Συνέντευξη στην Ελένη Σκάρπου / elenitsask@yahoo.gr, f/b Eleni Skarpou, eliaskarpou.blogspot.gr
Τόπος: Στο Cafe Rideaux του θεάτρου Αυλαία, σε στενό τραπεζάκι, δίπλα στο παράθυρο, με κλειστή μουσική, με ευέλικτα χείλη και τεντωμένα αυτιά.
Χρόνος: Τόσος όσος χρειάζεται για να μπεις στην τροχιά ενός γελωτοποιού και να μη θες να βγεις από εκεί.
Σκοπός: Αυτός που αγιάζει τα μέσα… γιατί με τους καλλιτέχνες οφείλεις να έχεις απαιτήσεις από τον εαυτό σου.
Με τους χειμαρρώδεις ανθρώπους οι συναντήσεις είναι αδύνατον να περιοριστούν στη μια φορά. Έχουν πάντα κάτι να σου πουν επιπλέον, πάντα κάτι να σου δώσουν που δεν πρόλαβαν, πάντα κάτι να πάρουν από σένα τη στιγμή που ανοίγεσαι για να σε εμπιστευτούν και να μοιραστούν μαζί σου τα πιο βαθιά τους. Τρίτη, αλλά όχι φαρμακερή… αυτή η «βόλτα» με τον Γιώργο Χρυσοστόμου είχε ύφος εξομολογητικό, αλήθειες που βγήκαν από τα συρτάρια του μυαλού του και από τον ίδιο τον ρόλο του στο «Mistero Buffo» -την παράσταση που ευθύνεται για την παρουσία του στη Θεσσαλονίκη, στο Θέατρο Αυλαία, με την πένα του Ντάριο Φο και την σκηνοθετική βούλα του Θωμά Μοσχόπουλου. Η ομάδα; «Επτάρχεια». Νονός αυτής; Ο ίδιος μετά από διήμερη αναζήτηση και λογοπαιχνίζουσα διάθεση. Έτσι λέει τουλάχιστον. Μετράει στα «Επτάρχεια» πάνω από μια διετία. Μέσα σε αυτή την ομάδα νιώθει δημιουργικός, ισότιμος και χαίρεται που κανείς δεν ψάχνεται για σταριλίκια. «Δουλεύουμε πολύ απελευθερωτικά και με πολύ καλή συνεργασία» σημειώνει. Όλοι μαζί συνθέτουν ένα ωραίο παζλ, από εκείνα που κομματιάζονται και επανασυνδέονται πάνω στο σανίδι ανάλογα με τις απαιτήσεις της τέχνης. Η δική του απαίτηση στο όνομα της τέχνης του έχει πάρει σάρκα και οστά: «Στόχος μου όταν ξεκίνησα αυτή τη δουλειά ήταν να δουλέψω με αυτόν τον σκηνοθέτη. Στο “Mistero Buffo” μ’ άφησε να προτείνω πράγματα. Γι’ αυτό και είναι το παιδί μας αυτή η παράσταση. Ο καθένας μας το αγαπάει, το φροντίζει, πολλές φορές τον εκνευρίζει κιόλας. Ο καθένας από αυτή την ομάδα έχει το δικό του, ας πούμε, δυνατό χαρτί». Δεν μου λέει ποιο είναι το δικό του δυνατό χαρτί, αν και ξέρει πολύ καλά πως είναι η δοτικότητα του σε κάθε ρόλο που τον κάνει απαραίτητο. «Νιώθω ότι κάτι ξορκίζω όταν είμαι πάνω στην σκηνή». Μέχρι να ξεμυτίσει απέναντι στους θεατές μπορεί να βιώνει τον χειρότερο εφιάλτη του, αλλά μόλις αφεθεί όλο αυτό γίνεται το πιο όμορφο καταφύγιο.
Ιδού ο γελωτοποιός του Ντάριο Φο που τον γύρισε πίσω στον εαυτό του…
«Δεν έχω όνομα. Παίζω έναν μονόλογο του Ντάριο Φο, που έχει τίτλο “Η γέννηση του γελωτοποιού”, που ξεκίνησε ως αγρότης και ξαφνικά του συνέβη θαύμα και έγινε γελωτοποιός και λέει όλη την ιστορία, πως δούλευε σε ένα χωράφι που ήτανε μαγικό και από το πουθενά ήρθανε να του το πάρουνε οι αφέντες, οι παπάδες και οι συμβολαιογράφοι και του σκοτώσαν τη φαμίλια και πήγε να αυτοκτονήσει και εμφανίστηκε μετά ο Ιησούς και του είπε θα σε κάνω γελωτοποιό». Μου το υποδύθηκε σχεδόν μέσα από τον παραστατικό προφορικό του λόγο. Το κατάλαβα όταν τον είδα στην σκηνή να τσαλακώνεται κι όταν γέλασα με την κωμική του διάσταση, κι όταν παραλίγο να πονέσω από την δραματική του φιγούρα, κι όταν συγχρονίστηκα με τα δάκρυα του που έτρεχαν ώριμα χωρίς καμία υπερβολή, κι όταν με έπεισε πως ο ηθοποιός δεν χρειάζεται ρούχα, σκηνικά και θέατρα με άπειρα καθίσματα για να λειτουργήσει. Σε ένα λειτουργικό-κωμικό δράμα όπως αυτό… με αναφορές στη θρησκεία, την πίστη, τον σαρκασμό που μπορεί να βγαίνει από τις ρίζες τους, αλλά και τις κοινωνικές δομές που τα φορτίζουν… εκείνος φορτίζεται και συγκινείται με έναν πολύ περίεργο τρόπο. «Στην αρχή διάλεξα αυτό το κομμάτι επειδή μου φάνηκε αστείο. Λέω “ωραίο είναι”. Μετά από καιρό διαπίστωσα ότι έχουμε την ίδια ιστορία με τον γελωτοποιό. Εντάξει εμένα δεν μου βίασαν την γυναίκα, ούτε μου σκότωσαν τα παιδιά, αλλά κι εγώ αγρότης ξεκίνησα στην Ρόδο και ξαφνικά συνέβη κάτι και μεταμορφώθηκα σε γελωτοποιό-ηθοποιό και βρήκα κι εγώ ένα βουνό που βρήκε κι αυτός μπροστά του… βρήκα πολλά κοινά στοιχεία». Και μετά ήταν λίγο αναπόφευκτο να σταματήσω, να μην αναζητήσω το πιο σπουδαίο κοινό σημείο. «Η σχέση του με το Θεό. Εγώ επειδή πέρασα μια πολύ καταπιεστική φάση με την χριστιανική μας πίστη, με γιαγιάδες, παππούδες… την Κυριακή εκκλησία κλπ… είχα μεγάλο θυμό για πάρα πολλά χρόνια και η αντίδραση μου στα 14-15 ήταν να θέλω να κάνω κάτι που θα ήταν διαβολικό και μάλιστα σε μια κλειστή κοινωνία όπως είναι η Ρόδος… κάτι πολύ διαβολικό και επικίνδυνο και πολύ κοντά σε πειρασμούς και αμαρτίες». Το έκανε. Εδώ σταμάτησα. Οι ερωτήσεις φτάνουν πάντα ως εκεί που αντέχει κανείς να απαντήσει ή ως εκεί που αντέχει κανείς να ακούσει. Όλα τα παραπάνω πάντως είναι οι αποσκευές του, που έμαθε να τις διαχειρίζεται και ανοίγοντας κάθε τόσο το «φερμουάρ» να βγάζει στο φως τα θετικά.
Σε στυλ… πες μου τ’ αληθινά σου.
«Εγώ ήθελα να φύγω από το σπίτι. Αυτό ήθελα να πετύχω για να ξεφύγω… κι η μόνη λύση -επειδή ήμουν και ο χειρότερος μαθητής και οι πανελλήνιες δεν υπήρχαν σαν σενάριο- ήταν να γίνω ηθοποιός». Τα κατάφερνε καλά άλλωστε και τελικά μετέτρεψε τον μονόδρομο σε ένα βήμα προς το όνειρο με την διακριτική ετικέτα “ευκαιρία ζωής”. Μα η μοίρα παίζει τα δικά της παιχνίδια και μαζί του έχει κάνει αρκετούς γύρους με διδάγματα. «Συμβαίνει κάτι με ό,τι έχω παίξει ως τώρα. Ή εγώ το κυνηγάω ή όντως κάθε πράγμα που με βρίσκει σαν ρόλος έχει να κάνει με την προσωπική μου ζωή ή την στάση μου απέναντι στα πράγματα έξω από το θέατρο. Βρίσκω πολλές φορές λύσεις σε προβλήματα και το έξω βοηθά το μέσα και το μέσα βοηθά το έξω». Τόσο που νομίζει κανείς ότι η ζωή του είναι σκηνοθετημένη απ’ άκρη σ’ άκρη. Εκείνος; Θα μπορούσε να σκηνοθετήσει τον εαυτό του, αλλά ποτέ τους άλλους. «Όχι δεν το έχω καθόλου. Μπορώ να σκηνοθετήσω εμένα, αλλά κανέναν άλλο. Θέλω πάντα έναν οδηγό να με μαζεύει γιατί είμαι πάντα φεύγα» μου τονίζει και εξακολουθώ να ψάχνω το φευγάτο του σε άλλες κουβέντες… στους χώρους με τους οποίους δένεται, στις μυρωδιές που στριφογυρίζουν σε ωραίες παιδικές αναμνήσεις. «Δένομαι με τους χώρους και με τις μυρωδιές. Αυτό που μυρίζει στην Ρόδο δεν μυρίζει πουθενά αλλού. Η θάλασσα, η φύση της…». Για όλ’ αυτά που κι εγώ θυμάμαι την Πάργα κάθε φορά που θέλω να αισθανθώ αυθεντικά αρώματα και έντονες εικόνες. Για όλ’ αυτά που οι άνθρωποι σέρνουμε χρόνια πίσω μας και αναμοχλεύουμε σε στιγμές ουσίας. Στο νησί θα γύριζε… «Μόνο για να πάω να χτίσω ένα σπιτάκι στο χωράφι μου και να ξεκουραστώ, μόνο έτσι». Ίσως να το κάνει, ίσως και όχι. Αν το κάνει όμως, σίγουρα θα είναι χορτασμένος απ΄όλα τα υπόλοιπα και δεν θα του λείψει τίποτα. Τώρα; Του λείπει κάμποσο η τηλεόραση, αλλά για τους δικούς του λόγους. «Μου λείπουν οι άνθρωποι που δουλέψαμε εκεί και τα λεφτά μου λείψανε λίγο, αλλά όχι η αναγνωρισιμότητα. Ήταν ένα φεγγάρι που τελείωσε. Θα ξανάρθει η ώρα της τηλεόρασης όμως πιστεύω και θεωρώ ότι έφυγα από την τηλεόραση σε πολύ καλή στιγμή. Αν συνέχιζα δεν θα ήμουν τώρα εδώ» καταλήγει. Κι αν δεν ήταν εδώ, θα έκανε ένα σωρό άλλα πράγματα. «Τα χέρια μου πιάνουν, έχω κάνει πολλές δουλειές, πολλά πράγματα μπορώ να κάνω πολύ καλά, το θέμα είναι ότι πολύ λίγα ευχαριστιέμαι. Θα ήμουν πολύ καλός γεωπόνος, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι όνειρο ζωής». Μπορεί τα όνειρα του να τα έκανε πράξη ως εδώ, υπάρχει όμως κάτι ακόμη: «Θέλω ένα παιδί, ξέρεις τώρα…». Ειλικρινής και αυθόρμητος, όπως οι άνθρωποι που θα θελα να συναντώ συχνότερα, διότι σου αφήνουν μια αίσθηση ασφάλειας και μια ελπίδα πως αυτός ο κόσμος δεν μπάζει τελικά από παντού.
Και η γεύση που έμεινε στο τέλος… βγαλμένη από το cinema
«Δεν θέλει να μου κάτσει. Ό,τι είναι να γίνει θα γίνει. Δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα». Αυτή την απάντηση πήρα όταν ρώτησα για τον κινηματογράφο και την σημασία του στην επαγγελματική του πορεία ως τώρα. «Ο χώρος του κινηματογράφου με κυνηγάει πολύ σπάνια και για πολύ μικρούς ρόλους. Δεν με ενδιαφέρει καθόλου όμως το σινεμά που μοιάζει με μεγάλο επεισόδιο τηλεόρασης, ότι κι αν σημαίνει αυτό» μου υπογραμμίζει. Κι αν το σπορ του σινεφίλ το έχει παραμελήσει καιρό τώρα, επιδιώκει συχνά να συνοδεύει το φαγητό του στο σπίτι με Χολυγουντιανές ταινίες. Ανάμεσα στις αγαπημένες του βέβαια ξεχωρίζει κι ένα βρετανικό θρίλερ: «Τα παπούτσια του νεκρού». Μπορεί να την βλέπει και να την ξαναβλέπει απανωτά και με τον ίδιο ενθουσιασμό. Βλέποντας πως τα χρονικά περιθώρια άρχισαν να στενεύουν κάπου εδώ έπιασα τους επιλόγους για να φτάσω στο φευγιό. Μου είπε μάλιστα τί θέλει να κρατούν οι άλλοι από εκείνον φεύγοντας. «Όλο το πακέτο. Είμαι πολύ προστατευτικός, πολύ πατρικός, πολύ στοργικός, πολύ θυμωμένος, πολύ κυκλοθυμικός και άστατος. Όποιος παίρνει το πακέτο θέλω να το αγαπήσει ολόκληρο. Εμένα όλα μου… είναι στα κόκκινα… και τα καλά μου και τα κακά μου. Το θέμα είναι να συμβιβαστείτε λίγο οι άλλοι και μετά τα βρίσκουμε». Κράτησα λοιπόν όλο το πακέτο και τον άφησα να φάει σαν άνθρωπος στο μικρό καφέ του θεάτρου Αυλαία. Μου έδωσε και μια συμβουλή… «Κράτα το free κι άσε το think».
Info:
“Mistero Buffo”
Μετάφραση – Σκηνοθεσία: Θωμάς Μοσχόπουλος
Παίζουν οι ηθοποιοί:
Άννα Καλαϊτζίδου, Άννα Μάσχα, Κώστας Μπερικόπουλος, Αργύρης Ξάφης, Θάνος Τοκάκης, Γιώργος Χρυσοστόμου
Συμπαραγωγή της ομάδας Επτάρχεια με τη Λυκόφως του Γιώργου Λυκιαρδόπουλου
Πληροφορίες: Θέατρο Αυλαία, Πλατεία Χ.Α.Ν.Θ. (πλευρά Τσιμισκή)
Τηλέφωνο: 2310237700
Παραστάσεις: Τετάρτη έως Σάββατο 21.00 και Κυριακή 20.00.
Τιμές εισιτηρίων:
Κανονικό: 18 €
Φοιτητικό, ανέργων: 15 €
Διάρκεια παράστασης 90 λεπτά

















[…] Γ.Χρυσοστόμου: «Εμένα όλα μου… είναι στα κόκκινα… και … […]