Γράφει ο Σωτήρης Χαβαλές /chavales@jour.auth.gr
Στην βαθιά πατριαρχική κοινότητα ενός μικρού χωριού στο Κόσσοβο κατά τη μεταπολεμική περίοδο, «Τρία Παράθυρα και ένας Απαγχονισμός» έρχονται για να αποκαλύψουν τις ρωγμές μιας συθέμελα αποσυντεθειμένης κοινωνίας – η δυσωδία της οποίας φτάνει μέχρι και τη σημερινή εποχή. Όλα ξεκινούν με μια ανώνυμη μαρτυρία στην τοπική εφημερίδα που αφορά τον βιασμό τεσσάρων γυναικών του χωριού από Σέρβους στρατιώτες, μία εξέλιξη που ταράσσει τα γαληνεμένα νερά του οικισμού, σπείρει διχόνοιες μεταξύ των κατοίκων και διαφθείρει τη φήμη του νέου προέδρου. Όταν οι συγχωριανοί μαθαίνουν πως η δασκάλα κρύβεται πίσω από την ανώνυμη ομολογία, τότε η ίδια στοχοποιείται και μέρα με τη μέρα περιθωριοποιείται απάνθρωπα.
Ο εμβληματικός σκηνοθέτης των Βαλκανίων, Isa Qosja, δεν αλλάζει ριζικά τη θεματολογία του καθώς, όπως και με την προηγούμενη ταινία του, «Kukumi», που αποτελούσε μια πολιτική αλληγορία, έτσι και εδώ ασχολείται με τις αποτρόπαιες συνθήκες που επικράτησαν στο μεταπολεμικό Κόσσοβο αλλά και με ένα εξαιρετικά ευαίσθητο θέμα που διατηρεί τον στερεοτυπικό του χαρακτήρα: τον βιασμό των γυναικών. Όπως δηλώνει ο ίδιος ο σκηνοθέτης «περίπου 20.000 γυναίκες βιάστηκαν και μόνο μία μίλησε ανοιχτά γι’ αυτό τα τελευταία 14 χρόνια» ενώ συνεχίζει ισχυριζόμενος πως «ο βιασμός αντιμετωπίζεται ακόμη ως ντροπή για τη γυναίκα». Η εκκωφαντική σιωπή των γύρω, το καθεστώς λογοκρισίας κατά αυτής που είχε το θάρρος να πει την αλήθεια όσο και η ίδια η αυτοτιμωρία στην οποία οδηγήθηκαν τα θύματα στην ταινία συνθέτουν ένα φρικιαστικό σύμπαν που ταξίδεψε στην πρωτεύουσα των Βαλκανίων, τη Θεσσαλονίκη, για να ξύσει πληγές που δεν κατάφεραν ακόμη να επουλωθούν.
Η διεύθυνση φωτογραφίας έχει κάνει εξωπραγματικά καλή δουλειά που σε στοιχειώνει για μέρες και επαναφέρει συνεχώς στο νου το απέραντο πράσινο των Βαλκανίων, ιστορικά βουνά και κάτι ανθρώπινες μορφές που πιάνονται αγκαζέ με το δραματικό του τοπίου. Ωστόσο, ακόμη και το σκοτάδι της ταινίας μετριάζεται από τις, επιλεγμένες προσεκτικά, κωμικές σκηνές που δίνουν έναν πιο ανάλαφρο τόνο στη ροή του έργου. Ολάκερο το απόσταγμα της ταινίας μία λυτρωτική μελαγχολία και ένα μετέωρο τέλος να μας υπενθυμίζει τα αποσιωπητικά της ιστορίας.














