
Ο ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΤΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ ΜΙΛΑ ΣΤΗ THESSNEWS
Συνέντευξη στον Γιάννη Θ. Κεσσόπουλο
Μετά από έξι χρόνια, η κρίση στην Ελλάδα έχει περάσει οριστικά. Το χρήμα έχει αρχίσει να ρέει πάλι και οι Έλληνες επιστρέφουν στις παλιές, καλές τους συνήθειες. Κάποιοι δύσπιστοι, ωστόσο, αναρωτιούνται: από πού έρχονται τα λεφτά; Μια σειρά από φόνους αναγκάζουν τον Χαρίτο να ψάξει την προέλευση του χρήματος, που μπαίνει στην Ελλάδα, γιατί ξέρει πως μόνο έτσι θα βρει τις απαντήσεις. Όλα αυτά, βεβαίως, συμβαίνουν στο μυθιστορηματικό κόσμο του κορυφαίου της ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας, Πέτρου Μάρκαρη, και στο τελευταίο του βιβλίο με τίτλο «Offshore». Γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη το 1937, έγραψε το πρώτο του αστυνομικό μυθιστόρημα το 1995 («Νυχτερινό δελτίο») ενώ τιμήθηκε το 2013 με το “Μετάλλιο Γκαίτε” από το γερμανικό κράτος “για την εξαιρετική προσφορά του στη γερμανική γλώσσα και τις διεθνείς πολιτιστικές σχέσεις”. Τα βιβλία του κυκλοφορούν σε 17 γλώσσες ενώ έχει διατελέσει συνεργάτης του σκηνοθέτη Θεόδωρου Αγγελόπουλου.
Με αφορμή το νέο του βιβλίο, ο Π. Μάρκαρης μίλησε στη thessnews για όλα…
Κύριε Μάρκαρη, το τελευταίο βιβλίο σας στηρίζεστε σε ένα μάλλον ουτοπικό σενάριο: ότι κάποια στιγμή επιστρέψουμε στις μέρες του νεοπλουτισμού. Πιστεύετε, αλήθεια, ότι υπό προϋποθέσεις μπορεί να ξαναγυρίσουμε στην… προτέρα κατάσταση (εργασιακά, μισθολογικά, φορολογικά); Αν ναι, υπό ποιες προϋποθέσεις;
Το Offshore θέτει δυο ερωτήματα. Το πρώτο είναι: από πού έρχονται τα λεφτά; Αυτό ρωτάνε διαρκώς ο Γερμανός Ούλι και η Αδριανή, η γυναίκα του Χαρίτου. Η απορία παραπέμπει στην αδιαφάνεια του χρήματος στην εποχή μας. Με την κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην οικονομία, το χρήμα έχει γίνει αδιαφανές. Αυτό το αδιαφανές χρήμα μπαίνει στην Ελλάδα στο μυθιστόρημα και ο Χαρίτος είναι υποχρεωμένος από τα γεγονότα να ερευνήσει τις πηγές του. Το δεύτερο ερώτημα είναι αυτό που απασχολεί και εσάς: πώς θα αντιδρούσαμε, αν επέστρεφε το χρήμα; Εδώ υπάρχει μια τελείως διαφορετική αντίδραση ανάμεσα στις προηγούμενες γενιές και σ’ αυτήν που μεγάλωσε στις συνθήκες της εικονικής ευημερίας. Σ’ αυτήν ανήκουν η Κατερίνα, η κόρη του Χαρίτου και ο άντρας της. Αμέσως αρχίζουν να συζητούν την αγορά διαμερίσματος. Είναι η γενιά, που ακόμα και σήμερα ζει με τη νοσταλγία του παρελθόντος, δηλαδή της εικονικής ευημερίας. Αντίθετα, η Αδριανή που ανήκει στην προηγούμενη γενιά, μεγάλωσε και έζησε σε συνθήκες φτώχιας, είναι δύσπιστη απέναντι στη ροή του χρήματος, ακριβώς επειδή κάθε φορά που συμβαίνει αυτό, στο τέλος το πληρώνει ακριβά, όπως και με την περίοδο της εικονικής ευημερίας.
Πώς βλέπετε την Ελλάδα σήμερα; Αισιοδοξείτε ή όχι;
Όχι, δεν αισιοδοξώ. Αντίθετα, πιστεύω ότι μας περιμένουν και άλλα δύσκολα χρόνια. Και θεωρώ ότι οι πολιτικοί, οι οποίοι κυβέρνησαν τη χώρα, προηγουμένως και τώρα, έκαναν μεγάλο λάθος που υποβάθμιζαν και συνεχίζουν να υποβαθμίζουν το πρόβλημα. Καθησυχάζουν τον κόσμο με αποτέλεσμα αυτός να δέχεται κάθε καινούριο χτύπημα απροετοίμαστος. Οι συνθήκες δε θα ήταν τόσο επώδυνες, αν έστω και μια από τις κυβερνήσεις είχε παρουσιαστεί στους δανειστές, στην τρόικα, στους θεσμούς, πέστε τους όπως θέλετε, με ένα δικό της πρόγραμμα και διαπραγματευόταν με αφετηρία το πρόγραμμα, που η ίδια θα είχε καταστρώσει. Αυτό έκαναν και η Πορτογαλία και η Κύπρος. Αντίθετα, οι δικές μας κυβερνήσεις, είχαν ως προτεραιότητα το περιβόητο «πολιτικό κόστος». Φοβήθηκαν την οργή των ψηφοφόρων και προτίμησαν ν’ αφήσουν την πρωτοβουλία στους ξένους, ώστε να το παίζουν θύματα που αγωνίζονται κάτι να περισώσουν. Αυτό δεν είναι διαπραγμάτευση, αλλά κλεφτοπόλεμος.
Βλέπετε να αλλάζει κάτι;
Όχι, αντίθετα η κατάσταση δεν επιτρέπει αισιοδοξία, γιατί και η Ευρώπη περνάει μια πολύ δύσκολη περίοδο. Και στις δύσκολες περιόδους, δυστυχώς, πάντα οι αδύνατοι πληρώνουν το πιο βαρύ τίμημα, είτε σε εθνικό, είτε σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Του αστυνόμου Χαρίτου του μειώσανε το μισθό; Γίνεται σώματα ασφαλείας με μισθούς πείνας;
Οι μισθοί πείνας είναι καταστροφικοί για όλους, όχι μόνο για τα σώματα ασφαλείας. Ούτε δάσκαλοι, ούτε γιατροί μπορούν να ζήσουν με μισθούς πείνας, για να αναφέρω δυο παραδείγματα. Πάντως στο Offshore τα σώματα ασφαλείας παίρνουν αύξηση και ο Χαρίτος συνέρχεται κάπως…
Οι συνθήκες δε θα ήταν τόσο επώδυνες, αν έστω και μια από τις κυβερνήσεις είχε παρουσιαστεί στην τρόικα με ένα δικό της πρόγραμμα και διαπραγματευόταν με αφετηρία αυτό. Αυτό έκαναν και η Πορτογαλία και η Κύπρος.
Πως βλέπετε την Ευρώπη σήμερα; Τι σκέφτεστε γι’ αυτήν; Σας ικανοποιεί; Προς ποια κατεύθυνση πρέπει να αλλάξει;
Τη βλέπω σε μια πολύ κρίσιμη καμπή. Μετά το Brexit ακολουθεί η Ιταλία. Αν συμβεί και εκεί το ατύχημα, τότε αυτό θα θέσει σε κίνδυνο ακόμα και την υπόσταση της ΕΕ. Το άλλο μεγάλο πρόβλημα είναι τα συστημικά κόμματα της Ευρώπης. Ο μέσος ευρωπαίος πολίτης έχει απογοητευθεί από τα συστημικά κόμματα σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες. Η άνοδος της άκρας δεξιάς και των αντισυστημικών κομμάτων δεν οφείλεται μόνο στο προσφυγικό. Τα αντισυστημικά κόμματα βρίσκονταν σε άνοδο στην Ευρώπη και πριν από το προσφυγικό πρόβλημα. Η αιτία βρίσκεται στην αναπαραγωγή ενός ευρωπαϊκού μοντέλου από τα συστημικά κόμματα, που στηρίζεται στους διαρκείς συμβιβασμούς και στην αποφυγή τους να αντιμετωπίσουν τα κρίσιμα θέματα. Αυτό το φαινόμενο έχει προκαλέσει την οργή ενός μεγάλου μέρους των Ευρωπαίων, η οποία κορυφώθηκε με την κρίση. Το φαινόμενο είναι εξαιρετικά επικίνδυνο, γιατί η δημοκρατία είναι ένα σύστημα και ως σύστημα χρειάζεται τα συστημικά κόμματα για να λειτουργήσει. Όταν αυτά χάνουν την αξιοπιστία τους, οι επιπτώσεις μπορεί να είναι καταστροφικές για την Ευρώπη.
Πως την αξιολογείτε σε σχέση με τη διαχείριση του προσφυγικού; Πιστεύετε ότι μπορεί να φτάσουμε και σε πιο ακραίες κρατικές συμπεριφορές από ό,τι το κλείσιμο των συνόρων; (π.χ. απελάσεις μουσουλμάνων, απαγόρευση εισόδου κ.ά;)
Η διαχείριση του προσφυγικού είναι μια αθλιότητα. Όπου κι αν κοιτάξουμε γύρω μας, βλέπουμε τοίχους, συρματοπλέγματα και κλειστά σύνορα. Η Γερμανία και η Σουηδία, που θέλησαν να αντιταχθούν σ’ αυτή την πολιτική των κλειστών συνόρων, πληρώνουν τώρα ένα βαρύ τίμημα. Στην ουσία, αυτό που επιθυμούν τα περισσότερα κράτη της ΕΕ, αλλά δεν το ομολογούν δημόσια, είναι να μετατραπούν η Ελλάδα και η Ιταλία σε «χωματερές» προσφύγων και τα υπόλοιπα κράτη να έχουν την ησυχία τους. Από την άλλη, η παγκοσμιοποίηση και η τεχνολογική εξέλιξη έχουν δημιουργήσει σε όλες τις χώρες της Ευρώπης εστίες ανεργίας και κοινωνικά ευπαθείς ομάδες. Αυτές οι ευπαθείς ομάδες ζουν με τον καθημερινό φόβο ότι οι πρόσφυγες θα τους πάρουν και τις λίγες θέσεις εργασίας, που έχουν απομείνει. Δεν είναι όλοι ρατσιστές, ζουν, όμως, όλοι με τον φόβο του αύριο.
Τι θέλει να πει ένας συγγραφέας στους αναγνώστες τους στα χρόνια της κρίσης που διανύουμε;
Όλοι, συγγραφείς και καλλιτέχνες, όταν ξεκινάμε, διακατεχόμαστε από την ψευδαίσθηση ότι μπορούμε ν’ αλλάξουμε τον κόσμο. Αυτό είναι απλώς ευσεβής πόθος. Η λογοτεχνία και η τέχνη δεν μπορούν ν’ αλλάξουν τον κόσμο. Το μόνο που μπορεί να κάνει η λογοτεχνία είναι να θέτει ερωτήματα στον αναγνώστη και να τον βοηθάει να σκεφτεί παραπέρα πάνω στα προβλήματα που τον απασχολούν, είτε είναι υπαρξιακά, είτε κοινωνικοπολιτικά.
Εδώ δεν έχουμε λεφτά για τις στοιχειώδεις υποχρεώσεις μας, βιβλία θ’ αγοράζουμε;
Ας είμαστε ειλικιρινείς: οι πωλήσεις βιβλίων δεν ήταν ποτέ υψηλές στην Ελλάδα. Οι χαμηλές πωλήσεις έχουν, ωστόσο, να κάνουν και με το επίπεδο των δημόσιων και σχολικών βιβλιοθηκών στην Ελλάδα. Ένα μεγάλο μέρος των πωλήσεων βιβλίου στην Ευρώπη οφείλεται στην οργανωμένη λειτουργία των δημοσίων και δημοτικών βιβλιοθηκών και στην ένταξη του αναγνωστικού κοινού στις βιβλιοθήκες. Ούτε στην Ευρώπη αγοράζουν όλοι οι αναγνώστες τα βιβλία. Πολλοί τα δανείζονται από τις βιβλιοθήκες. Στην Ελλάδα υπάρχουν τιμητικές εξαιρέσεις άριστα οργανωμένων βιβλιοθηκών. Ο κανόνας, όμως, είναι απογοητευτικός.
Είμαστε στο Νοέμβριο και ακόμη δεν γνωρίζουμε –για μια ακόμη χρονιά- εάν θα πραγματοποιηθεί τελικά η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης. Πάλι αργούμε… Θα ήθελα ένα σχόλιο για την ΔΕΒΘ. Και για το αν πρέπει να συνεχιστεί και γιατί.
Καταρχήν δε χωράει συζήτηση ότι η ΔΕΘΒ πρέπει να συνεχιστεί. Είναι η μόνη ανοιχτή πόρτα που έχουμε προς το εξωτερικό στον χώρο του βιβλίου. Η διαφορά ανάμεσα στην ΔΕΒΘ και στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου είναι ότι το Φεστιβάλ έχει μια σταθερή οργάνωση, με σταθερό και έμπειρο προσωπικό, το οποίο λειτουργεί καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου ως την πραγμάτωση του επόμενου Φεστιβάλ. Αντίθετα, η ΔΕΘΒ έμεινε ακέφαλη από τη στιγμή που διαλύθηκε το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, το οποίο είχε και την ευθύνη της οργάνωσης της. Οργανώνεται περιστασιακά και στο παρά πέντε. Το είδαμε και πέρσι, το βλέπουμε και φέτος. Τώρα, αν ο πρώην υπουργός Πολιτισμού δήλωνε με έπαρση στην εναρκτήρια ομιλία του με αφορμή το 57ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου ότι η Ελλάδα παράγει πολιτισμό, η απάντηση είναι: ναι, η Ελλάδα παράγει πολιτισμό, αλλά όχι μέσα από σταθερές δομές, αλλά χάρη στον πατριωτισμό των Ελλήνων λογοτεχνών και καλλιτεχνών.
Η άνοδος των αντισυστημικών κομμάτων οφείλεται στην αναπαραγωγή ενός ευρωπαϊκού μοντέλου από τα συστημικά κόμματα, που στηρίζεται στους διαρκείς συμβιβασμούς και στην αποφυγή τους να αντιμετωπίσουν τα κρίσιμα θέματα.
Ήσαστε παρών στο 57ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου. Πως το είδατε δεδομένης της έλλειψης κονδυλίων για τον πολιτισμό;
Βέβαια, έμεινα μόνο στην έναρξη του ελληνικού τμήματος και αναχώρησα την επομένη. Συνεπώς, οι εντυπώσεις μου είναι περιορισμένες. Παρά τα προβλήματα, το Φεστιβάλ είχε και στο διεθνές και στο ελληνικό τμήμα του έναν πλούσιο αριθμό ταινιών. Επίσης, οι ομιλίες της γενικής διευθύντριας και του καλλιτεχνικού διευθυντή ήταν επί του θέματος και χωρίς περιττές φιοριτούρες. Απλά το «επιθεωρησιακό» κομμάτι της εισαγωγής θα μπορούσε να λείψει κατά τη γνώμη μου.
Ένα σχόλιο για την απομάκρυνση Μπαλτά από το ΥΠΠΟ, αλλά και την τοποθέτηση της Λυδίας Κονιόρδου;
Τι σχόλιο θέλετε να σας κάνω; Εδώ και πολλά χρόνια, και συγκεκριμένα από την εποχή του Αντώνη Σαμαρά ως υπουργού Πολιτισμού, το ΥΠΠΟ λειτουργεί ως «πάρκινγκ» της εκάστοτε κυβέρνησης. Παρκάρουν εκεί τους πολιτικούς, που θέλουν να τους δώσουν ένα πόστο, αλλά δεν ξέρουν πού αλλού να τους τοποθετήσουν. Η Λυδία Κονιόρδου αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα. Τώρα, αν έχει τα φόντα, δηλαδή μια συνολική άποψη και ένα πρόγραμμα για τον πολιτισμό και τα προβλήματα του στην Ελλάδα, αυτό μένει να αποδειχτεί. Η πάγια πολιτική αρχή στην Ελλάδα είναι, δυστυχώς, πρώτα να παίρνεις το πόστο και μετά να ψάχνεσαι.
Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα thessnews, φύλλο 19.11.2016














