Ο ηθοποιός Γιώργος Κωνσταντίνου γράφει για την παράσταση “Ο Έβρος απέναντι” την οποία σκηνοθετεί
Όταν ανέλαβα να σκηνοθετήσω τη σκοτεινή πλευρά μιας ανθρώπινης κωμωδίας, ένοιωσα προβληματισμένος τι θα έπρεπε να δικαιολογήσω και τι θα έπρεπε να απορρίψω μέσα μου, ανεξάρτητα με την ιδεολογία του έργου.
Η ανέχεια; Η φτώχεια; Η μιζέρια; Η κακούργα κοινωνία που λένε και τα λαϊκά τραγούδια, φταίνε για αυτό το φαινόμενο μίσους και απανθρωπιάς; Ή ένας προαιώνιος φόβος, μια προκατάληψη προς τους ξένους με τη φυλή μας, που μας οδηγεί σε αυτό που κάποια στιγμή ονομάσαμε ρατσισμό;
Δεν το ξεκαθάρισα όσο κι αν ανέλυσα τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν σε αυτό το έργο. Τη ζωή τους, τα βιώματά τους. Κι αυτό είναι η ομορφιά του. Οι συγγραφείς του, και θέλω να πιστεύω ηθελημένα, αφήνουν τον θεατή να ερευνήσει την αιτία αυτής της ιλαροτραγωδίας. Να βγάλει τα συμπεράσματα του. Ίσως και να κρίνει. Πράγμα που κάνει ο Μπρεχτ στα έργα του.
Εγώ με τη σειρά μου προσπάθησα να δώσω ανάγλυφα τους χαρακτήρες και τις καταστάσεις όσο αληθινά γινόταν, σαν κάποιος να παρακολουθεί πίσω από μια μεγάλη κλειδαρότρυπα την καθημερινότητα, σε ένα διπλανό του σπίτι, σε κάποιες διπλανές ζωές.
Ήταν υπέροχο και δύσκολο το εγχείρημα. Γι’ αυτό με κράτησε νύχτες και μέρες και μένα και τα σπουδαία παιδιά που ενσαρκώνουν τους ήρωες, στα μετερίζια. Πολεμήσαμε να κάνουμε το θαύμα. Δεν είναι ένα συνηθισμένο έργο που ολοφάνερα αποκαλύπτει τις προθέσεις του και που αποτέλεσμα έχει, να μην αφήνει τίποτα στον νου και στην ψυχή, φεύγοντας από αυτή την παράσταση σίγουρα κουβαλάς κάτι. Κάτι που σε κάνει ανάλαφρο. Σε λυτρώνει. Ή σε γεμίζει ενοχές και τύψεις. Πάντως και στις δύο περιπτώσεις έχεις ένα κέρδος. Γίνεσαι καλύτερος.
Και μην ξεχνάμε ότι δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να διδάξεις το καλό, από το να δείξεις ολοφάνερα το κακό.
*”Ο Έβρος απέναντι” ξεκινά στο Μικρο Θέατρο της Μονής Λαζαριστών την Παρασκευή 29/11













