
Διαβάστε το νέο διήγημα του Βαγγέλη Γεωργάκη (“Λυκόφως”, οδός Πανός)
1.
Τον είδε πρώτη φορά, Παρασκευή και 13, Δεκεμβρίου, μια μέρα που του προκαλούσε περισσότερο γέλιο και λιγότερο ταραχή, στο ζαχαροπλαστείο “Motley cruel”, διασταύρωση 34ης και 45ης λεωφόρου, ένα ζαχαροπλαστείο διαφορετικό από τα άλλα, καθώς σκεφτόταν τι δώρο να έκανε στην εδώ και καιρό τώρα φιλενάδα του, Δάφνη. Χαμογελούσε πίσω από τη βιτρίνα και έδειχνε αγριωπός. Με τη Δάφνη δεν τα πήγαιναν καθόλου καλά, οι χρυσές εποχές του πρόσφατου παρελθόντος είχαν περάσει ανεπιστρεπτί, και είπε απόψε –όχι καλή ιδέα- πηγαίνοντας σπίτι της να κάνει δώρο ένα γλυκό.
Έξω χιόνιζε, χοντρές νιφάδες χιονιού που έρχονταν μετά και κάθονταν στο τζάμι της βιτρίνας κάνοντας τον να μοιάζει λίγο πιο χοντρός, λίγο πιο τρομακτικός. Στη δεξιά του τσέπη είχε, ανάποδα και με τη λαβή προς τα κάτω, ένα μεγάλο μαχαίρι που εύκολα προεξείχε από την ευρύχωρη τσέπη, ένα μεγάλο μαχαίρι που δε φαίνονταν να είναι όμως από ζάχαρη σ’ έναν κόσμο που δεν αστειεύεται, αλλά από πραγματικό ανοξείδωτο μέταλλο που γυάλιζε τώρα υπό τη συμφωνία του χιονιού και της μαύρης νύχτας σαν αλλοπρόσαλλος μαγικός καθρέφτης. Δεν ήταν μόνος, μια μαύρη νεράιδα του έκανε παρέα, κατά τα άλλα πολλοί καλικάντζαροι μικρότερου μεγέθους, πολλά μεσαία ζόμπι επίσης.
*«Ετερόκλητα γλυκά σε έναν σκληρό κόσμο», σκέφτηκε ο Τζον.
(*“Motley sweet in a cruel world”)
Η Δάφνη έτρωγε πολλά γλυκά, επίσης έβλεπε πολλά θρίλερ. Το θυμόταν αυτό, από την πρώτη φορά που την είχε γνωρίσει. Το πρώτο κιόλας βράδυ που είχαν βγει ραντεβού είχαν καταλήξει να βλέπουν στο δωμάτιο του, και φυσικά στο κρεβάτι του, τον Σχιζοφρενή με το πριόνι –όχι ακριβώς ένα ρομαντικό ραντεβού- και μετά να κάνουν μανιασμένο σεξ στη μοκέτα, χωρίς να έχουν καν την ανάγκη του πουπουλένιου στρώματος. Το κρεβάτι ήταν ασήμαντη λεπτομέρεια μπροστά στις ορμές των πρώτων ραντεβού. Άλλες επιφάνειες παρείχαν την απαραίτητη πρακτικότητα, αλλά και την απαραίτητη προστυχιά για ανορθόδοξο, ανεπανάληπτο, σεξ. Το πάτωμα, από’ κει ξεκίνησαν όλα, τα πλακάκια της κουζίνας, το μοντέρνο τραπέζι του σαλονιού, το μεγάλο μάτι της κουζίνας, αναμμένο στο μισό παρακαλώ, καμιά φορά στο ένα. Ήταν μια σχέση ίδια θύελλα, αλλά η θύελλα είχε τώρα κοπάσει και επικρατούσε μια επικίνδυνη νηνεμία που δεν επαρκούσε ούτε να μετακινήσει, έστω λίγο, ένα πεταμένο, χρησιμοποιημένο, προφυλακτικό στο γείσο ενός γέρικου πεζοδρομίου.
Ήξερε ωστόσο τα κουμπιά της, ό,τι είχε απομείνει, από μια κουρασμένη σχέση. Εθισμένη στον τρόμο και τις ανασφάλειες της, επιδίωξη μιας καλύτερης ζωής αλλά και γκλαμουριά. Τι καλύτερη ιδέα από το να της κάνει ένα δώρο από το ξεπεσμένο, πάντα δημοφιλές ωστόσο «Motley cruel”, το ζαχαροπλαστείο με τα περίεργα γλυκά και τους αλλόκοτους θαυμαστές.
Τον κοιτούσε σιωπηλός πίσω από τη βιτρίνα, σαν να τον κατέκρινε για τις σκέψεις του, ενώ κάπνιζε ένα άφιλτρο Pal Mal. Τι παράξενος λαγός, πρέπει να ήτανε σοκολατένιος, το τσιγάρο του από ινδική καρύδα.
Ήταν τυλιγμένος με ένα κασκόλ, λες και κρύωνε ο ίδιος από το τσουχτερό κρύο που είχε σκεπάσει εκείνο το βράδυ τη Νέα Υόρκη, φορούσε κόκκινα φθαρμένα ρούχα. Ο Άγιος Βασίλης σε λαγουδίσια, τρομακτική εκδοχή. Αλλά τα Χριστούγεννα ήταν ακόμη μπροστά.
ΜΠΑΝΥ ΤΟ ΑΛΑΝΙ έγραφε μια, σχετικά, μεγάλη επιγραφή από κάτω του.
Σωστό αλάνι, σκέφτηκε, ο Τζον και το κάπνισμα είχε απαγορευτεί. Δεν είχε ξανασυναντήσει τέτοιο παράξενο λαγό στη Νέα Υόρκη, ενδεχομένως ούτε και άνθρωπο, εδώ και καιρό.
Και αυτή ήταν η πρώτη φορά που ο Τζον είδε ξαφνικά μπροστά του τον Μπάνυ το αλάνι, το λαγό που αποτελούνταν από ζάχαρη αλλά και ισχυρό ανοξείδωτο μέταλλο, υπό σχετικά κανονικές, και φυσικά ελεγχόμενες, συνθήκες.
Τη δεύτερη; Ας το αφήσουμε καλύτερα, τουλάχιστον εδώ, -μέρη, άνθρωποι, αφήνουν καλύτερες εντυπώσεις την πρώτη φορά που τους αντικρίζεις, γιατί οι σοκολατένιοι λαγοί να αποτελούν εξαίρεση;
2.
Δίστασε λίγο πριν μπει στο κατάστημα, το πόδι του σαν να μπερδεύτηκε πριν διαβεί την πόρτα του παράξενου ζαχαροπλαστείου, αλλά μετά μπήκε, ίσως και λίγο ανυπόμονος.
Το περίφημο «Motley cruel”, επιτέλους, βρισκόταν εδώ. Ήταν διαφημιστής-σκλάβος στην άλλη πλευρά του Μανχάταν, κοντά στη Wall Street, εκεί που εκρήξεις συνέβαιναν τώρα τελευταία και ποτέ δεν είχε την ευκαιρία να το επισκεφτεί.
Ήταν πολύ καλή ιδέα το Motley cruel και φάνηκε από την πρώτη κιόλας μέρα λειτουργίας του. Το μάρκετινγκ –στην Αμερική ζούσαμε- είχε κάνει πολύ καλά τη δουλειά του. Ένα σλόγκαν που είχε γεμίσει κάθε στάση και γωνιά της Νέας Υόρκης: «Ετερόκλητα γλυκά σε ένα σκληρό κόσμο», μια φωτογραφία με ένα σκελετό που φορούσε κοστούμι και παπιγιόν, τόσο πετυχημένο, πολύ τρομακτικό, ίσως και λίγο ξεκαρδιστικό, απεικόνιζε τον τρόμο, αλλά και τη γραφικότητα των έσχατων καιρών του ανθρωπίνου είδους.
Εκατοντάδες φρικιά με σκουλαρίκια σ’ όλο τους το πρόσωπο, και φυσικά το σώμα, αλλά και χαρτογιακάδες ή σπασίκλες του σχολείου και του πανεπιστημίου με φακούς μυωπίας και ακμή, συνέρρευσαν από την πρώτη κιόλας μέρα, την πρώτη κιόλας ώρα λειτουργίας του, όρμησαν σαν τρελοί –και μπορεί και να ήταν- να κατασπαράξουν σοκολατένιους λυκανθρώπους και ζαχαρωτά βαμπίρ. Το ανθρώπινο είδος επιτέλους έπαιρνε την εκδίκηση του.
Χιλιάδες κόσμου επισκέπτονταν το Motley cruel εκείνες τις πρώτες ξέφρενες μέρες λειτουργίας του που έδειχναν σε όλους ότι η υπόθεση επιτυχία δεν ήταν άπιαστο όνειρο ή αυταπάτη, αρκεί να είχες τα κότσια να πρωτοτυπείς, και να καινοτομείς, έστω και με πάστες που δε θύμιζαν όνειρα, αντίθετα, ζωντάνευαν τους χειρότερους εφιάλτες.
Πήγαν τόσο καλά οι δουλειές που το μικρομάγαζο της 28ης επεκτάθηκε. Μεταφέρθηκε στο παλιό εγκαταλειμμένο κατάστημα της 34ης και 45ης, απομεινάρι της κρίσης του 2008, ένας χώρος χιλίων τετραγωνικών, δεινόσαυρος που έμελλε να αναστηθεί, τόσο μεγάλος που μέχρι και οι Motley Crue θα μπορούσαν να δώσουν μια πετυχημένη συναυλία εκεί μέσα.
Οι ίδιοι οι Motley Crue ήρθαν για μία και μόνη πριβέ συναυλία στο δημοφιλές μαγαζί όπου έπαιξαν με σοκολατένιες κιθάρες, υγείας όμως, πιο σταθερές, πιο σκληρές σε σχέση με μια κιθάρα από σοκολάτα γάλακτος για παράδειγμα, όπου παραδέχτηκαν, αφού πέταξαν στο εκστασιασμένο πλήθος τις σπασμένες κιθάρες τους, βαριά κομμάτια από ατόφια λαχταριστή σοκολάτα, ότι αν γύριζαν το χρόνο πίσω motley cruel θα ονομάζονταν κι αυτοί.
Όλα κύλησαν καλά για το Motley cruel στην αρχή, όπως συνήθως γίνεται στην αρχή, σε κάθε αρχή.
Και μετά άρχισαν τα προβλήματα.
Πρώτα αυτοκτόνησε ένας φοιτητής, μεγάλο μυαλό, από το Κάνσας πηδώντας πάνω από τη γέφυρα του Μπρούκλυν. «Δεν μπορώ να τον βλέπω, να τον βλέπωω…» έγραφε το τελευταίο του σημείωμα. Από πάνω του ένας σοκολατένιος κόμης Δράκουλας καμάρωνε περιχαρής. Φαίνονταν να έχει μεγάλη αυτοπεποίθηση στο δολοφονικό του βλέμμα, και ας είχε ήδη αρχίσει να λιώνει από την αφόρητη ζέστη εκείνου του μακριού, καυτού, Σεπτεμβρίου.
Έπειτα ήταν μια γηραιά κυρία, που κρεμάστηκε. Μόνη στο άδειο σπίτι. Κατάθλιψη είπαν, η μοναξιά των μεγαλουπόλεων. Στο τραπεζάκι ωστόσο απέναντι βρέθηκε να την κοιτάζει η Missy, η νεράιδα του σκότους, με μάτια γεμάτα… ζάχαρη, αλλά και μίσος.
Και μετά, εκείνη η ομάδα των παιδιών, μαθητών λυκείου, που αυτοπυρπολήθηκε. Στα αποκαΐδια βρέθηκε ένας σοκολατένιος λαγός, που όμως δεν είχε λιώσει.
Ο ανταγωνισμός είπε ό,τι το motley cruel βάζει ουσίες, άγνωστες, απαγορευμένες, μέσα στα γλυκά. Είπαν για μια καινούργια ουσία άγνωστη, δυσεύρετη, από την Κολομβία που τρελαίνει τον εγκέφαλο και δημιουργεί παραισθήσεις.
Οι ιδιοκτήτες του Motley cruel υποστήριξαν φυσικά στο ομοσπονδιακό δικαστήριο ό, τι όλα ήταν μια παραίσθηση, μια ομαδική παραίσθηση, φρικιά που τη βρίσκανε με ιστορίες τρόμου, υπό την επίδραση σκληρών ναρκωτικών, ανικανοποίητοι χαρτογιακάδες που λαχταρούσαν για λίγο δράμα στη ζωή τους. Και δικαιώθηκαν.
«Θανατηφόρες γεύσεις», ήταν όμως το πρωτοσέλιδο των Sunday Times τη μέρα της αθωωτικής απόφασης.
«Γεύσεις που σκοτώνουν», έγραφε σε μια γωνία της η σοβαρή New York Times.
Και από τότε το Motley cruel είχε απολέσει οριστικά τις δόξες του παρελθόντος.
Ωστόσο πάντα είχε κάποιους πιστούς φανατικούς, λάτρεις του τρόμου και της φαντασίας κυρίως. Ή ίσως κάποιους απελπισμένους εραστές, όπως απόψε ο Τζον που εισέβαλλε στο χώρο σαν απογοητευμένο φάντασμα.
Το Motley cruel ήταν άδειο σαν φωτισμένος τάφος.
Σοκολατίνες σε σχήμα νεκρόκασας αναπαυόταν πάνω στους πάγκους, τσίζκεηκ με γεύση φράουλα σε σχήμα κομμένου χεριού, φαίνονταν να σπαρταράνε πάνω στους πάγκους
«Φρέσκα γλυκά», σκέφτηκε ο Τζον, και ανατρίχιασε.
Προχώρησε μέσα στο –φαινομενικά- έρημο motley cruel, που ωστόσο ένοιωθε ότι πάλλονταν από ζωή, από κάποιας μορφής απροσδιόριστη ζωή.
Πάστες σε σχήμα ευρώ και δολαρίων, τον υποδέχτηκαν πιο μέσα, υπέρτατα σύμβολα τρόμου σε μια βίαιη εποχή, η καινοτομία του Motley cruel, που έδειχνε ότι μάταια προσπαθούσε να εκσυγχρονιστεί. Ο τρόμος και η φρίκη ήταν πανάρχαιος και αρχέγονος, δεν άλλαζε αν ήταν ένα λυκάνθρωπος που ούρλιαζε στο σεληνόφωτο ή ένας αδίστακτος πολιτικός που αγόρευε στο Καπιτώλιο και μερικά χαρτονομίσματα.
Η ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΓΛΥΚΩΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΡΟΚΑΛΕΣΕΙ ΣΟΒΑΡΕΣ ΒΛΑΒΕΣ, προειδοποιούσε μια επιγραφή κρεμασμένη στραβά πάνω ψηλά στον τοίχο.
«Σίγουρα μπορεί», συμφώνησε ο Τζον, και προχώρησε.
«Τι θα πάρετε;»
Η γυναικεία φωνή αντήχησε πίσω του σαν καμπάνα σε έρημο κωδωνοστάσιο, τον έκανε σχεδόν να παραπατήσει.
Γύρισε και είδε μια γκόμενα-φρικιό να τον κοιτάζει, λες και ήταν ο πρώτος πελάτης που έβλεπε ποτέ στη ζωή της. Είχε σκουλαρίκια σε όλο της το πρόσωπο, που, μοιραία, έμοιαζε με συρματόπλεγμα, ένα ωραίο συρματόπλεγμα. Σκουλαρίκια στη μύτη, στη γλώσσα, το στόμα, τα φρύδια, παντού. Ένα τατουάζ προεξείχε από το λαιμό της, ένας δράκος που έβγαζε φωτιές, λιγότερο ακίνδυνος ωστόσο από μια γυναίκα με έντονη σεξουαλικότητα.
«Το λαγό στη βιτρίνα», είπε ο Τζον όσο μπορούσε πιο φυσιολογικά, μετά το αρχικό του σάστισμα.
«Ο λαγός;» είπε η κοπέλα. «Α, ο λαγός δεν πωλείται απ’ όσο ξέρω, είναι συλλεκτικός».
Και μετά τσίριξε, τόσο δυνατά, τόσο απρόσμενα, που έκανε μέχρι και τις πάστες Λευκά Φαντάσματα στο διπλανό πάγκο να αναστηθούν.
«Μπαμπάα, μπαμπάα..»
«Οικογενειακή επιχείρηση, οικογενειακή επιχείρηση», το περιβόητο motley cruel είχε συρρικνωθεί λοιπόν σε μια μικρή οικογενειακή επιχείρηση, σκέφτηκε ο Τζον.
Για μια στιγμή ησυχία, νεκρική σιγή, στο άδειο ζαχαροπλαστείο υποδέχτηκε το αίτημα της μικρής. Έπειτα, πίσω από μια μαύρη κουρτίνα, ένας κύριος, ένας μαυροφορεμένος κύριος με κοστούμι, διόλου ωστόσο τρομακτικός, ξεπρόβαλλε.
Πιο πολύ έμοιαζε με λογιστή παρά με ό,τι φανταζόταν ο Τζον, -έναν τύπο που καβαλούσε φτιαγμένη Harley Davidson και ένα τατουάζ στο μπράτσο του που έγραφε: ΟΣΟ ΖΩ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ Θ’ ΑΝΑΣΤΕΝΑΖΩ-, ότι θα μπορούσε να αποτελεί τον ιδιοκτήτη του Motley cruel.
«Τι θες αγάπη μου;» είπε, στην κόρη του προφανώς, πέρα για πέρα σοβαρός, και, μπροστά στα έκπληκτα, γουρλωμένα, μάτια του Τζον, της έδωσε ένα πεταχτό φιλί στο στόμα.
«Αιμομιξία, αιμομιξία!» κραύγασε μέσα του ένα μέρος της συνείδησης του Τζον. Και μετά ένα άλλο που ίσως αγνοούσε την ύπαρξη του, ίσως πάντα να υπήρχε: «Τέρατα, τέρατα!»
«Μπαμπά ο κύριος από δω θέλει το λαγό», συνέχισε ωστόσο η κόρη του ατάραχη.
«Ο λαγός, χμ», είπε ο πατέρας που αγαπούσε την κόρη του τόσο πολύ, «όλοι θέλουν το λαγό, το θέμα είναι ποιος μπορεί να τον πάρει».
Και μετά γυρίζοντας στον Τζον:
«Κύριε, είναι ξέρετε ο λαγός που βρέθηκε στα αποκαΐδια, σε κείνα τα αποκαΐδια…» είπε ή πήγε να πει ο βλάσφημος άνδρας.
«Και θέλετε να πιστέψω τέτοιες ανοησίες, κύριε!» ύψωσε με αγένεια τη φωνή του ο Τζον, διακόπτοντας τον. Πάντα εκνευριζόταν όταν τον αποκαλούσαν κύριο, πόσο μάλλον τώρα, μπροστά σε ένα αιμομίκτη πατέρα που διηύθυνε ένα ξεχωριστό όσο και παρηκμασμένο ζαχαροπλαστείο τρόμου.
«Δεν… δεν θέλω να τις πιστέψετε… μα… μόνο να τις σεβαστείτε», επέμεινε ο μαυροφορεμένος άνδρας.
«Η σχέση μου βουλιάζει, κύριε» -το κύριε τονισμένο σαφώς ειρωνικά- «το μόνο που πιστεύω, το μόνο που σέβομαι», είπε ο Τζον, ένας απελπισμένος εραστής, «θέλω το λαγό, τώρα!, αλλιώς καλώ την προστασία του καταναλωτή, τώρα!» ολοκλήρωσε μέσα σε ένα ντελίριο σοβαροφάνειας. Και δεν θα μπορούσε να ακουστεί πιο γελοίος.
«Εντάξει λοιπόν η επιμονή χτίζει κάστρα, η επιμονή γκρεμίζει κάστρα», είπε ο μαυροφορεμένος ιδιοκτήτης λακωνικά, παράδοξα συμβιβασμένος.
Έπιασε το λαγό, και ίσως ο λαγός να ήταν ο ίδιος η απάντηση στην απειλή του Τζον, από τα αυτιά και, με μια λάμψη χαιρεκακίας στα απροσδιορίστου χρώματος μάτια του, –πως δεν το είχε προσέξει ως τότε, φαίνονταν να αλλάζουν συνεχώς χρώματα-, τον τοποθέτησε μέσα σε ένα ειδικά διαμορφωμένο χαρτοκούτι δώρου.
«O Μπάνυ;» έκανε λίγο πριν του τον δώσει ρίχνοντας του μια τελευταία ματιά. «Ιδιαίτερος», σαν να μην ήθελε ποτέ να τον αποχωριστεί, «αν και θα σας πρότεινα να μην τον φάτε, είναι πιο ωραίος για διακοσμητικό», είπε μετά.
Η ΖΑΧΑΡΗ ΣΚΟΤΩΝΕΙ, ήταν το τελευταίο που θυμόταν ο Τζον από το Motley cruel, μια επιγραφή πάνω από το ταμείο την ώρα που έπαιρνε την απόδειξη του. Ταλαντεύτηκε για λίγο, σκέφτηκε το αληθινό νόημα της φράσης, αλλά ήταν αργά να κάνει πίσω.
3.
Στεκόταν τώρα μπροστά από την πόρτα της Δάφνης, ένας απελπισμένος άνθρωπος, δώδεκα η ώρα τη νύχτα με ένα σοκολατένιο, αγριωπό, λαγό στο χέρι που αγνοούσε τους κανόνες συμπεριφοράς, οποιασδήποτε τυπικής κοινωνικής συμπεριφοράς.
«Τι θες;» του είπε η Δάφνη άγρια για να τον καλοσωρίσει.
«Μην αρχίζεις πάλι, πάρε αυτό», είπε ψύχραιμα ο Τζον.
«Αυτό, τι είναι αυτό;»
«Ένας λαγός, ένας σοκολατένιος λαγός που δεν έχει κόψει ακόμη το κάπνισμα στη Νέα Υόρκη της τσιγαρο-απαγόρευσης, όπως εσύ λαγουδάκι».
Και ήταν η πρώτη φορά που την αποκαλούσε λαγουδάκι, αγαπημένο παρατσούκλι της, μετά από καιρό.
«Είσαι για δέσιμο», είπε η Δάφνη και –επιτέλους- χαμογέλασε.
«Κάποτε ήμουνα -και το είχες απολαύσει ιδιαίτερα», απάντησε ο Τζον. «Τώρα είμαι;»
«Πέρνα μέσα και θα δούμε», είπε η Δάφνη. «Προς το παρόν δεν είσαι».
Πέρασε μέσα στο μικρό διαμέρισμα στούντιο που είχαν περάσει τόσες όμορφες στιγμές, αυτός, ένας ασήμαντος μεσοαστός, και μια όμορφη κοπέλα από την Ελλάδα, που προσπαθούσε να κάνει καριέρα ηθοποιού στη Νέα Υόρκη.
Είπαν για τα περασμένα, το πόσο οι καιροί είχαν αλλάξει, πόσο δύσκολο είναι να διακριθεί κανείς στο Μεγάλο Μήλο.
«Χίλιοι έρχονται, χίλιοι φεύγουν», είπε απογοητευμένη η Δάφνη.
«Ίσως και περισσότεροι, στρατός αποδεκατισμένος», είπε ο Τζον. Δεν είχε να δώσει κάποια άλλη, ασφαλής απάντηση σ’ αυτό, έστω παρηγοριάς. Άφησε να περάσουν μερικά αιώνια δευτερόλεπτα σιωπής και μετά, αμήχανος, είπε:
«Θα φάμε το λαγό;»
Η Δάφνη τον ξάφνιασε με την απάντηση της, δε φαινόταν να της αρέσει πολύ αυτό το δώρο, δε φάνηκε από την αρχή:
«Αγάπη μου, πάρτον. Με τρομάζει. Εξάλλου κάνω… δίαιτα».
Και ήταν η πρώτη φορά μετά από καιρό που η Δάφνη τον φώναζε αγάπη.
«Μια χαρά σε βρίσκω, στα κιλά σου, λαγουδάκι», είπε.
Η δεύτερη φορά απόψε που την αποκαλούσε λαγουδάκι, χωρίς να του φέρει ούτε ένα πιάτο στο κεφάλι. Καλό αυτό, σε μια σχέση γεμάτη εντάσεις, πολύ έρωτα, άγριο σεξ, πολλά σπασμένα πιάτα και υαλικά.
«Μωρό μου», η Δάφνη απάντησε -και ήταν η πρώτη φορά μετά από καιρό που η Δάφνη τον έλεγε μωρό του-, «αυτός φαίνεται σαν ζωντανός, δε βλέπεις τα μάτια του πως γυαλίζουν, το τσιγάρο του έτοιμο να βγάλει καπνό».
«Ζωντανός;» είπε ο Τζον. «Τι λες; Εγώ πιστεύω αν τον δαγκώσουμε δε θα βγάλει κιχ». Και γέλασε. Μακρύ, πλατύ, εκνευριστικό γέλιο. «Εγώ λέω να του κόψουμε ένα αυτί, γιατί όχι δύο, η ζάχαρη, λένε, κάνει καλό στα νεύρα», και έκοψε μια γερή δαγκωνιά στο δεξί του αυτί.
Για μερικά δευτερόλεπτα σιωπή, μόνο το μασουλητό του Τζον ακουγόταν ανεπαίσθητα μες το ακριβοπληρωμένο στούντιο της Δάφνης και ήταν από τις στιγμές που, ενώ δε συνέβει τίποτα, λες και κάτι έγινε, ταρακουνήθηκε το σύμπαν.
Μια στριγγλιά ακούστηκε κάτω από τη μεγάλη λεωφόρο, σαν ένας άστεγος που ένα διερχόμενο αυτοκίνητο του έσπασε τον αστράγαλο ή ένας γύπας –πως βρέθηκε μέσα σε τόσο πολιτισμό;- σε χαμηλές πτήσεις.
Σύμπτωση σκέφτηκε ο Τζον, ενώ η Δάφνη ζάρωσε ακόμη περισσότερο κάτω από τα σκεπάσματα της. Έκοψε άλλο ένα κομμάτι, και το άλλο αυτί του λαγού, όχι ότι πεινούσε ή ήθελε περισσότερο γλυκό, ξαφνικά του είχε κοπεί η όρεξη, η οποιαδήποτε όρεξη, πιο πολύ για να αποδείξει στον εαυτό του και στη Δάφνη ότι όλα ήτανε μια σύμπτωση, μια διαβολεμένη σύμπτωση. Πραγματικά τίποτε δε συνέβει. Απόλαυσε τη λιωμένη σοκολάτα στον ουρανίσκο του και γύρισε στη Δάφνη, θριαμβευτικά, ίσως με ένα ηλίθιο ύφος τελικά:
«Μωρό μου, είδες;»
Ήταν η πρώτη φορά που την έλεγε, περιχαρής, μωρό του, μετά από καιρό.
Και τότε, ακριβώς, κόπηκε το ρεύμα, το γαμημένο ρεύμα.
Πόσες κιλοβατώρες, πόσα εκατομμύρια, δισεκατομμύρια ίνες από χαλκό όπου όλα κυλάνε απόλυτα όμορφα και φυσιολογικά, χρειάζονται για να συμβεί κάτι τέτοιο, τόσο απίθανο και πιθανό, την πιο ακατάλληλη στιγμή. Αν υπήρχε ένας θεός εκεί πάνω, αν υπήρχε οτιδήποτε, εκείνη την ώρα καταριότανε τον Τζον. Το ίδιο όμως έκανε κι αυτός, με την εξουσία που του παρείχε η ανθρώπινη ασημαντότητα του.
Match point για μια σχέση τελειωμένη ήταν η αποψινή βραδιά, κερδίζεις ή χάνεις, και ο Τζον τώρα έχανε, έχανε για τα καλά.
Μια κραυγή, ένα ουρλιαχτό καλύτερα της Δάφνης, το επιβεβαίωνε αυτό. Και μετά:
«Είδα, είδα, αθεράπευτε ψυχοπαθή!» έκανε σαν υστερική, απόλυτα δικαιολογημένη όμως.
Και ήταν η πρώτη φορά που η Δάφνη τον αποκαλούσε ψυχοπαθή.
Ένοιωσε μια πίεση στον ώμο του, σαν να τον σπρώχνουν, τον γκρεμίζανε στα σκοτεινά. Είχαν φτάσει ψηλά, πολύ ψηλά μαζί, αλλά τώρα έπεφτε, έπεφτε οριστικά, από τον τελευταίο όροφο πανύψηλου ουρανοξύστη.
«Παρ’ και το λαγό σου. Κάτι δεν πάει καλά με το λαγό σου» –λες αυτός και ο λαγός ήταν αχώριστοι, μαζί ήταν ένα- «με αυτό το λαγό, όπως δεν πάει καλά και με σένα, και το ξέρεις».
Του πέρασε στο χέρι το λαγό, μες το ανείπωτο σκοτάδι, γοητευτικό και επικίνδυνο μαζί σκοτάδι της θρυλικής Νέας Υόρκης, και το επόμενο δευτερόλεπτο έμεινε να κοιτάζει μια πόρτα κλειστή, μια σχέση που είχε ξαφνικά στερέψει από επιλογές.
Έφτασε στο σπίτι, αλλά δεν θυμόταν πως. Μόνο ένα τεράστιο φουσκωτό λαγό, ξεχασμένο μέλος της παρέλασης των Ευχαριστιών, δεμένο από ένα κοντάρι στο γείσο ενός ουρανοξύστη, να τον κοιτάζει περίεργα, αντιφατικά.
4.
Άστραφτε και βρόνταγε όλη τη νύχτα και ο Τζον στριφογύριζε στο κρεβάτι προσπαθώντας μάταια να κοιμηθεί.
Για μια στιγμή άνοιξε τα μάτια και πέτρωσε, δεν μπορούσε να τα ξανακλείσει. Πως μπορούσε να είχε ονειρευτεί έναν τέτοιο εφιάλτη;
Ο παρανοϊκός υπερφυσικός λαγός που άκουγε στο όνομα Μπάνυ το Αλάνι στεκόταν μες τη νύχτα, μπροστά από το κρεβάτι του, στις δυσάρεστες, κανονικές του, ανθρώπινες σχεδόν, διαστάσεις. Τον παρατηρούσε σιωπηλός, σαν το λιοντάρι που παραμονεύει το θύμα του, χωρίς τις απαραίτητες προφυλάξεις όμως.
Κοιταχτήκαν σαν τρελοί μες το μισοσκόταδο και τις φωτοσκιάσεις που δημιουργούσαν οι αστραπές. Για κάμποση ώρα δε μίλησε κανείς.
«Άργησα λίγο αλλά ήρθα, στο τέλος πάντα έρχομαι, δε χρειάζεται κανείς να ανησυχεί», είπε πρώτος ο Μπάνυ σε άπταιστα αγγλικά. Γλωσσομαθής λαγός. Και ποιος ξέρει και τι άλλο ήξερε, τι άλλο.
«Γιατί άργησες, από τι άργησες», είπε ο Τζον με το στόμα ανοιχτό, όχι και τόσο καλά αγγλικά, λες και ξαφνικά είχε ξεχάσει τη μητρική του γλώσσα.
«Γαμήσει το λαγό, ο λαγός ύστερα πηδήσει εσένα», είπε τότε ο Μπάνυ, απότομα, περιληπτικά, χωρίς περιττές εισαγωγές και μετά όρμησε στριγγλίζοντας, σαν παχύσαρκη κοπέλα που αντικρίζει τον εραστή της μετά από δέκα άγονα, διαβολεμένα, χρόνια.
Ο Τζον ίσα που πρόλαβε να εγκαταλείψει το κρεβάτι κάνοντας δυο βαρελάκια, αλλά ο λαγός τον πρόλαβε με το που προσγειώθηκε στο κρύο πάτωμα, τον άρπαξε με το ένα χέρι σαν κοτόπουλο που τρέχει στην πρασιά. Μετά έσκυψε και με μια απότομη δαγκωνιά –χράαπ – του έκοψε ολόκληρο το δεξί αυτί. Όχι ένα ευγενικό λαγουδάκι. Προφανώς.
Ήταν τέτοιο το σοκ του πόνου που πολλαπλασίασε τη δύναμη του, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης του θα μπορούσε, γιατί όχι, να σηκώσει φορτηγό ολόκληρο εκείνη την ώρα, τη μοιραία ώρα. Πέταξε το λαγό ή ό,τι άλλο ήταν ο λαγός από πάνω του, παρά το τεράστιο βάρος του –διάολε, τρεις η ώρα τη νύχτα και το’ νοιωσε-, σαν να ήταν μια ελαφρά, πουπουλένια κούκλα όλη και όλη.
Ο Μπάνυ κοπάνησε με δύναμη στο φωτιστικό του σαλονιού και μετά στην τζαμένια μπαλκονόπορτα διαλύοντας την, κάνοντάς την χίλια κομμάτια, σαν να ήταν ένα ειδικό εφέ από πραγματική ζάχαρη σε ταινία τρόμου. Μετά ησυχία.
Αίμα έτρεχε σαν μικρό ρυάκι από το προσεκτικά κομμένο αυτί του, ο πόνος που ανάβλυζε κατά κύματα, θεόρατα κύματα, από’ κει μέσα ήταν μεγαλύτερος από τα βουνά του Κιλιμάντζαρο, αποκλείοντας οποιαδήποτε πιθανότητα νηφάλιας και συγκροτημένης σκέψης. Ωστόσο ο Τζον κατάφερε και έκανε μία σκέψη, μία και μόνη σκέψη, που στο ένα και μοναδικό αυτί του ακούστηκε σαν θλιβερός επικήδειος:
«Ήταν άραγε θνητός;»
Μάλλον όχι, αλλά καλό ήτανε να είναι σίγουρος.
Σύρθηκε αιμόφυρτος ως στην κουζίνα, ενώ το αίμα πίσω του ζωγράφιζε, έβαζε τις τελευταίες μακάβριες πινελιές στην αποψινή απέλπιδα βραδιά, δημιουργώντας διάφορα αλλόκοτα σχήματα στο δάπεδο, ένας νορμάλ συνηθισμένος άνθρωπος με υψηλούς στόχους και όνειρα, όπως όλοι, όπως πάντα, θα το θεωρούσε ευλογία ωστόσο απόψε αν κατάφερνε να ανοίξει την πόρτα του ψυγείου του. Άπλωσε το χέρι του –ααχχ!- ίσως του είχε σπάσει και μερικά δάχτυλα, αλλά ο πόνος ήταν σχεδόν ανύπαρκτος μπροστά στο κομμένο του αυτί, θλιβερά πταίσματα, με χίλια ζόρια όμως κατάφερε και άνοιξε την πόρτα του ψυγείου. Στο βάθος του μυαλού του, πολύ βαθιά όμως, χειροκροτήματα ακούστηκαν, ίσως από τα «Φιλαράκια», ίσως από τον «Απίθανο Κόσμο του Μπέρνυ», για αυτή του την επιτυχία. Κουτάκια μπύρας, από το άτσαλο άνοιγμα, έπεσαν από το ράφι της πόρτας, ένα μάλιστα μισάνοιχτο χύθηκε στα κρύα πλακάκια, σαν κακός οιωνός που ζωντάνεψε. Κρύα ξανθιά μπύρα ανακατεύτηκε μαζί με το φρέσκο αχνιστό αίμα του, αφήνοντας ένα απαίσιο σύριγμα, σαν οχιά που σέρνεται μες τα καμένα ξερόχορτα άγρια και αιώνια, καταραμένα, μεσάνυχτα.
Κοίταξε ευθεία μέσα στο ψυγείο, με το κεφάλι αναποδογυρισμένο σαν να προσεύχονταν. Δεν ήταν εύκολο αυτό. Μήπως του είχε σπάσει και το σβέρκο; Επικίνδυνες ερωτήσεις, θανάσιμες απαντήσεις. Το ποτάμι αίματος που ξεχύνονταν από το κομμένο αυτί του σχημάτιζε ένα μακάβριο καταρράκτη που εύκολα είχε σκεπάσει το αριστερό του μάτι. Ωστόσο τον πρόσεξε. Για μια ακόμη φορά και ας ήταν η τελευταία. Βέβαια. Ο σοκολατένιος Μπάνυ ήταν μέσα. Ή ό,τι είχε απομείνει από αυτόν. Ο άλλος, ένα παρανοϊκό θηρίο, ένας εφιάλτης πέρα από κάθε φαντασία, τώρα συνέρχονταν. Ήχος γυαλιών από το σαλόνι αντήχησαν πιο πολύ σαν αναγγελία θανάτου, του δικού του φρικτού θανάτου.
Ωστόσο έπιασε τρέμοντας την κομματιασμένη κρύα σοκολάτα και την έφερε μπροστά από το ματωμένο στόμα του. Η μόνη ελπίδα σωτηρίας. Αν υπήρχε.
Κατάπιε αμάσητο ό,τι είχε μείνει από το λαγό, όχι και πολλά, το σώμα του κυρίως, λίγο από τα πόδια.
Παραδόξως, οι ήχοι πίσω του σταμάτησαν, αν και δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις πλέον το παράδοξο από την πραγματικότητα.
Μες την παράνοια, τον τρόμο, που τον τύλιγε, γέλασε. Μπάνυ το Αλάνι, ο σαλεμένος υπερφυσικός λαγός. Τι κουταμάρες, νόστιμος, πολύ νόστιμος, -η κρύα σοκολάτα είχε ήδη αρχίσει να λιώνει στον βλεννογόνο της γλώσσας του.
Ήτανε καιρός. Ένας ακόμη, υπόκωφος αυτή τη φορά, ήχος, σαν μαξιλάρι που πέφτει με φόρα στη μοκέτα, ακούστηκε σχεδόν και μέσα στο πονεμένο του κεφάλι.
Προσπάθησε να καταπιεί, -και ένοιωσε ένα διαπεραστικό πόνο στο λαιμό, μετά πίσω στην πλάτη.
«Ετερόκλητα γλυκά σε ένα σκληρό κόσμο», τώρα καταλάβαινε το νόημα, το αληθινό νόημα.
Ήταν απόλαυση τελικά να σου συμβαίνει αυτό, απόλαυση, η τελευταία του σκέψη.
Μετά είδε τη Δάφνη, την πανέμορφη Δάφνη, μπροστά του, σαν αιματοβαμμένη ζωγραφιά, χωρίς πλέον να σκέφτεται, ίσως να αιωρείται.
Ύστερα, μια λάμψη εμφανίστηκε, -και έκλεισε τα μάτια.














