Γράφει η Μαρία Παναγιωτοπούλου/ Διαιτολόγος – Διατροφολόγος* / m.panagiotopoulou@hotmail.com
Ως παχυσαρκία συνήθως ορίζεται η κατάσταση στην οποία υπάρχει μη φυσιολογική ή υπερβολική συσσώρευση λίπους στον λιπώδη ιστό, σε σημείο τέτοιο, ώστε να αποτελεί κίνδυνο για την υγεία. Το ποσοστό λίπους στο σώμα, η κατανομή του στο σώμα, καθώς και οι συνεπαγόμενες επιπτώσεις στην υγεία ποικίλουν σημαντικά μεταξύ των παχύσαρκων ατόμων. Σύμφωνα με το Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας η παιδική παχυσαρκία αφορά τις ηλικίες 2 – 18 ετών γιατί το διάστημα αυτό καθορίζει και την έννοια του παιδιού, όσον αφορά την ηλικία. Οπότε, αναφερόμαστε σε παιδική – εφηβική παχυσαρκία. Ο επιπολασμός της παιδικής παχυσαρκίας στην Ελλάδα τα τελευταία 20 χρόνια είναι ιδιαίτερα αυξημένος δείχνοντας ότι το πρόβλημα κλιμακώνεται με έντονους ρυθμούς.
Μελέτη σε παιδιά προσχολικής ηλικίας 1 – 5 ετών δείχνουν ότι το ποσοστό υπέρβαρου και παχύσαρκου στο συνολικό δείγμα ήταν 21% το 2003 – 2004 που υλοποιήθηκαν οι μετρήσεις. Δεδομένα έρευνας του 2009 από αντιπροσωπευτικό πανελλαδικό δείγμα μαθητών δημοτικού έδειξαν ότι το ποσοστό υπέρβαρου και παχυσαρκίας ήταν 25,9% και 11,7% αντίστοιχα. Τα επιδημιολογικά δεδομένα στις ΗΠΑ και σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες από τις εθνικές μελέτες υγείας και διατροφής κατά τα έτη 2003 – 2004 και 2005 – 2006 έδειξαν για πρώτη φορά σταθεροποίηση του ρυθμού εμφάνισης της παχυσαρκίας. Τα δεδομένα των ερευνών στην Ελλάδα όμως προβληματίζουν.
Ο δείκτης μάζας σώματος(BMI) δηλαδή, το πηλίκο του βάρους δια το τετράγωνο του ύψους, αποτελεί ένα απλό δείκτη ο οποίος κατατάσσει τους ενήλικες σε κατηγορίες χαμηλού ή υψηλού βάρους και παχυσαρκίας. Όταν το αποτέλεσμα της διαίρεσης αυτής κυμαίνεται από 18,5 – 24, 9 τότε το βάρος θεωρείται φυσιολογικό ως προς το ύψος. Για τα παιδιά οι ειδικοί χρησιμοποιούν τις καμπύλες ανάπτυξης και όχι μεμονωμένα τον BMI γιατί οι ρυθμοί ανάπτυξης που επιτελούνται κατά τη παιδική ηλικία δεν επιτρέπουν την ορθή χρήση του δείκτη. Οι καμπύλες που χρησιμοποιούνται κυρίως είναι αυτές του βάρους για την ηλικία και του βάρους με το ύψος. Σύμφωνα με τις καμπύλες ανάπτυξης όταν το σωματικό βάρος ενός παιδιού ξεπερνά το 95ο χαρακτηρίζεται ως παχύσαρκο και μεταξύ 85ο – 95ο υπέρβαρο. Ωστόσο και εδώ υπάρχει ένα μειονέκτημα αφού οι καμπύλες δεν ανανεώνονται τακτικά και πολλές από αυτές αντιπροσωπεύουν ένα δείγμα και όχι τον συνολικό πληθυσμό μιας χώρας.
Το βάρος του νεογνού, το οποίο επηρεάζεται από τις διατροφικές συνήθειες της μητέρας και από το βάρος της πριν την σύλληψη, είναι ένας βασικός προδιαθεσικός παράγοντας ανάπτυξης παχυσαρκίας μεταγενέστερα, ειδικότερα όταν ξεπερνά τα 4,5kg. Κρίσιμες επίσης περίοδοι για την εκδήλωση παχυσαρκίας στα παιδιά και στους εφήβους είναι η ηλικία των 6 – 7 χρόνων κατά την οποία τα λιποκύτταρα αυξάνονται απότομα και η περίοδος της εφηβείας όπου οι ορμονικές μεταβολές που επιτελούνται συμβάλλουν στην αύξηση των λιποκυττάρων και στην ανακατανομή του λίπους.
Η παχυσαρκία χαρακτηρίζεται ως πολυπαραγοντική νόσος. Οι κυριότερες αιτίες είναι είτε περιβαλλοντικές είτε γενετικές-κληρονομικές. Στις περιβαλλοντικές συμπεριλαμβάνεται ο υπερσιτισμός, η κακής ποιότητας διατροφή(υψηλή σε λίπος, κορεσμένα και trans λιπαρά), η μειωμένη φυσική δραστηριότητα, τα ψυχοκοινωνικά αίτια(έλλειψη επικοινωνίας, υπερπροστασία) και τα ορμονικά αίτια(διαταραχές θυρεοειδούς, επινεφριδίων, υποθαλάμου). Με το όρο κληρονομικά – γενετικά αίτια εννοούμε τα γονίδια και τις διαιτητικές συνήθειες των παχύσαρκων γονέων τις οποίες φαίνεται να ακολουθούν τα παιδιά και να οδηγούνται με την σειρά τους στην παχυσαρκία. Τα γονίδια έχει διαπιστωθεί ότι ευθύνονται για την παιδική παχυσαρκία κατά 30%.
Τα προβλήματα υγείας που προκαλούνται στα παχύσαρκα παιδιά είναι πολλά και σημαντικά, παθολογικής αλλά και ψυχολογικής φύσεως. Τα πιο χαρακτηριστικά είναι οι αυξημένες τιμές χοληστερόλης, τα προβλήματα στις αρθρώσεις, η υπέρταση, ο σακχαρώδης διαβήτης, οι κοινωνικές διακρίσεις, οι μεροληψίες και οι προκαταλήψεις, η δυσαρέσκεια από την εικόνα του σώματος και οι διαταραχές της διατροφής.
Τρόποι πρόληψης της παιδικής παχυσαρκίας αλλά και αντιμετώπισής της, εφόσον έχει ήδη εγκατασταθεί, υπάρχουν και πρέπει να εφαρμοστούν. Πώς όμως θα μάθετε το παιδί σας να τρώει σωστά ; Αυτό είναι ένα μεγάλο ερώτημα το οποίο για να λυθεί χρειάζεται θέληση και επιμονή τόσο από την πλευρά των γονέων όσο και από την πλευρά των παιδιών. Πρόκειται βασικά περί εκπαίδευσης και των δύο αυτών πληθυσμιακών ομάδων.
Μια πρώτη δράση προς αυτή την κατεύθυνση είναι η υιοθέτηση του μεσογειακού τρόπου διατροφής και η χρήση του ελαιόλαδου κατά το μαγείρεμα και όχι άλλων λιπαρών υλών. Η αποφυγή κατανάλωσης φαγητού τύπου fast food και αναψυκτικών είναι επίσης απαραίτητη γιατί περιέχουν μεγάλες ποσότητες αλατιού, ζάχαρης και κορεσμένων λιπαρών. Η ημερήσια κατανάλωση πρωινού γεύματος κρίνεται απαραίτητη. Τα περισσότερα παιδιά αντιδρούν κατά την κατανάλωσή του. Βλέποντας όμως τους γονείς τους να τρώνε πρωινό αμέσως και τα ίδια θα το κάνουν. Τα πρότυπα συμπεριφοράς δημιουργούνται κατά την παιδική ηλικία οπότε είναι σχεδόν σίγουρο ότι τα παιδιά θα κάνουν ότι κάνουν και οι γονείς.
Ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι γονείς είναι ότι τα παιδιά τους δεν αγαπούν τα φρούτα και τα λαχανικά. Αρκετά μάλιστα αρνούνται να τα δοκιμάσουν. Θα μπορούσατε να “κρύψετε” τα φρούτα μέσα στο γιαούρτι και να μπερδέψετε τα λαχανικά με το κίτρινο τυρί το οποίο προτιμούν οι μικροί μας φίλοι. Με αυτό τον τρόπο λαμβάνουν και περισσότερα θρεπτικά συστατικά. Όσον αφορά την φυσική δραστηριότητα είναι σημαντικό να δημιουργηθούν κίνητρα αλλά και χώροι άθλησης και παιχνιδιού για τα παιδιά. Επίσης η αύξηση των διδακτικών ωρών γυμναστικής στο σχολείο είναι μια καλή λύση. Σχολικά προγράμματα αγωγής διατροφής και άσκησης παράλληλα με την εκπαίδευση των γονέων στα θέματα αυτά συμβάλουν σημαντικά. Τα περισσότερα παιδιά περνούν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους στο σχολείο και το 30 – 35% της ημερήσιας πρόσληψης ενέργειας τους παρέχεται από τα σχολικά γεύματα. Άρα, το σχολείο είναι ο καταλληλότερος τόπος εκμάθησης και εφαρμογής υγιεινών διατροφικών συμπεριφορών. Ουσιαστικά, τα σχολικά γεύματα θα έπρεπε να αποτελούν τμήμα της εκπαιδευτικής διαδικασίας στο πλαίσιο της σχολικής ζωής. Η ποιότητα και η ποσότητα των τροφών και των ροφημάτων που καταναλώνονται στο σχολείο έχουν τεράστια δυνητική επίδραση στην υγεία και την ευζωία των παιδιών. Ο εκ νέου καθορισμός των προϊόντων που πρέπει να πωλούνται στα σχολικά κυλικεία δημόσιων και ιδιωτικών σχολείων θέτει σαφή όρια στην περιεκτικότητα των τροφών σε κορεσμένα λιπαρά, trans λιπαρά, ζάχαρη και αλάτι, ενώ συστήνει φρούτα, γάλα με χαμηλά λιπαρά, παστέλι κ.α.
Συμπερασματικά, η ενθάρρυνση των παιδιών να έχουν φυσική δραστηριότητα και η επιστροφή στην Μεσογειακή Διατροφή, αποτελούν ανάγκη για την αλλαγή της παρούσας κατάστασης, εάν πραγματικά θέλουμε να μην είμαστε στις πρώτες θέσεις στην Παχυσαρκία στην Ευρώπη.
*Ινστιτούτο αισθητικής Marieanne (Γρ. Λαμπράκη 211)













