Η Σύνθια Σάπικα μας αποκαλύπτει ένα μέρος από τις… μυστικές της διαδρομές.
Της Σύνθιας Σάπικα
H Θεσσαλονίκη που αγαπώ έχει κρυμμένα μυστικά και έχει ορίσει μυστικούς ξεναγούς για να μου τα αποκαλύψουν. Η Θεσσαλονίκη που αγαπώ δεν είναι κοσμική, είναι μάλλον απόκοσμη, θα ‘θελε να έχει για σύμβολο της τη Ροτόντα και όχι τον Λευκό Πύργο. Δεν φοράει ψηλά τακούνια, ούτε κατά διάνοια Hogan εκτός κι αν τα τελευταία είναι στο χρώμα της ώχρας και ταιριάζουν με τα σοκάκια της Άνω Πόλης.
Η Θεσσαλονίκη που αγαπώ έχει εγκαταλελειμμένα σπίτια με παλιές σκάλες που δεν τελειώνουν ποτέ και μόνο ανεβαίνουν και δεν κατεβαίνουν. Ανεβαίνει με τα πόδια από την θάλασσα στην Αγίας Σοφίας, περνάει την Εγνατία και φτάνει ευθεία, χωρίς οδηγίες, μόνο με τους μυστικούς ξεναγούς ως την πλατεία Ρομφέη. Εκεί αυτοί οι ίδιοι μου δείχνουν δημοτικά κτήρια στη σειρά, το ένα ωραιότερο από το άλλο και καταλαβαίνω πως με μια ανάσα έφτασα στην Άνω Πόλη. Και όλα εδώ είναι Άνω. Η διάθεσή μου, η ανοδική μου πορεία, η Άνωση της στιγμής.
Και έρχεται τότε η ώρα να κάνω τους δικούς μου προσωπικούς απολογισμούς για τα υπόλοιπα άνω της ζωής μου (το ύψος των λογαριασμών που πρέπει να πληρώσω, των λαθών που έχω κάνει, των στιγμών που θα έρθουν και θα είναι ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΕΣ) και όλα τα χρώματα είναι ώχρες και εγώ μόνο ωχρή δεν νιώθω γιατί αυτοί οι αέρηδες της Θεσσαλονίκης, τώρα που είναι άνοιξη μου χουν κοκκινίσει τα μάγουλα και την ψυχή. Και από εκεί με την δική μου μυστική ξεναγό ανεβαίνω κι άλλο στην πλατεία Τερψιθέας και εκεί (ανεβαίνοντας με περισσότερες ανάσες), γιατί και οι ξεναγοί κάνουν λάθος, αναφωνώ νιώθοντας πραγματική τέρψη από την θέα που ξεδιπλώνεται, αναφωνώ πόσα χάνω που δεν ξέρω την πόλη μου.
Και εκεί σ ΄ένα από τα μπαλκόνια, λάθος στο πιο ωραίο μπαλκόνι αντιλαμβάνομαι ότι υπάρχει ένας φίλος του ξεναγού, που είναι και φίλος όλων των ξεναγών, όλων των εκλεκτών που φτάνουν ως εκεί. Οδυσσέας το όνομα του. Έχει ένα σπίτι που μυρίζει αγγελικές, ένα παλιό σιντριβάνι σαν να ‘σαι στην Τοσκάνη και ένα άσβεστο μεράκι να διατηρήσει την Άνω Πόλη. Σε κερνάει γλυκό του κουταλιού η γυναίκα του, έχει γίνει απόγευμα και παίρνεις το δρόμο της επιστροφής, τόσο γεμάτη που νιώθεις ότι το ηλιοβασίλεμα βγαίνει από μέσα σου.





















