Συνέντευξη στην Ελένη Σκάρπου / elenitsask@yahoo.gr, f/b Eleni Skarpou, eliaskarpou.blogspot.gr
Τόπος: Στην ίδια πόλη, μα κρεμασμένοι από το τηλέφωνο για να δένουν οι φωνές.
Χρόνος: Κυριακή απόγευμα με τον ήλιο σχεδόν στη δύση του.
Σκοπός: Ξεκινώντας από την αρχαία ελληνική τραγωδία… για να φτάσω όσο πιο κοντά του γίνεται.
Φωνή επιβλητική. Ήπια, άλλα και αιχμηρή όταν πρέπει. Σαν καθρέφτης ενός ιδιαίτερου χαρακτήρα, αντί των ματιών. Και λέξεις. Πολλές λέξεις. Σαν συνέχεια αυτού του καθρέφτη. Δεν πρόλαβα να δω την «Μήδεια» αυτό το Καλοκαίρι. Κι εκείνος δεν θέλησε να μου την περιγράψει με τρόπο που να προδίδει έστω κάτι από την μαγεία της, παρ’ όλο που την ενσαρκώνει μέσα στις φορεσιές και τα προσωπεία του Γιάννη Μετζικώφ. Δεν του παραπονέθηκα όμως, γιατί η κουβέντα μας έπιασε πολλά λιμάνια κι αφήσαμε εκούσια τον Ευριπίδη κάποια στιγμή πίσω μας. Άλλωστε η ιστορία είναι λίγο πολύ γνωστή σε όλους μας και οι κριτικές τον θέλουν πολύ μελετημένο και πολύ ειλικρινή πάνω στην σκηνή υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες του Σπύρου Ευαγγελάτου. Γιώργος Κιμούλης. Σε ρόλο Μήδειας. Σε ρόλο κλειδί. Σε ρόλο που ξαφνιάζει ευχάριστα. Πλάι στον Ιάσονα-Οδυσσέα Παπασπηλιώπουλο, συντονίζονται από κοινού με την Ευριπίδεια λογική και μας πηγαίνουν πίσω πολύ πίσω… αυτή την Παρασκευή 9 Αυγούστου στο Φεστιβάλ των Μουδανιών. Για όσους όμως νομίζουν πως η «Μήδεια» είναι μια ακόμη αρχαία τραγωδία που απλά σπεύδει να μας δώσει διαχρονικά μηνύματα πάνω στην ανθρώπινη έπαρση, τις ανθρώπινες σχέσεις και τις ανθρώπινες αδυναμίες… η απάντηση έρχεται κάπως αλλιώς από τα χείλη του: «Δεν είναι ηθογραφία, δεν είναι μια βίαιη, σκληρή απάνθρωπη ιστορία όπου μια γυναίκα για να εκδικηθεί τον άνδρα της σκοτώνει τα παιδιά της. Έχουμε την τιμωρία της φύσης προς την ανδρική κυριαρχία. Η αρχαία τραγωδία φιλοσοφεί ή πιο σωστά… κοσμολογεί» μου λέει. Όσο για την ανδρική διανομή που μας φέρνει στα μέτρα του αρχαίου θεάτρου, τότε που ακόμη και τους γυναικείους ρόλους υποδύονταν οι άνδρες; «Σκοπός ήταν να δοθεί η δυνατότητα στον θεατή να κρατήσει μια απόσταση από την μελοδραματική προσέγγιση, παιγμένη από μια γυναίκα» μου εξηγεί ο γνωστός ηθοποιός και μου επισημαίνει πως κάπως έτσι… «το ίδιο το κείμενο, οι ίδιες οι σκέψεις θα μπορέσουν να ακουμπήσουν τον θεατή αδιαμεσολάβητες από οποιαδήποτε μελοδραματική διάσταση». Αυτή η διαφορετική ανάγνωση της «Μήδειας», απαλλαγμένη εντελώς από τα φορτισμένα συναισθηματικά της πέπλα, δίνει πιο ξεκάθαρα τα μηνύματα της. Κι ενώ εύκολα θα έπεφτε κανείς στην παγίδα να ταυτίσει το έργο σε ποικίλα σημεία με την σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα εκείνος είναι απόλυτος: «Η τέχνη δεν είναι επίκαιρη. Τα θέματα με τα οποία ασχολείται, βέβαια, είναι θέματα που αφορούν τον σύγχρονο άνθρωπο, αλλά δεν έχουν σχέση με την επικαιρότητα. Υπάρχουν άλλα είδη θεάματος που μπορούν να λειτουργήσουν έτσι, αλλά όχι η αρχαία ελληνική τραγωδία, όχι τα κλασικά έργα».
Από την τέχνη έρχομαι και στην κορφή… η κρίση
Στο «δρόμο» από την τέχνη μέχρι την πολιτική αποφασίσαμε μαζί με τον Γιώργο Κιμούλη πως είναι δύο εντελώς διαφορετικοί κόσμοι και περάσαμε από την λεπτή γραμμή του καλλιτέχνη σε εκείνη του πολίτη. «Οι πολίτες έχουμε την ευθύνη των όσων συμβαίνουν. Εδώ και πάρα πολλά χρόνια ο πολίτης έμαθε ότι το κοινωνικό δεν έχει καμία σχέση με το πολιτικό. Σε αυτό βοήθησαν πολύ τα ΜΜΕ, που δεν ήταν ποτέ αθώα και ποτέ στην ουσία ελεύθερα. Βοήθησαν και οι ίδιοι οι πολιτικοί. Όλο το σύστημα έφτασε να απαξιώνει τους πολιτικούς και κατ’ επέκταση την ίδια την πολιτική. Τα τελευταία χρόνια ζούμε το ανάποδο… καταλάβαμε πως το κοινωνικό και το πολιτικό είναι ταυτόσημες έννοιες κι όσο κι αν προσπαθούν να μας πείσουν για το αντίθετο, η πολιτική ανήκει στους πολίτες. Αυτοί που την ασκούν είναι απλά εντολοδόχοι μας». Σ’ αυτή του την αυθόρμητη λεκτική «βροχή» δεν κράτησα απόσταση. Πως θα μπορούσα άλλωστε σε μια περίοδο που το να νιώθει πολίτης με τα όλα του είναι φοβερό προνόμιο; Ο ίδιος αισθάνεται πολίτης… «λειτουργώντας πολιτικά επί 24 ώρες κι όχι ανοήτως ιδιωτικά» και περαιτέρω ανάλυση δεν επεδίωξα, αλλά σε σχέση με την ανάκαμψη της ευρύτερης ελληνικής κοινωνίας έδωσα ιδιαίτερη βάση στα λόγια του: «Αυτός που παθαίνει μαθαίνει. Είναι θέμα χρόνου. Δεν γίνεται να μην μάθουμε».
Και η τηλεόραση; Προς τα πού πηγαίνει;
Θυμάμαι τον ρώτησα με μια σχετική αγανάχτηση γιατί η τηλεόραση από εκεί που έσφυζε από ζωή, σειρές, ταινίες, εκπομπές και πλούσιο ψυχαγωγικό περιεχόμενο πέρασε στο τίποτα. «Η τηλεόραση δεν είναι τίποτα. Έτσι το βλέπετε εσείς» μου είπε και χάρηκα που με μάλωσε, γιατί ήθελα επιτέλους κάποιος να με διορθώσει και να μου πει την αλήθεια του, αλλιώτικα βαλμένη από τη δική μου. «Η τηλεόραση είναι ένα σύστημα, ένα ολόκληρο σύστημα με τα θετικά και αρνητικά του στοιχεία. Δεν μπορεί κανείς να την αντιμετωπίσει μόνο σαν τοπίο τέχνης. Διαμορφώνει έναν ολόκληρο τρόπο ζωής του ανθρώπου και μάλιστα επικίνδυνο. Γιατί ο άνθρωπος δεν έχει γεννηθεί να είναι θεατής μόνο, αλλά για να πράττει και η τηλεόραση τον απομακρύνει από την πράξη. Κι αν τα θετικά είναι η δυνατότητα του ανθρώπου να επικοινωνεί με γεγονότα που βρίσκονται μακριά από αυτόν, η πληροφορία από μόνη της δεν κάνει τίποτα όσο ο άνθρωπος παραμένει βυθισμένος μόνο σ’ αυτήν και δεν την μετατρέπει σε γνώση». Ήταν πολλά για να τα χωνέψω αμέσως, αλλά λίγο αργότερα κάθισα στην μικρή μου βεράντα πλάι στην μοβ πετούνια αγκαλιά με ένα χειροποίητο λικέρ καρυδάκι και μέσα σ’ όλα συνειδητοποίησα τις λέξεις του. «Η αλήθεια είναι ότι η τηλεόραση δεν είναι μόνο τα σήριαλ. Τα έργα τέχνης δεν σταματάνε στα σήριαλ». Κι ενώ εγώ ψάχνω καλοκαιριάτικα να βρω λίγη χαλάρωση στην tv, κάνοντας ανόητο zapping και πέφτοντας σε «προπολεμικές» σειρές, εκείνος προτιμά να μην βλέπει τηλεόραση καθαρά από επιλογή. Γιατί; «Γιατί αυτή τη στιγμή κάνει τα πάντα για να κρατήσει τους πολίτες αδρανείς. Χρειάζεται μια αντίδραση. Όχι γιατί φοβάμαι, αλλά γιατί έχει καταντήσει ενοχλητικό» μου τονίζει φανερά πειραγμένος.
Για το θέατρο, τις αντοχές του και την ελεύθερη σκέψη σήμερα…
«Ζω. Δεν πιέζομαι ή δεν συμπιέζομαι, ώστε να χρειάζομαι εκτόνωση» μου απαντά όταν του εκφράζω την απορία μου για τις στιγμές ξεκούρασης και αποφόρτισης. Ένας άνθρωπος όμως όπως ο Γιώργος Κιμούλης, που το θέατρο είναι πλέον για εκείνον ο τρόπος που ζει, δεν θα κουραστεί ποτέ να κυνηγάει την κούραση και το δηλώνει ευθαρσώς. Με το ανάλογο θράσος μου υπογραμμίζει επίσης πως η ελεύθερη σκέψη στην Ελλάδα του 2013 μοιάζει με… «μια άκρατη φλυαρία, η οποία βέβαια είναι καλύτερη από την ανελευθερία της σκέψης». Προβληματισμένη καθώς ήμουν μετά από αυτή την ατάκα, με έπεισε πως δεν χρειάζεται να αναρωτιέμαι αν υπάρχει αισιόδοξη ή απαισιόδοξη πλευρά και πως θα πρέπει να κρατήσω την ουσία του πράγματος. Και κάπου εδώ έσπευσα να βρω την ουσία των πραγμάτων στις μυρωδιές και τα χρώματα που έχουν τα καλοκαίρια. «Σ’ όλους αρέσουν τα καλοκαίρια. Θυμάμαι έντονα εκείνα στην Αίγινα, στην Αγία Μαρίνα που πέρασα με τους γονείς μου παιδί» μου εξομολογείται και προσπαθώ να ανακαλύψω αν υπάρχει κάποιος πολύ δικός του τρόπος, μέσα από τον οποίο να φυλακίζει κοντά του ότι αγαπά ή ότι τον σημαδεύει όμορφα. «Προσπαθώ να κρατήσω μακριά από μένα την έννοια της κτητικότητας» μου λέει κοφτά και είναι τώρα που αποφασίζω να τραβήξω απότομα χειρόφρενο. Και ποιος άραγε να είναι ο επόμενος ρόλος που θα ‘θελε να παίξει; «Κάθε φορά είναι ο επόμενος». Η άπλετη ελευθερία του καλλιτέχνη που δεν σαμποτάρει όσα φέρνει η στιγμή. Όπως μου αποκαλύπτει πάντως, είναι αρκετοί οι ρόλοι που έχει αρνηθεί. «Δεν ήθελα να το κάνω και δεν μου στοίχισε». Εμένα πάλι, μου στοίχισε πολύ που όταν έκλεισα το τηλέφωνο είχα ακόμη απορίες και ερωτηματικά κι ο χρόνος δεν μου είχε φτάσει για να πάρω και κάτι ακόμη και κάτι πιο βαθύ και κάτι παραπέρα. Έτσι κατέληξα στην πιο δυνατή αφήγησή του.
Το τελευταίο αντίο…
Ας πούμε πως ο επίλογος μου ανήκει και πως θα ήταν άδικο αν άφηνα έξω από αυτή την συνέντευξη ό,τι έχω συνδέσει άρρηκτα με τον Γιώργο Κιμούλη… την φωνή του σε απελπισμένους τόνους να ακολουθούν την απολυτότητα και την ματαιότητα της αγάπης. Γιατί είναι οι φωνές που μένουν…
«…Τρέμοντας μην ζήσει μόνος του ως τα 80, μελαγχολούσε στο παράθυρο. Σα να `χε μείνει πάνω σε ένα τρένο μία στάση πέρα από τον προορισμό του. Η νύχτα είναι δικιά μου και δικιά σου, μακρινή αγάπη, ολέθρια, που τώρα δεν ζω παρά για να σ’ αναστήσω. Μα να που τα λόγια δεν φτάνουν πια. Τα λόγια είναι φενάκη κι η αλήθεια εσύ. Εσύ μένεις να με οδηγείς με την σκοτεινή φωτοβολίδα σου στο χάος αυτό, το χάος μου, που φρόντισες να το γεμίσεις με την φωνή σου. Τι ήρθα; Πού πάω; Τι ζητώ; Γιατί χωρίς εσένα λιγόστεψε το φως μου; Μακρινή, μακρινή που μου φαίνεσαι αγάπη μου
Μακρινή, μακρινή που είσαι τώρα. Μου άφησες τα σημάδια σου ανεξίτηλα. Τόσα ρούχα, τόσες γραφές στον αέρα, τόσα αποτυπώματα στην σκιά. Πώς να πω ότι όλα αυτά ήταν ενέργεια κι εσύ ξαναγύρισες στην πηγή σου; Θέλω να έρθω να σε βρω. Είσαι γλυκιά και σ’ αγαπάω. Μονάχα όταν έρχεσαι να σε δω να φοράς τα ρούχα που μ’ αυτά σε γνώρισα, έτσι σ’ αγάπησα, έτσι σε πίστεψα. Σε αισθάνθηκα λίγο μακρινή όταν γύρισες από την Αμερική. Μετά απόκτησες μία κρούστα ασάφειας. Απ’ το να τα πνίγεις όλα μέσα σου, κόντευες να πνιγείς η ίδια. Σ’ αυτό το πολύ βιαστικό πέρασμά μας από την γη, καθένας μας αφήνει μιαν ανάσα, μια πνοή κι όλα μετά τα σβήνει. Μην ζητάς να μάθεις πιο βαθιά τα μυστικά, δεν υπάρχουν. Μα κι αν υπήρχαν, δεν τα ξέρουμε κι αυτά, δεν τα ξέρουμε. Δεν έχω άλλα δάκρυα. Μισώ το γράψιμο που με εκτόνωσε, που μου δίνει την αίσθηση ότι κάνω το χρέος μου απέναντί σου
Το μόνο χρέος μου, γλυκιά μου αγάπη, για πάντα χαμένη, είναι να κλαίω για σένα, να κλαίω, να κλαίω. Κι όταν δεν το μπορώ, αρρωσταίνω…»
(Από το «Τελευταίο Αντίο»)
Info:
«ΜΗΔΕΙΑ»
Παρασκευή 9 Αυγούστου
Αμφιθέατρο Νέων Μουδανιών, Χαλκιδική
Η ταυτότητα της παράστασης
Μετάφραση Κ. Χ. Μύρης
Σκηνοθεσία- Δραματουργική επεξεργασία: Σπύρος Α. Ευαγγελάτος
Σκηνικά: Γιώργος Πάτσας
Κοστούμια: Γιάννης Μετζικώφ
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Μουσική διδασκαλία: Γιάννης Αναστασόπουλος
Βοηθός σκηνοθέτη: Χριστιάννα Μαντζουράνη
Πρωταγωνιστούν: Γιώργος Κιμούλης, Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, Τάσος Νούσιας, Μάνος Βακούσης, Νικόλας Παπαγιάννης, Νίκος Αναστασόπουλος, Δημήτρης Παπανικολάου.
Κορυφαίοι- Χορός: Τάσος Αλατζάς, Νίκος Αναστασόπουλος, Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Χάρης Γρηγορόπουλος, Δημήτρης Καραβιώτης, Σταύρος Καραγιάννης, Δημήτρης Καραμπέτσης, Δημήτρης Μόσχος, Δημήτρης Μυλωνάς, Δημήτρης Παπανικολάου, Παντελής Φλατσούσης, Γεράσιμος Σκαφίδας.

















