
Ο Χρήστος δεν ήταν μόνο ηθοποιός. Ήταν και σπουδαίος δημοσιογράφος -“υπηρέτης δύο αφεντάδων”. Το ήθος και η ευστοχία της γραφής του, η… φανατική μετριοπάθεια με την οποία εξέφραζε τις απόψεις του, ήταν σχολείο. Όσοι βρεθήκαμε κοντά του, αλλά και οι αναγνώστες του, το γνωρίζουμε καλά. Πάντοτε θυμάμαι περίπου ως οδηγό τα κείμενά του, τις “παρεμβάσεις” του, όπως τις λέγαμε (από τον τίτλο της καθημερινής στήλης που διατηρούσε στην εφημερίδα “Μακεδονία”). Πιστεύω ότι αν στο θέατρο άφησε κάποιους αξέχαστους ρόλους στη μικρή μας πόλη και πολλές ελπίδες για άλλους σημαντικότερους, στη δημοσιογραφική του πλευρά οι σκέψεις που διασώζονται μέσα από τα κείμενά του παραμένουν πολύτιμες για την πόλη και τον πολιτισμό.
Αντί αναμνήσεων σήμερα, 14η επέτειο από το θάνατό του ηθοποιού και δημοσιογράφου Χρήστου Αρνομάλλη, αναδημοσιεύουμε στο thinkfree ένα από τα τελευταία κείμενά του, με τίτλο “Οι αποστάσεις της διανόησης”:
«Αλλάζουν όλα εδώ κάτω με ορμή» έγραφε πριν από δεκαετίες -προφητικά σχεδόν -ο Διονύσης Σαββόπουλος. Τι θα μπορούσε, άραγε, να αρθρώσει ένας τροβαδούρος για τις ραγδαίες αλλαγές, που συμβαίνουν γύρω μας;
Οι τροβαδούροι σπανίζουν πια. Η εποχή των μεγάλων ιδεολογιών έχει παρέλθει. Οι διανοούμενοι, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, σωπαίνουν. Η αμηχανία αναδεικνύεται σ’ ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της σύγχρονης σκέψης και καλλιτεχνικής δημιουργίας. Κι αυτή η αγκύλωση, φαινόμενο με παγκόσμιες διαστάσεις, βολεύει φυσικά τις εξουσίες, που μπορούν σχεδόν ανενόχλητες πλέον να διαδίδουν τη δική τους «φιλοσοφία»: έναν ύποπτο, μικρόψυχο «πραγματισμό».
Η ιδεολογία του εφικτού έχει υποκαταστήσει, στις αρχές της δεύτερης χιλιετίας, μια πανσπερμία επαναστατικών ιδεολογιών του ανέφικτου, που έλαμψαν στη διάρκεια του περασμένου αιώνα. Η ανθρωπότητα μοιάζει να εγκαταλείπει οριστικά τις παρελθούσες ουτοπίες, όχι στο όνομα νέων, επαναστατικότερων ιδεολογιών, αλλά στο όνομα μιας περιδεούς συμμόρφωσης σε ταπεινωτικές νόρμες σκέψης και συμπεριφοράς, μιας προς τα κάτω εξίσωσης της συλλογικής πνευματικότητας.
Αυτή η τακτική δημιουργεί, μοιραία, ένα αφόρητο κλίμα ταπεινωτική ευτέλειας, που καθιστά τη δημόσια έκφραση προβληματική και τη σιωπή θελκτικότερη από ποτέ. Κάθε δημόσιος λόγος πρέπει, υπ’ αυτές τις συνθήκες, να αποδεικνύει καταρχάς την αγνότητα των προθέσεων του ανθρώπου ή του φορέα, που τον εκφέρει.
Οι σύγχρονοι διανοούμενοι εκκρεμεί, λοιπόν, να επιτύχουν την απόσταση εκείνη από τις τριβές της καθημερινής ευτέλειας, η οποία θα τους επιτρέπει να διατηρούν αλώβητα τα στοιχεία που τους διακρίνουν από τους διαχειριστές της εξουσίας και την ψευδοφιλοσοφία τους. Αλλά και την εγγύτητα προς τη σύγχρονη πραγματικότητα, που θα εξασφαλίσει τη γόνιμη επικοινωνία του πνευματικού τους προϊόντος με το κοινωνικό σώμα”.














