυτά που αποτελούν τα δομικά υλικά ή τα υλικά κατεδάφισης των ανθρώπων. Καμιά φορά θα γίνει και σκαντζόχοιρος. Όταν θα κληθεί να κάνει το πιο δύσκολο πράγμα. Να δώσει τέλος. Το ξέρουν όσοι γράφουν αυτό, ότι το πιο εύκολο είναι να ξεκινήσεις, το πιο δύσκολο να τελειώσεις την ιστορία σου. Όχι να ολοκληρώσεις μια διαδικασία γραφής. Αλλά να την τελειώσεις με ένα τρόπο που θα ανακεφαλαιώνει όσα έχουν προηγηθεί, θα εξηγεί, στο βαθμό που θες να εξηγήσεις, θα δίνει ή όχι την κάθαρση, θα εμφανίζει ή όχι απομηχανής θεούς, θα είναι ή όχι μια τραγωδία με τους όρους που μάθαμε, δηλαδή μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας. Ποια πράξη όμως είναι σπουδαία; Εσύ θα το αποφασίσεις. Και θα γίνεις σκαντζόχοιρος. Θα την υπερασπιστείς. Όχι από πείσμα και γινάτι, αλλά επειδή αν εσύ δεν πιστέψεις στην ιστορία σου και το τέλος της, δεν θα τα πιστέψει κανείς. Κι αν δεν κάνεις εσύ τον εισαγγελέα του διαβόλου στον εαυτό σου και δεν απαντήσεις πειστικά, καλύτερα να ξεκινήσεις από την αρχή για το.. τέλος που πρέπει να δώσεις. Εκεί λοιπόν θα χρειαστείς τον σκαντζόχοιρο του Moscovici.
Ένας άλλος σπουδαίος της κοινωνιολογίας, ο θεμελιωτής της έλεγε, «prevoir pour pouvoir»να μπορείς να προβλέπεις για να μπορείς να ελέγχεις. Δεν ξέρω αν αυτό μπορεί να ισχύσει καθολικά στην γραφή αλλά καμιά φορά βοηθά να έχεις στον νου σου το τι θα θελήσουν οι ήρωές σου να κάνουν στη συνέχεια για να μπορείς να «ελέγξεις» την ροή της ιστορίας. Συνήθως, βέβαια, οι ήρωες, αυτά τα τζαναμπέτικα ανθρωπάκια, θα κάνουν ό,τι θέλουν και θα σε σύρουν για τα καλά στο χορό τους κι ας μην ξέρεις τα βήματα.
Και πάλι όμως, το ερώτημα παραμένει. Γιατί να θέλει ο συγγραφέας να ερμηνεύσει τον κόσμο γύρω του; Κανένα πρέπει δεν υπάρχει και καμία απαίτηση από κανέναν. Είναι ζήτημα εσωτερικής ανάγκης. Ανάγκης να απαντηθεί ένα ερωτηματικό που ο ίδιος νιώθει. Ανάγκης να εξηγήσει όχι τα ύστερα αλλά τα δύσκολα του κόσμου, του κόσμου του ή του ευρύτερου. Αν θελήσει να το κάνει, τότε λίγο έως πολύ γίνεται ένας ιδιόμορφος σκαπανέας, που δεν τον ενδιαφέρει το σύνολο της αρχαιολογικής ανασκαφής πάντα. Άλλοτε τον ενδιαφέρει ένα συγκεκριμένο σπίτι, άλλοτε το σύνολο του οικισμού, άλλοτε ολόκληρη η περιοχή. Σε κάθε περίπτωση, η διαδρομή είναι η ίδια. Θα κληθεί να αποτυπώσει, να ανιχνεύσει, να εξηγήσει. Η διαφορά είναι ότι ο ίδιος θα δρομολογήσει τις καταστάσεις. Ο ίδιος θα παράγει την ενέργεια, ο ίδιος θα προκαλέσει την αντίδραση, ο ίδιος θα δημιουργήσει την κατάσταση μετά. Σε αυτή την εξελικτική πορεία δεν είναι ούτε αλεπού, ούτε σκαντζόχοιρος, ή δεν είναι μόνο αυτά. Είναι και ένας «κοινωνικός μηχανικός» αφού φτιάχνει τα ελατήρια, λαδώνει γρανάζια ή σταματά τις μηχανές του κόσμου κατά πώς βούλεται.
Εν τέλει στην λογοτεχνική «κοινωνιολογία» μπορεί καμία φορά να βρει απαντήσεις για όσα τρεμοπαίζουν ως αχνά σενάρια στον κόσμο του. Δεν είναι ανάγκη ούτε αυτοσκοπός. Συμβαίνει όμως. Και όταν συμβαίνει, έχει το ενδιαφέρον του.










