Γράφει ο Γιώργος Βοσκόπουλος / επ. Καθηγητής – Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών Πανεπιστημίου Μακεδονίας / gvoskop@uom.gr
Στις διεθνείς σχέσεις αναλύουμε μεταξύ άλλων το πλαίσιο δράσης – ανάδρασης ανάμεσα στα κράτη. Το πεδίο της διεθνούς πολιτικής αποτελεί ένα μη στατικό περιβάλλον αλλά μία αρένα ανταγωνισμού. Το αποτέλεσμα προκύπτει μεταξύ άλλων από την ισχύ, τα μέσα και την αποφασιστικότητα των εμπλεκομένων, την ικανότητα σου να επιβάλλεις τη θέληση σου στον άλλο.
Στο κοινωνικό πεδίο, ειδικά σε συνθήκες κρίσης, οι δυνάμεις που εμπλέκονται σε αυτή τη δυναμική διαδικασία είναι πολυσύνθετες, ετερογενείς και εκφράζουν συχνά μη συμβατούς στόχους. Στη σημερινή Ελλάδα τα δεδομένα είναι λίγο διαφορετικά και συνιστούν μια καινοτομία τουλάχιστον όσον αφορά την καταστατική και αξιακή λειτουργία του Δήμου ως μονάδα πολιτικής οργάνωσης.
Οι πανεπιστημιακοί και οι διανοούμενοι καλούνται να λειτουργήσουν ως φορείς πολιτικής κοινωνικοποίησης, ως η πνευματική ελίτ που καλείται να παράσχει τη διαφορετική, ορθολογική άποψη, να πάρουν θέση σε μία διαδικασία άτακτης διάλυσης της κοινωνίας. Αυτής της κοινωνίας που τους αναγνώρισε έμμεσα ή άμεσα, δικαίως ή αδίκως το προνόμιο του πνευματικού, γνωσιακού πλεονεκτήματος, ένα νοηματικό προβάδισμα λόγω γνώσεων και της ενασχόλησης τους με ένα πλήθος επιστημών και όχι λόγω κάποιου αφηρημένου πνευματικού δαρβινισμού ή κοινωνικού ελιτισμού.
Σήμερα ο χώρος των διανοουμένων και πανεπιστημιακών φέρει τα ίδια χαρακτηριστικά με την χρεοκοπημένη ελληνική οικονομία. Αδυνατεί να δημιουργήσει αντισώματα κοινωνικής ενεργοποίησης, να καταθέσει εναλλακτικές προτάσεις, να πάρει απλά θέση. Είναι εσαεί απών από τις πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές διεργασίες που ρίχνουν ένα λαό στο Κολοσσαίο του δημοσιονομικού κανιβαλισμού. Οι πανεπιστημιακοί και οι διανοούμενοι παραιτήθηκαν του ρόλου τους σε μία ελληνική τραγωδία με χαρακτηριστικά την παραίτηση, την απουσία, την άρνηση, τον ευρωπαϊκό επαρχιωτισμό, την αυτοπροστασία, την ασφάλεια της σιωπής. Όσοι εξωτερικεύουν την αντίθεση τους πληρώνουν το τίμημα της άποψης, της διαφοροποίησης, αφού μία μη ώριμη δημοκρατία μετεβλήθη βιαίως σε μία τριτοκοσμική οργανωτική δομή.
Παραιτηθήκαμε ως πολιτικό σύστημα και ως συλλογικότητα από το δικαίωμα στην επιβίωση και απωλέσαμε σημαντικά οργανωτικά πλεονεκτήματα της αστικής δημοκρατίας. Παραιτηθήκαμε ως συλλογικότητα από την προίκα της ιστορίας μας, το στίγμα μας ως ένας λαός που αγωνίζεται, ως μία δεξαμενή πνεύματος. Η χρεοκοπία της χώρας ξεκίνησε στο πνευματικό πεδίο το οποίο λειτούργησε ως μία στείρα πηγή αξιών. Η πνευματική μήτρα μίας πάλαι ποτέ πολιτισμικής υπερδύναμης αδυνατεί να παράξει ιδέες, αξίες και αξιακά πρότυπα.
Η αντιπαραγωγική ελληνική οικονομία συμπληρώνεται δομικά, συστημικά από το στείρο ελληνικό πνεύμα. Πανεπιστημιακοί και διανοούμενοι απέτυχαν να λειτουργήσουν ως το παλλάδιο της Δημοκρατίας, της κοινωνικής δικαιοσύνης. Το ελληνικό πανεπιστήμιο δεν λειτουργεί πλέον ως ένα σπορογόνο περιβάλλον. Οι άνθρωποι του πνεύματος σήμερα φαίνεται να σπουδαιολογούν παρά να παράγουν γνώση, να μηρυκάζουν παρά να δημιουργούν, να μην αφουγκράζονται την κοινωνία αλλά να της γυρνούν την πλάτη.
Άλλοι παραιτήθηκαν, άλλοι υιοθέτησαν τη στρατηγική του επιτήδειου ουδέτερου, άλλοι δεν μπήκαν καν στον κόπο να επαναπροσδιορίσουν το ρόλο τους εντός της χειμαζόμενης κοινωνίας. Παραιτήθηκαν άτυπα της συνταγματικής υποχρέωσης τους να λειτουργήσουν ως δημόσιοι λειτουργοί εξυπηρετώντας το δημόσιο συμφέρον, το γενικό καλό. Η άποψη ενέχει ρίσκο και αυτό λειτούργησε ανασταλτικά της υποχρέωσης τους να πάρουν θέση. Με αυτόν τον τρόπο άφησαν ελεύθερο το πεδίο στη δημαγωγία, το λαϊκισμό και την ακραία έκφραση.
Τα πανεπιστήμια εξελίχθηκαν σε απλές χωροταξίες σταβλισμού προσωπικών στρατηγικών, δεξαμενές ιδιοτέλειας, σταθμητός παράγοντας ενός παραπαίοντος, αναξιοκρατικού πολιτικού συστήματος. Οι πνευματικοί ηγέτες μετεξελίχθηκαν σε σπουδάρχες, καθιστώντας το χώρο των διανοούμενων και πανεπιστημιακών ένα ασπόνδυλο και απαξιωμένο εργαστήρι. Η απαξίωση τους αδικεί πολλούς, αλλά συνιστά αντίδραση στη μη δράση, απραξία της πνευματικής δεξαμενής της χώρας και στην απροθυμία της να διαφυλάξει αυτό που ο Γ. Χάμπερμας αποκάλεσε αξιοπρέπεια της Δημοκρατίας .












