Τα γραφτά στους τοίχους είναι σα να θυσιάζουν μια φευγάτη στιγμή στον βωμό της αιωνιότητας. Γιατί να μη φεύγει η σκέψη ελεύθερη, να ταξιδεύει σα χαρτονόμισμα από κεφάλι σε κεφάλι; Άτιμα γραφτά στους τοίχους, πάλι σε σκέψη με βάζετε!
Να το ‘γραψε κάποιος και μετά να το έβγαλε φωτογραφία για ν’ απαθανατίσει τη σκέψη του; μήπως για να την αποθανατίσει; Να ήταν ήδη εκεί, τυχαία κραυγή ενός άλλου που διάλεξε να χαράξει την πέτρα με πέτρα; Στη μέση του ξερού τοπίου μια αρχέτυπη προτροπή, της απόδρασης. Να γινόταν κιόλας…
Δεν είναι πάντα δείγμα ενοχής να φεύγεις. Δεν αντέχεις, φεύγεις. Αντέχεις, μένεις. Στην αντίστροφη περίπτωση σημαίνει ότι έχεις βάλει μπροστά ασπίδα το πείσμα, εκείνο το βαρύ καραβόσκοινο που κρατάει το πλοίο σου στο λιμάνι και δε βλέπεις, Τσίτσο, ότι το λιμάνι φεύγει. Αν και το πλοίο και το λιμάνι είναι εκεί για πάντα, σαν στιγμιότυπο ταλαντούχας φωτογραφικής λήψης ή -έστω- υπέροχος ζωγραφικός πίνακας, τότε σίγουρα κάποτε θα μυρίσει ή η θάλασσα ή η σκουριά του πλοίου. Μια εκδρομή, ένας περίπατος στην μη πεπατημένη, ένα ταξίδι, μια μετακόμιση. Μια νοερή απόδραση στον ύπνο ή στον ξύπνιο. Να φύγεις για λίγο ή για πολύ. Να δεις το τοπίο από μακριά, να πάρεις απόσταση από πρόσωπα και πράγματα.
Στον πρώτο πληθυντικό για παρέα ή μια μαζικότητα. Τέτοια νοήματα χάνονται στη μετάφραση και καλώς κάνουν για να μην γίνονται δεσμευτικά της σκέψης. Θες να φύγεις με το αμόρε; με φίλο; με άγνωστο; Θες να φύγεις σε παράλληλη δράση με άλλους εκατό σαν ασυνείδητα προσυνεννοημένο ραντεβού στην έξοδο; Όλα καλά. Μόνο πάμε να φύγουμε.
Να γινόταν κιόλας… Να κλέβαμε μια τόση δα και ταυτόχρονα αιώνια στιγμή φυγής…
*Η φωτογραφία είναι της des
http://www.youtube.com/watch?v=0a9NSeM4YUE















