Της Νικαίτης Κοντούρη / σκηνοθέτης της παράστασης “Πέρσες” του Αισχύλου που ανεβάζει το ΚΘΒΕ στις 15 και 16/8 στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου
Τι εγυρεύαμεν εκεί στη Σαλαμίνα
στόλους να κουβανούμε και να ναυμαχούμε.
Τώρα θα πάμε πίσω στα Εκβάτανά μας,
θα πάμε στην Περσέπολί μας και στα Σούσα.
Θα πάμε, πλην σαν πρώτα δεν θα τα χαρούμε.
Οτοτοτοί, οτοτοτοί∙ η ναυμαχία
αυτή γιατί να γένεται και ν’ απαιτήται.
Οτοτοτοί, οτοτοτοί∙ γιατί να πρέπη
να σηκωνόμεθα, να παραιτούμεν όλα,
κ’ εκεί να πιαίνουμε να ναυμαχούμε αθλίως.
Έτσι γιατί να ήναι∙ μόλις κανείς έχει
τα περιώνυμα Εκβάτανα, τα Σούσα
και την Περσέπολιν, ευθύς αθροίζει στόλο
και πηαίνει προς τους Έλληνας να ναυμαχήση.
Α ναι βεβαίως· άλλο λόγο να μη λέμε:
οτοτοτοί, οτοτοτοί, οτοτοτοί.
Α ναι τω όντι∙ τί μας μένει πια να πούμε :
οά, οά, οά, οά, οά, οά.
K.Π. Καβάφης, Η ναυμαχία
Διαβάζοντας τους Πέρσες ένοιωσα εξ αρχής την παρουσία των νεκρών να στοιχειώνουν το έργο. Στον πρώτο κιόλας στίχο του πρωτοτύπου υπάρχει η μετοχή «οιχωμένων» και αποδίδεται «αυτοί που έχουν φύγει».
Η αγωνία που κουβαλά ο Χορός των Περσών και οι τρεις γυναίκες, «νύφες του πένθους», γι’ αυτούς που πήγαν μακριά να επιτεθούν, μετατρέπεται σε φόβο με τον ερχομό της τρομαγμένης Άτοσσας και στη συνέχεια σε καθολικό τρόμο με τη λεπτομερέστατη αφήγηση του Αγγελιαφόρου. Έτσι οι απόντες γίνονται οριστικά «αυτοί που έφυγαν και δεν θα γυρίσουν ποτέ πια». Απαρηγόρητοι οι ζωντανοί αναζητούν βοήθεια από τον πεθαμένο βασιλιά Δαρείο. Όμως ούτε ο Δαρείος μπορεί να αλλάξει το πεπρωμένο της χώρας τους. Αντίθετα, αναθέτει στον Χορό και την Άτοσσα τη φροντίδα του ηττημένου Ξέρξη.
ΟΛΑ ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ δείχνουν τον Ξέρξη ως μοναδικό υπαίτιο της καταστροφής. Αψύς, άφρων, άμυαλος, επηρμένος, αλαζών, υβριστής, ο Ξέρξης ξεπερνά κάθε όριο, αγνοώντας πως προκαλεί τους Θεούς και πως οι Θεοί θα τον τιμωρήσουν ανελέητα. Ο μηχανισμός της Δικαιοσύνης λειτουργεί αυτόματα και τιμωρεί όποιον προσβάλλει τη Φύση και τους Θεούς.
Ο Ξέρξης επιστρέφει ως ο μόνος επιζών, αλλά ως εσαεί Βασιλιάς, θα ξανασταθεί στα πόδια του.
Οι Πέρσες θα μάθουν;
Έργο βαθιά πολιτικό που αντιπαραθέτει τη Δημοκρατία με την Τυραννία, την ελευθερία του ατόμου με την απόλυτη υποταγή στην εξουσία, την ομοψυχία και την αυταπάρνηση στη μάχη με τη λιποψυχία και την άτακτη φυγή, υμνεί τους Έλληνες, αλλά ταυτόχρονα κρούει τον κώδωνα στην αμετροέπεια και την αλαζονεία των ανθρώπων και κυρίως των ηγετών τους, που μπορούν να προκαλέσουν τον αφανισμό ενός ολόκληρου λαού με τα μεγαλεπήβολα σχέδιά τους.














