Ακύλλας Καραζήσης: «Το θέατρο δεν ήταν ποτέ περιττό. Το θέατρο είναι περιττό μόνο για τους πολιτικούς»

0
1083

karazisis1

Συνέντευξη στην Ελένη Σκάρπου / elenitsask@yahoo.gr, f/b Eleni Skarpou, eliaskarpou.blogspot.gr

Τόπος: Εκεί που όλα τα χωράει ο νους και που οι φόβοι κάνουν κρότο

Χρόνος: Απόγευμα Σαββάτου που οι δρόμοι ήταν ήρεμοι και η ζέστη είχε καταλαγιάσει

Σκοπός: Μια αμφίδρομη «θεραπεία» για ψυχές που αναζητούν αλήθειες

Πρώτη φορά πήγα στην Βιέννη τα Χριστούγεννα του 2009. Με είχε συγκλονίσει η Όπερα, το άρτιο κυκλοφοριακό, το παλάτι της πριγκίπισσας Σίσσυ. Δεύτερη φορά πήγα την Κυριακή. Έμεινα 3 ώρες. Έζησα, διδάχθηκα, ψυχαναλύθηκα, αναρωτήθηκα και τελικά φυλάκισα δυνατές στιγμές και σπουδαίες ερμηνείες. Συνταξιδιώτες; Ο Γιόζεφ Μπρόιερ, ο Φρίντριχ Νίτσε και ο Ζίγκμουντ Φρόυντ. Στο δικό μου παράλληλο σύμπαν, το θέατρο Αυλαία φόρεσε την όψη της Αυστριακής πρωτεύουσας και με άφησε να κάνω κύκλους ενδόμυχους καταλήγοντας σε μια φράση… «Όταν έκλαψε ο Νίτσε». Μια μέρα νωρίτερα συνάντησα τον κύριο Μπρόιερ χωρίς το κουστούμι, τις έρευνες του και την δυστυχία του και μου είπε με δικά του λόγια τι σημαίνει γι’ αυτόν καλό θέατρο, ποιους θα ήθελε να έχει θεατές αλλά μάταια τους περιμένει, γιατί εκνευρίζεται με τους δημοσιογράφους και μια σειρά από εξομολογήσεις που δίχως άλλο με κράτησαν για ώρα σε μια περίεργη, μα συνάμα ανακουφιστική σιωπή. Ακύλλας Καραζήσης. Ηθοποιός και σκηνοθέτης. Σκηνοθέτης και ηθοποιός. Δεν μπορείς εύκολα να διακρίνεις ποιο από τα δύο υπερτερεί πάνω του. Ίσως γιατί εκείνος το έχει πλήρως ισορροπημένο μέσα του και δεν πιστεύει στην ορατή διάκρισή του, έχοντας περάσει μια ζωή καθισμένος σε αυτή τη ζυγαριά. Μαζί με τον Νίκο Χατζόπουλο καταπιάνονται για δεύτερη σεζόν με αυτό το εγχείρημα, παίζοντας και σκηνοθετώντας, έχοντας μαζί τους επί σκηνής τον νεαρό Χάρη Φραγκούλη. «Το ότι έχουμε αποφασίσει δύο άνθρωποι να σκηνοθετήσουμε κάτι είναι και μια αναίρεση της σκηνοθεσίας». Έχουν συμφωνήσει οι δυο τους έναν τρόπο αφήγησης κι αυτό είναι αρκετό για ένα άριστο αποτέλεσμα.

 «Κι όταν παίζω… σκηνοθετώ τον εαυτό μου»

Δεν το βρίσκει παράξενο να σκηνοθετεί τον εαυτό του. Το θεωρεί μια απόλυτα φυσική εξέλιξη που απορρέει από την εμπειρία και τον χρόνο πάνω στο σανίδι. «Δεν είμαστε μαθητές που χρειαζόμαστε συνέχεια κηδεμόνες» τονίζει και έπειτα αφηνόμαστε στο έργο. «Είναι ένα γράψιμο από την αρχή. Αυτό δυσκολεύει τα πράγματα με την έννοια ότι πρέπει να ξαναγράψεις και τα διευκολύνει με την έννοια ότι εμείς δεν κάνουμε μόνο αναπαράσταση, αλλά full θέατρο. Αποφασίσαμε να περιορίσουμε τα πρόσωπα σε τρία, χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα του θεάτρου. Από κούκλες μέχρι τα πάντα» μου λέει και ομολογώ πως δεν φανταζόμουν πόσο πληθωρική είναι η παρουσία και των τριών τους στην σκηνή, με αφηγήσεις, διαλόγους και πολλαπλά επίπεδα ερμηνείας ταυτόχρονα. Εκείνος, υποδυόμενος τον πατέρα της ψυχανάλυσης Γιόζεφ Μπρόιερ μου εξηγεί… «Ο ρόλος μου είναι ο ρόλος του ψυχοθεραπευτή ο οποίος υποδύεται ότι θεραπεύεται από τον Νίτσε σε μια προσπάθεια να τον θεραπεύσει και τελικά πέφτει στην ίδια του την παγίδα». Κι είναι αλήθεια πως από ένα σημείο και μετά δεν είναι διακριτό ποιος θεραπεύει και ποιος θεραπεύεται. «Η θεραπεία είναι αυτή η συνεχής συζήτηση μεταξύ Μπρόιερ και Νίτσε που εμπνέει και τον Φρόυντ να εφεύρει αργότερα την ψυχανάλυση» συμπληρώνει. Αυτό που ζει στην σκηνή για τρεις ολόκληρες ώρες μοιάζει με ένα όμορφο ταξίδι. Άλλωστε είναι ένα κομμάτι πολύ δικό του από την αρχή ως το τέλος του. «Είναι ένα πράγμα χειροτεχνικά δικό μας και το ευχαριστιόμαστε κάθε φορά. Κι όσο το παίζουμε τόσο ωριμάζει. Η μορφή του μένει ίδια, αλλά οι ερμηνείες και οι σχέσεις βαθαίνουν» μου εξομολογείται και με ρωτάει καταληκτικά… «Όσο πιο πολύ βαθαίνει κάτι καλύτερα δεν είναι»;  Βαθύναμε τις λέξεις και τα νοήματα κλέβοντας την πιο σπουδαία σκέψη του Νίτσε που κάνει κλικ μέσα του. «Η αιώνια επανάληψη του ιδίου. Αυτό που ζούμε, το μέλλον… δεν πηγαίνει προς τα μπρος, αλλά πηγαίνει προς τα πίσω. Τα πάντα είναι κύκλοι επαναλαμβανόμενοι. Ζει κανείς μέσα σε ένα déjà vu, σε μια διαρκή επανάληψη ιστορικών, κοινωνικών και προσωπικών γεγονότων». Κι εγώ ρωτάω αν αυτή η σκέψη ξεδιπλώνει την αισιόδοξη ή την απαισιόδοξη πλευρά του. «Ούτε το ένα, ούτε το άλλο». Πάντως για την αισιοδοξία έχει βγάλει τα συμπεράσματα του. «Αισιοδοξία είναι να ζω τη ζωή μου ανά πάσα στιγμή με όρους δημιουργικούς, να κάνω αυτό που ονειρεύομαι, αυτό που θέλω, αυτό που επιθυμώ, μαζί με άλλους ανθρώπους που συνεννοούμαστε και μπορούμε μάλιστα από αυτό να ζούμε».

nitse1

Ένας κύκλος που δεν θέλει να κλείσει.

 «Οι κύκλοι κλείνουν όταν θες εσύ. Τον Νίτσε τον έχουμε στην βαλίτσα μας μπορούμε να τον πάμε όπου θέλουμε κι απλά να το χαιρόμαστε. Δεν είναι κουραστικό. Κουραστικό είναι να κάνεις κάτι το οποίο δεν προχωράει και μένει ίδιο». Ο Ακύλλας Καραζήσης είναι κάθετος. Αυτή η λατρεία έχει βαθιές ρίζες. Συν τοις άλλοις, η σχέση με το κοινό είναι μαγική. «Είναι πολύ ωραία η σχέση με το κοινό σε αυτό το έργο. Είναι ένα έργο που το έχει διαβάσει πολύς κόσμος. Έρχονται οι περισσότεροι λοιπόν πονηρεμένοι, πολύ ανοιχτοί να δούνε κάτι γνώριμο. Έρχονται για να τους βοηθήσει όπως εκείνα τα βιβλία της αυτοβοήθειας. Είναι πολύ ανώτερο βέβαια από αυτά. Είναι πολύ ενδιαφέρον το ότι ο κόσμος το δέχεται θετικά και μπαίνει σε μια συζήτηση σαν να παίρνει κι εκείνος μέρος. Όλοι ταυτίζονται με διάφορα πράγματα». Μεγάλη αλήθεια. Δεν ανήκω στους χιλιάδες αναγνώστες του Ίρβιν Γιάλομ, αλλά παλιότερα είδα την μεταφορά του βιβλίου στον κινηματογράφο, σε μια στιγμή κομβική για την ζωή μου. Τότε με είχαν πιάσει τα υπαρξιακά μου. Τώρα που είδα τον Μπρόιερ και τον Νίτσε να θεραπεύουν και να θεραπεύονται στην σκηνή… ένιωσα πως έλυνα μια σειρά από ώριμες απορίες. Αν πρέπει να κρατήσουμε κάτι από τον Μπρόιερ είναι εκείνη η θαρραλέα παραδοχή της αδυναμίας του και η δίψα του να καταλαγιάσει εφιάλτες, έντονα πάθη, θαμμένους φόβους. Αν πρέπει να κρατήσουμε κάτι από τον Νίτσε είναι εκείνη η ατάκα-βόμβα που επιμένει στο εξής: «Γίνε αυτό που είσαι, αλλά πρώτα μάθε τι είσαι». Από τον Φρόυντ θα κρατήσουμε σίγουρα όλα εκείνα τα πρωτογενή ερεθίσματα, που μας θυμίζουν την έννοια του συνειδητού, του ασυνείδητου και του υποσυνείδητου, την σημασία και την βαθύτητα των ονείρων, τον διαχωρισμένο νου και τα μπερδέματα του.

Περί ορέξεως… θέατρο με τον πήχη ψηλά

«Εγώ πιστεύω πολύ βαθιά ότι ένα μέρος του θεάτρου είναι θέαμα, κάτι που κοιτάζω με το στόμα ανοιχτό. Ένα άλλο μέρος αφορά μια μεγάλη συζήτηση για την ζωή και την ύπαρξη. Κι ο τελευταίος άνθρωπος που πάει στο θέατρο και λέει “αυτά είναι βαριά και με κουράζουν και εγώ θέλω ψυχαγωγία”… κι αυτός, ο ίδιος άνθρωπος χωρίς να το ξέρει στην ουσία, αυτό που θέλει είναι να μια βαθιά συζήτηση για τη ζωή και το νόημα της,  για τις σχέσεις και το θάνατο, αλλά δεν ξέρει τον τρόπο». Αυτή η διάκριση με ανακούφισε πολύ. Κάπου εδώ μάλιστα διαχωρίσαμε το θέατρο σε καλό και κακό με πολύ συνοπτικές διαδικασίες. «Πάντα υπάρχουν δύο θέατρα. Είναι ένα θέατρο που είναι ψεύτικο που δεν αφορά κανένα κι υπάρχει κι ένα θέατρο που αφορά ένα βαθύ πράγμα». Σίγουρα για τον Ακύλλα Καραζήση αυτό το βαθύ πράγμα δεν έχει ως αφορμή του μόνο την κρίση. «Τα 100.000 βιβλία του Γιάλομ πουλήθηκαν πολύ πριν την κρίση, η κρίση δεν υπήρχε ούτε σαν ιδέα τότε. Πάντα ο κόσμος ερχόταν στο θέατρο. Το ότι εξακολουθεί να έρχεται και διαψεύδει κάποιους που έλεγαν ότι θα κοπούν τα περιττά πράγματα είναι σημαντικό» μου λέει. Πώς θα μπορούσε  όμως το θέατρο να συμπεριληφθεί στα περιττά; «Το θέατρο δεν ήταν ποτέ περιττό. Το θέατρο είναι περιττό πράγμα μόνο για τους πολιτικούς… όλων των αποχρώσεων». Η κουβέντα δεν σταματά εδώ. Η θέση του είναι συγκεκριμένη και τον θλίβει. «Δεν έχουν ιδέα από θέατρο. Έχω δει ελάχιστους να έρχονται στο θέατρο. Γιατί δεν πηγαίνουν στο θέατρο; Δεν έχουν καιρό; Πηγαίνουν μόνο για δημόσιες σχέσεις όλοι και της δεξιάς και της αριστεράς. Μόνο ο Σημίτης πήγαινε στο θέατρο. Οι υπόλοιποι πηγαίνουν σε μεγάλα hit για να τους δουν. Και οι δημοσιογράφοι τα ίδια. Είναι όλοι τους ανίδεοι από πολιτισμό και μόνο που μιλάνε θέλω να κάνω εμετό… κυρίως όταν τον επαινούν». Ξεκαθαρίσαμε πως αυτός ο χείμαρρος δεν έχει να κάνει με καμία πολιτική πεποίθηση, αλλά με την ποιότητα και την μόρφωση που κουβαλάμε μέσα μας. «Το θέατρο μπορεί να εκπαιδεύσει, αλλά δεν μπορεί να εκπαιδεύσει αμόρφωτους. Δεν είναι σχολείο για να μας μάθει την αλφαβήτα. Οφείλουμε να την ξέρουμε». Εδώ μπήκε η τελεία και την έβαλε εκείνος.

karazisis2

«Χαίρομαι πολύ όταν παίζω στη Θεσσαλονίκη»

Η Θεσσαλονίκη είναι η πατρίδα του και κάθε διαδρομή εδώ είναι ένα δέλεαρ ξεχωριστό. Τον ενδιαφέρει η θεατρική του παρουσία εδώ, όπως και στην ελληνική περιφέρεια και το αποζητά συχνά. Με την ίδια λαχτάρα αποζητά και τα πιο ταιριαστά πρόσωπα στις συνεργασίες του. «Εγώ δουλεύω πάντα με ανθρώπους με τους οποίους ταιριάζω, δεν μπορώ να δουλεύω με ανθρώπους που δεν ταιριάζουμε αισθητικά, δεν ταιριάζουμε ιδεολογικά, δεν ταιριάζουμε σαν γλώσσα, σαν παιδεία, σαν διανόηση». Για  εκείνον οι απαγορευτικοί άνθρωποι, όπως και τα απαγορευτικά είδη θεάτρου είναι κομμάτια πολύ αναγνωρίσιμα. Δεν κατηγορεί το πολύ εμπορικό θέατρο, αλλά δεν θα έμπαινε ποτέ σε μια τέτοια διαδικασία, να καταπιαστεί δηλαδή μαζί του. Η δουλειά για τον Ακύλλα Καραζήση είναι ούτως ή άλλως σαν μια δημιουργική διαδικασία. «Να την ευχαριστιέσαι και να σε πραγματώνει. Να ζεις τη ζωή σου απολαμβάνοντας τη δουλειά σου ψυχικά και πνευματικά». Μου το επιβεβαιώνει με όρους  δανεικούς από τον Μαρξ και διάφορους θεωρητικούς του 19ου αιώνα. Αυτούς που κατά τη γνώμη του η αριστερά ξέχασε νωρίς. Κάπου εδώ ξαναθυμηθήκαμε την κρίση, ως έναν τρόπο για να φτάσει κανείς στην αυτογνωσία και την αποτελμάτωση. «Να πάει η κρίση πιο βαθιά, να φτωχύνουν κι άλλο ορισμένοι, για να καταλάβουν. Δε είναι κρίση αυτό. Κρίση είναι μόνο για κάποιους που ταλαιπωρούνται. Δεν μπορούν να υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι που τρέχουν να αγοράσουν φορέματα και σακάκια. Πρέπει να αναρωτηθεί κανείς για το τί πραγματικά θέλει, όπως και για το καταναλωτικό πρότυπο. Μήπως πρέπει να το αλλάξουμε; Μήπως αυτό επιβαρύνει τη φύση και το περιβάλλον; Αλλά άμα ασχολείται κανείς μόνο με το κέρδος και τα επιδόματα… αυτή είναι η κατάληξη». Η δική μας κατάληξη ήταν χορταστική, μιας και τα λόγια έπιασαν τόπο. Η ψυχανάλυση μου ολοκληρώθηκε στα σκαλιά καθώς έφευγα. Είχα ακόμη την εικόνα του Χάρη Φραγκούλη στο φουαγιέ του θεάτρου Αυλαία να παίζει πιάνο, είχα ακόμη την αίσθηση των τελευταίων δακρύων του Νίκου Χατζόπουλου που πάσχιζε να σωθεί από τα πάθη του ως Νίτσε, είχα ακόμη την φωνή του Ακύλλα Καραζήση στ’ αυτιά μου να λέει και να ξαναλέει «stop» στα μαρτύρια του νου του.

Info:

«Όταν έκλαψε ο Νίτσε» του Ίρβιν Γιάλομ

Θεατρική διασκευή: Ευαγγελία Ανδριτσάνου

Σκηνοθεσία: Ακύλλας Καραζήσης, Νίκος Χατζόπουλος

Eπιμέλεια σκηνικού χώρου & κοστουμιών: Ελένη Μανωλοπούλου

Μουσική: Κορνήλιος Σελαμσής

Φωτισμοί: Αλέκος Γιάνναρος

Βοηθός σκηνοθέτη: Νικήτας Αναστόπουλος

Παίζουν: Ακύλλας Καραζήσης, Χάρης Φραγκούλης, Νίκος Χατζόπουλος

Παραγωγή: Γιώργος Λυκιαρδόπουλος-Λυκόφως

 

ΘΕΑΤΡΟ ΑΥΛΑΙΑ 

Πλατεία ΧΑΝΘ (πλευρά Τσιμισκή), τηλ. 2310 237700, 2310237703

 

ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ 

22 Μαΐου – 2 Ιουνίου 2013

 

ΗΜΕΡΕΣ & ΩΡΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΝ 

Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο 21.00, Κυριακή 20.00

 

ΤΙΜΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ 

Κανονικό: 18 € , Φοιτητικό: 15 € (Παρασκευή έως Κυριακή) Τετάρτη – Πέμπτη γενική είσοδος: 15€

 

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.