

Γράφει η Νένα Μυρωνίδου / nenemy1@hotmail.com
Για μια φορά λες να πετάξεις. Δεν έχει ουρανό για μουδιασμένα φτερά. Αυτό γίνεται όταν ο Τένεσσι Ουίλλιαμς διαλέγει το τέλος δύο μονάδων να αρχίσουν από το μάταιο του έρωτα. Στην πλατεία του Βασιλικού θεάτρου φοράς τα καλά σου, κάθεσαι ανάμεσα σε Τάσο Περζικιανίδη και Πέμη Ζούνη και ψάχνεις τις πνευματικές σου άκρες. Δεν πιστεύω να τις βρήκα. Έφυγα με τον φόβο ότι ο έρωτας και η νιότη έχουν μια καταδίκη. Τη φθορά. Γι’ αυτό οι ήρωες τη γεννούν νωρίτερα και τη φτάνουν στο μη περαιτέρω.
Και καλά κάνουν. Ίσως έτσι την ξορκίζουν. Ίσως και να τη τρομάζουν. Την ενσωματώνουν κι ας ματώνουν. Και ματώνουν κι εμάς με έναν πόνο – κόμπο στο λαιμό. Ο δαίμονας φοράει τα καλά του και γίνεται ο άγγελος με τα λούσα και τα φτιασίδια λάθος πόρτας παραδείσου και μιας χλιδής θαμπής από όνειρα και μέλλον.
Μόνο που πολλές φορές τα θέατρα «θέλονται» πιο μικρά των βιβλίων. Ίσως γιατί τα πρόσωπα σε προσγειώνουν στις εκφραστικές τεχνικές τους κι όχι στην πίστα αεροδρομίου της δικής σου φαντασίας. Αυτά έχουν να κάνουν οι μεταφορές. Κι όμως το λιτό σκηνικό αφήνει να εξαπλωθεί η αύρα μιας πάλης κορμιών και ψυχών όσο αυτά χωρούν στο ξεχωριστό δικό τους κενό.
Πάντως, να λέμε την αλήθεια κάτι έλειπε, κάτι σκόνταφτε, κάπου σκάλωνε, και παρά την άξια προσπάθεια όλων, κάπου χανόταν στις υπερβολικές φωνές, κάπου οι σιωπές πλατίαζαν. Σαν να μην ήταν συγκοινωνούντα τα δοχεία των ενεργειών τους. Ίσως, να χρειάζεται μια δεύτερη ματιά στα φτερά και στα πούπουλα της ρόμπας του παθιασμένου ύπνου και το πέταγμα του πουλιού να ακουστεί πιο σίγουρο. Κι ας σημαίνει αυτό πως όλα είναι θνητά.













