Συνέντευξη στην Ελένη Σκάρπου / elenitsask@yahoo.gr, f/b Eleni Skarpou, eliaskarpou.blogspot.com
Τόπος: Σε ένα μεγάλο γραφείο για άνετες και ξεκάθαρες κουβέντες χωρίς τυπικά όρια
Χρόνος: Μεσημέρι μιας Δευτέρας πριν από μια σημαντική απόφαση ζωής
Σκοπός: Συνάντηση με έναν άνθρωπο της τέχνης που ήξερα εκ των προτέρων ότι δεν θα με απογοητεύσει
Όταν μπαίνεις στο γραφείο ενός κλασικού καλλιτεχνικού διευθυντή περιμένεις να συναντήσεις έναν τύπο ατσαλάκωτο και τη λεζάντα «κουλτούρα» στο μέτωπο, έναν άνθρωπο δυσπρόσιτο από επιλογή, με εκφράσεις τραχιές και κανένα χαμόγελο όταν ξεχνιέται, έναν χαρακτήρα «στρατευμένο», που σου δηλώνει με τακτ ότι σου έχει αφιερώσει σπουδαίο κομμάτι από τον πολύτιμο χρόνο του και φεύγοντας εισπράτεις κάτι κοινότυπο… όλες τις απαντήσεις στις ερωτήσεις που ετοίμασες. Όταν μπαίνεις στο γραφείο του Σωτήρη Χατζάκη η ιστορία έχει άλλη πλοκή και οι πληροφορίες είναι περισσότερες από αυτές που θες. Απόλυτα τσαλακωμένος, απόλυτα χαμένος στη δική του μετάφραση και προσπαθώντας να εξηγήσει πως το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος δεν είναι τόπος για να εκπληρώνει εγωιστικά την καλλιτεχνική του ματαιοδοξία, σε αφήνει να τον σκιαγραφήσεις χωρίς κανέναν έκδηλο φόβο. Δεν ξέρω αν τον περιγράφω σωστά, σίγουρα όμως δεν τον περιγράφω λάθος. Πώς μπορείς να κάνεις λάθος για κάποιον που είχε δάσκαλο τον Νίκο Κούρκουλο και που βλέπει το θέατρο όπως ο Σαίξπηρ; «Το θέατρο δεν είναι για τους λίγους, ούτε για τους πολλούς… είναι για τον καθένα ξεχωριστά» μου λέει. Με κερνάει χλιαρό σαλέπι και η συζήτηση έχει ήδη ξεκινήσει χωρίς τυπικότητες και εναρκτήρια συνθήματα. Ίσως αυτή να είναι η μαγεία της επαφής… που δεν απαιτεί από σένα να την διεκδικείς, απλά να σου δίνεται. Προσοχή! Το βιογραφικό του θα το διαβάσετε αλλού. Εδώ μιλάει εκείνος και μόνον εκείνος.
Μιλώντας για το ΚΘΒΕ…
Κρατώντας τα ηνία ενός κρατικού θεατρικού φορέα που από τον ιδρυτικό του νόμο επιβάλλεται να έχει 100 ηθοποιούς και δεδομένου ότι αυτός ο φορέας απευθύνεται στη Θεσσαλονίκη, στου όμορους δήμους, στη Βόρεια Ελλάδα και τα Βαλκάνια, θεωρεί ότι όλοι οφείλουν να είναι παραγωγικοί, χρήσιμοι και να συμμετέχουν στο ευρύτερο καλλιτεχνικό έργο. «Δεν σας κρύβω ότι κατά περιόδους έχουμε συμπτώματα όπου οι ηθοποιοί κάθονται και είναι ανεκμετάλλευτοι. Εγώ επινόησα κοινωνικές δράσεις και δραστηριότητες που είχαν κοπεί για να συμπεριληφθούν όλοι» μου λέει και ναι είναι αρκετές αυτές οι δράσεις μετά από μια θερινή σκηνή, την εμφάνιση της ποντιακής σκηνής, την λειτουργία του Κοινωνικού Θεατροπωλείου, το θέατρο στα καφέ της πόλης, το θέατρο κατ’ οίκον. Κι αν για όλους εμάς αυτή η σχέση ηθοποιών-ΚΘΒΕ μοιάζει άκρως δημοσιοϋπαλληλική, για εκείνον –παρά το γεγονός ότι συμφωνεί- είναι και βαθιά ανθρώπινη. «Κακώς δημιουργήθηκε αυτή η εξάρτηση κάποτε. Τι πρέπει να κάνουμε να εφαρμόσουμε έναν νόμο που θα τους διαλύσει; Πολλοί είναι ηλικιακά μεγάλοι, ένα βήμα πριν την συνταξιοδότηση κι έπειτα στη Θεσσαλονίκη δεν υπάρχουν τηλεοράσεις, ραδιόφωνα, μεταγλωττίσεις που να μπορούν να τους απορροφήσουν όλους. Δεν μπορείς να τους διώξεις. Είναι σαν να τους στέλνεις στο χάος. Σκοπός είναι να κοιτάξουμε να θεσμοθετήσουμε νόμους για τη νέα γενιά με καλύτερους όρους». Αυτή είναι η λογική του και δεν βάζει νερό στο κρασί του όταν πρόκειται για θέματα δικαιοσύνης. Όταν δε, πρόκειται για τα λεφτά του Έλληνα πολίτη… η ευαισθησία είναι ακόμη μεγαλύτερη. «Μας λείπουν άνθρωποι, αλλά δεν πρέπει να είμαστε προκλητικοί στην κοινωνία με προλήψεις ορισμένου χρόνου παρά μόνο με τις απαραίτητες». Γι’ αυτό και πρόσφατα έθεσε το δικό του βέτο και ανέστειλε προσωρινά την καλλιτεχνική δράση στην Μονή Λαζαριστών, όπου τα έξοδα έτρεχαν αδικαιολόγητα και η σπατάλη δεν είχε τελειωμό. «Διαπίστωσα έλλειψη στρατηγικού σχεδίου. Δεν είχαμε κοινούς στόχους, ούτε κοινά σχέδια, αλλά όλο αυτό θα λυθεί άμεσα». Με τους ηθοποιούς του πηγαίνει βήμα βήμα. «Οι ηθοποιοί αντιλαμβάνονται πια την εποχή. Δίνουμε όλοι μαζί έναν αγώνα σε ένα πόλεμο… οικονομικό πόλεμο» αναφέρει και οι τόνοι ανεβαίνουν αισθητά όταν καλείται να αποδώσει τις πολιτικές ευθύνες. «Πέντε παλιόπαιδα αναγκάζουν τόσα εκατομμύρια ανθρώπους να ζουν στην εξαθλίωση. Δεν μπορώ να συναινέσω. Μπορώ να προστατεύω τους εργαζόμενους μου με παραγωγή και δράση, και να συγκρατώ τα οικονομικά» αναφέρει.
«Δεν πιστεύω στο νεοπλουτισμό στο θέατρο»
Εδώ κάπου… άνοιξε ο ασκός του Αιόλου. Ναι στην ανακύκλωση κουστουμιών. Ναι στη δημιουργία οικονομικών σκηνικών. Ναι στην φαντασία και στην ολιγάρκεια. «”Το Μεγάλο μας Τσίρκο” κόστισε από πλευράς παραγωγής 3.500 ευρώ χωρίς να φαίνεται μίζερο. Δεν υπάρχει παραγωγή που να έχει ξεπεράσει τα 5.000 ευρώ. Ήταν και είναι το προσωπικό μου στοίχημα πριν και μετά την κρίση. Δεν πιστεύω στο νεοπλουτισμό στο θέατρο». Και γιατί να πιστέψει άλλωστε, ένας άνθρωπος ακομπλεξάριστος, καθόλου comme il faut, με καταβολές κρητικές, κορμί πολυταξιδεμένο και νου ελεύθερο; «Αυτά είναι τα χρήματα του φορολογούμενου πολίτη. Δεν είναι απαραίτητο ότι πρέπει να είμαστε ζημιογόνοι, επειδή είμαστε πνευματικό ίδρυμα. Δεν θα αρκεστώ στις επιχορηγήσεις που είναι πια περιορισμένες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα επιδιώξουμε να γίνεται όλο και μεγαλύτερη η επιχορήγηση βέβαια. Από 8.200.000 ευρώ έχει φτάσει στα 6.800.000 ευρώ λόγω περικοπών, όση και η μισθοδοσία του θεάτρου. Αυτό που αθροίζουμε είναι τα ταμεία μας ως οργανισμός» συμπληρώνει.
Πλάι στον Γκουρτζίεφ, τον Μπέκετ και τον Κάφκα… χωρά και το λαϊκό ρεπερτόριο
Αυτό που τον κρατά στο ύψος των περιστάσεων εκτός από την αγάπη του για την τέχνη είναι και η διάθεση του να κρατήσει ισορροπίες μεταξύ του ελιτίστικου προφίλ και του λαϊκού προφίλ, πάντα από προσωπική επιλογή. «Το όραμα μου δεν έχει φθαρεί. Δεν ήρθα στο κρατικό για να κάνω το κέφι μου». Αυτό αποδεικνύεται περίτρανα από την ανταπόκριση του κοινού και τα εισιτήρια που κόβονται σωρηδόν. Η άνοδος από το 2010 έως σήμερα φτάνει το 92%. «Οι εισπράξεις είναι το ευοίωνο του θεάτρου σε σχέση με την κοινωνία που το περιβάλλει. Αυτό δείχνει έναν επαναπροσδιορισμό του κόσμου. Σκέφτεται πολύ καλά που θα δώσει τα λεφτά του. Έχω καταλάβει πια πως όλοι οι θεατές μας θέλουν να νιώθουν ότι ανήκουν σε μια κοινότητα» διαπιστώνει. Πολλοί τον έχουν κατηγορήσει για λαϊκισμό επειδή διαλέγει θεάματα και για τον μέσο Έλληνα αντιστεκόμενος σε μια κουλτούρα για λίγους, αλλά αυτό δεν τον απέτρεψε ποτέ. «Όταν έχεις ένα δικό σου θέατρο κάνεις ό,τι θες, κάνεις τις αγάπες σου. Εδώ ανοίγεις μια βεντάλια και κάνεις τα πάντα, έτσι ώστε να μην είσαι μονοδιάστατος και να μην είσαι ένας κοσμοπολίτης, δήθεν, ελίτ που ήρθες να εκπολιτίσεις τους βαρβάρους και ξαφνικά δεν σ’ αγγίζει κανείς. Ποιος είσαι; Αν εσύ νομίζεις ότι είσαι κάτι υπερκείμενο του μέσου όρου, τι θα πει ο γιατρός που σώζει κάθε μέρα ζωές»; Θα έφερνε επί σκηνής ευχαρίστως έργα του Γκουρτζίεφ, του Κάφκα, του Μπέκετ και ινδουιστικούς μύθους, αλλά να… οι πόρτες θα ήταν κλειστές, τα καθίσματα κενά και το θέατρο κατεστραμμένο. Θα τα κάνει πράξη κάποια στιγμή ανάμεσα σε ένα ευρύ καλλιτεχνικό πρόγραμμα, που θα καλύπτει πρώτα τον απλό θεατή κι έπειτα μια ιδιάζουσα πολιτιστική αφρόκρεμα την οποία σίγουρα δεν υποτιμά, αλλά αποτελεί μειοψηφία για ένα θέατρο όπως το ΚΘΒΕ.
«Τέρμα η γκρίνια… θα το πάρουμε απόφαση, θα ζήσουμε φτωχότερα»
«Αυτή τη στιγμή οφείλουμε όλοι να χτυπήσουμε αυτή την παθογένεια της ελληνικής διαχρονίας. Δεν είναι δυνατόν όταν η χώρα είναι πεσμένη κάτω εμείς να είμαστε μοιρασμένοι. Πρέπει ο καθένας μας, στην οικογένεια του, στην παρέα του, στην μικρή ή στην μεγάλη κοινότητα που συνεργάζεται, να αλλάξει μια νοοτροπία. Θα είμαστε φτωχότεροι. Θα είμαστε πιο πνευματικοί. Θα μάθουμε να αντιστοιχούμε στην παράδοση μας, στην παραγωγική μας βάση. Γιατί να μεγαλώνουμε και να είμαστε αυτό το υστερικό, καταναλωτικό πλάσμα, το οποίο αγοράζει πενήντα, ενώ χρειάζεται πέντε; Και επιτέλους ας υπάρξει και μια εκπαίδευση που να οδηγεί στην αγορά εργασίας». Αυτή είναι για εκείνον η συνθήκη για να αναπτυχθεί και πάλι η Ελλάδα και ευτυχώς για μας μπορεί και την εκφράζει ανοιχτά.
Το ΚΘΒΕ παίρνει ΦΟΡΑ και μπαίνει στα σχολεία…
Είναι πολλές οι παραστάσεις που ανεβάζει και που αναμένεται να ανεβάσει στη συνέχεια το ΚΘΒΕ, αλλά «Το Κύμα» που βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος αυτή την περίοδο είναι μια καλή αφορμή για όμορφα πράγματα. Μέσα σε μια σχολική αίθουσα –στην προκειμένη περίπτωση στο Νέο Υπερώο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών- το πείραμα του Αμερικανού καθηγητή ιστορίας Ρον Τζόουνς μιλά για την χειραγώγηση του όχλου και την έννοια του φασισμού. Η σκηνοθεσία είναι του Γιάννη Ρήγα και η εμπειρία μια υπολογίσιμη δύναμη για απαραίτητα μηνύματα στην εποχή μας. Προσεχώς πάντως η Ένωση Θεάτρων Ευρώπης, στο διοικητικό συμβούλιο της οποίας είναι μέλος ο Σωτήρης Χατζάκης, ετοιμάζει μια ωραία καμπάνια με επιμορφωτικό χαρακτήρα. «Διαπιστώσαμε μια άνοδο του ολοκληρωτισμού και του πολιτικού εξτρεμισμού στα σχολεία και είδαμε και τι γίνεται στην Μακεδονία σχετικά με το θέμα αυτό. Ετοιμάζουμε λοιπόν μια ευρωπαϊκή δράση που λέγεται “ΦΟΡΑ”. Φόβος. Ρατσισμός. Stop. Δυο ηθοποιοί μας κάθε φορά θα επισκέπτονται γυμνάσια και λύκεια στη Θεσσαλονίκη και τη Βόρεια Ελλάδα. Θα μιλάνε για τον ρατσισμό, για τον ολοκληρωτισμό, για τα συμπτώματα του, για εκείνες τις πλουτοπαραγωγικές χώρες που εκμεταλλεύονται τον τρίτο κόσμο, για το πώς μπορεί να γίνει μια σωστή μεταναστευτική πολιτική» μου εξηγεί. Για τον ίδιο, αυτού του είδους τα ζητήματα πρέπει να αντιμετωπιστούν στην ρίζα τους, που είναι η νεολαία. «Αυτός ο ολοκληρωτισμός αρχίζει και κινείται επικίνδυνα στον εθνικό κορμό. Η δράση θα υλοποιηθεί μέσα από τη συνομιλία με τους μαθητές και την προβολή φιλμ που αποτυπώνουν τη δραματική περιπέτεια της μετανάστευσης από την γενέθλια γη στον χώρο προορισμού». Ορίστε. Όπου φυτρώνει η θέληση, η μαγιά θα φέρει ωραίες ζυμώσεις.
Εξομολόγηση… ώρα μηδέν και με πολλά θαυμαστικά!!!
Όταν οι άνθρωποι αποφασίζουν να μιλήσουν την γλώσσα της ψυχής τους, οφείλει κανείς να τους ακούει και να παρατηρεί απλά το βάθος των σκέψεων τους. Δεν είναι διαταγή. Είναι υποχρέωση προς τον ίδιο μας τον εαυτό. Αυτό έκανα και δεν το μετάνιωσα καθόλου…
«Είμαι 55 χρονών. Στη ζωή μου έχω ζήσει πολύ και ποικιλοτρόπως. Έχω ζήσει πολλές ζωές μέσα από το θέατρο. Έχω ταξιδέψει πολύ. Έχω φάει και έχω πιει αυτά που ήθελα. Έχω καπνίσει πολύ. Έχω ερωτευτεί πάρα πολύ. Έχω ερωτευτεί ασφαλώς την γυναίκα, την επανάσταση, πόλεις, το σκυλί μου, οράματα, ιδέες πολιτικές… όπως η άμεση δημοκρατία. Έχω βιώσει εκατό ζωές μέσα από το θέατρο ως ηθοποιός, βοηθός σκηνοθέτη, σκηνοθέτης, καλλιτεχνικός διευθυντής… αλλά πρώτιστα ως ηθοποιός… δεν πεινάω για κάτι. Δεν κάθομαι σ’ αυτή την καρέκλα γαντζωμένος για να φοβάμαι. Είμαι Κρητικός. Δεν φοβάμαι τίποτα, δεν πιστεύω τίποτα, είμαι λεύτερος. Είμαι παιδί του Καζαντζάκη. Μου δίνει η ζωή βαλίτσες. Αν βρεθώ εκτός… θα βρω δουλειά, θα πάω στο εξωτερικό, θα ξεκινήσω κάτι καινούριο. Είμαι αισιόδοξος από τη φύση μου. Μπορεί να πάω στην Ορεστιάδα στα παιδιά που κάνουν θέατρο και είναι μαγικά ή μπορεί να πάω εκεί όπου σπούδασα, στην Πολωνία, ή οπουδήποτε. Οι αμοιβές μου έξω ήταν κατ’ έθιμο και κατά παράδοση πολύ μεγαλύτερες από αυτές που έχω εδώ. Είμαι φτωχότερος εδώ. Δεν έχω τέτοια θέματα όμως. Το πρόβλημα μου είναι ένα και βαθύτερο. Θέλω με όλη μου την ψυχή να βοηθήσω και το πολιτικό προσωπικό και τις κοινωνικές δυνάμεις και την εκκλησία και τις ομάδες αυτοδιαχείρισης και αυτό-οργάνωσης πολιτών, τους συμπολίτες μου, την οικογένεια μου, τους φίλους μου, ώστε να βγούμε από αυτό που περνάμε τώρα, από όποια μεριά και αν είμαι. Θέλω να βοηθήσω, γι’ αυτό μετέχω στη δημόσια διοίκηση. Όχι από ανάγκη».
Σωτήρης Χατζάκης
(καλλιτεχνικός δ/ντης του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος)


















